Ο γυναικοκατακτητής Λάμπρος Κωνσταντάρας – Ο έρωτας με την Καλουτά και ο γάμος με την 25 χρόνια μικρότερη Φιλιώ | dete

Ο γυναικοκατακτητής Λάμπρος Κωνσταντάρας - Ο έρωτας με την Καλουτά και ο γάμος με την 25 χρόνια μικρότερη Φιλιώ

«Le beau Grec». Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας εκτός από εξαιρετικός κωμικός υπήρξε και μεγάλος καρδιοκατακτητής. Πανύψηλος, με γαλανά μάτια και αθλητικό παράστημα, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους γόηδες του ελληνικού σινεμά.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Παρίσι, όπου βρέθηκε το 1931, τον φώναζαν «Le beau Grec».

Ποιος ήταν ο Λάμπρος Κωνσταντάρας
Βέρος Αθηναίος με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας γεννήθηκε το 1913 στο Κολωνάκι, στην οδό Πλουτάρχου 13. Γιος χρυσοχόου, αφού πέρασε δύο χρόνια στη Σχολή Υπαξιωματικών του Ναυτικού στην Κέρκυρα, το 1931 βρέθηκε στο Παρίσι για να σπουδάσει την τέχνη του κοσμήματος.
Τυχαία, στο Παρίσι βρέθηκε να παίζει ως κομπάρσος σε μια ταινία και στη συνέχεια σε μία θεατρική παράσταση, που σκηνοθετούσε ο σπουδαίος Γάλλος θεατράνθρωπος Λουί Ζουβέ, και κάπως έτσι ξεκίνησε το πάθος του με την υποκριτική.

Με δάσκαλο τον Ζουβέ, το 1937 έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο με το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου, ενώ τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Αθήνα και έπαιξε στο έργο του Τζέιμς Μπάρι «Τα παράσημα της γριούλας», πλάι στην Κατερίνα (Ανδρεάδη).

Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ελληνες ηθοποιούς, κορυφαίος κωμικός που έγραψε τη δική του ιστορία στον χώρο της υποκριτικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ερμήνευσε μεγάλη γκάμα ρόλων, από δραματικούς μέχρι κωμικούς, ακόμη και αυτόν του ζεν πρεμιέ.

Οι σταθμοί στην καριέρα του Λάμπρου Κωνσταντάρα
Το 1948 συγκροτεί για πρώτη φορά θίασο με τη Μιράντα Μυράτ και το 1958 τον πρώτο προσωπικό του θίασο και παρουσιάζει το έργο του Τζον Πρίσλεϋ «Ο ανακριτής έρχεται».

Επαιξε σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων και συνεργάστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο ήταν στην κωμωδία του Κώστα Πρετεντέρη «Τρελές επαφές ρωμέικου τύπου» με τη Μάρω Κοντού και τον Νίκο Ρίζο τη διετία 1977-1979.

Πρώτη του ταινία στο σινεμά «Το τραγούδι του χωρισμού» (1940), σε σκηνοθεσία του Φιλοποίμενος Φίνου, ενώ κράτησε τους πρώτους ρόλους και σε περίπου 90 ακόμα ταινίες.

Το 1969 κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Ο Μπλοφατζής».

Η τελευταία του ταινία ήταν «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ» (1981), σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη.

Στην τηλεόραση ξεχώρισε με τον ρόλο του γυναικοκατακτητή Ζάχου Δόγκανου στο σίριαλ του Κώστα Πρετεντέρη «Εκείνες και εγώ», που προβλήθηκε τη διετία 1976-1977.

Οι μεγάλοι έρωτες του Λάμπρου Κωνσταντάρα
Ο πρώτος μεγάλος έρωτας του Λάμπρου Κωνσταντάρα ήταν η Γιούλη Γεωργοπούλου. Γνωρίστηκαν στην παράσταση «Μία ζωή είναι αυτή», όπου έπαιζαν μαζί, τον χειμώνα του 1940-1941. Η Γεωργοπούλου ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που ο Κωνσταντάρας ερωτεύθηκε σφόδρα και η οποία έκανε πίσω από το σανίδι για χάρη του Λάμπρου. Ο έρωτας σφοδρός και για τους δύο νέους, σε δύσκολες συνθήκες μάλιστα, εν μέσω γερμανικής κατοχής. Το 1945 παντρεύτηκαν, με δημοσιεύματα να αναφέρουν ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έστησε για μια ώρα τη νύφη γιατί άκουγε από το ραδιόφωνο τον αγώνα της ΑΕΚ και μάλιστα πήγε στο γάμο εκνευρισμένος γιατί η ομάδα του είχε χάσει.

Τον επόμενο χρόνο ήρθε στη ζωή ο γιος τους, το μοναδικό παιδί του Λάμπρου Κωνσταντάρα, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας. Το ζευγάρι όμως χώρισε. Ο Κωνσταντάρας φέρεται να ήταν μεγάλος γυναικάς. Παρότι ζήλευε του θανατά την πανέμορφη γυναίκα του, την οποία φλέρταραν οι άνδρες, κάτι που τον ενοχλούσε ιδιαίτερα, και εκείνος... ξενοκοιτούσε. Αφορμή για τον χωρισμό φαίνεται ότι ήταν η Αννα Καλουτά, με την οποία ο Κωνσταντάρας ήταν πολύ ερωτευμένος. Υστερα από έναν καβγά με τη γυναίκα του, εκείνη πακέταρε τα ρούχα του και τα πέταξε έξω από το σπίτι.

Ο τρελός έρωτας με την Καλουτά

Ο έρωτάς τους γεννήθηκε όταν έπαιζαν μαζί στον θίασο της Κοτοπούλη. Αρχικά, οι καβγάδες τους ήταν τόσο έντονοι που η Κοτοπούλη τους ρωτούσε αν είναι ερωτευμένοι. Εξαλλοι και οι δύο, απαντούσαν θυμωμένα... «Εγώ με αυτή την ψηλογαϊδούρα;», έλεγε ο Λάμπρος. «Εγώ με αυτόν τον άχαρο ψηλέα;», έλεγε η Καλουτά.

Ολα μεταξύ τους άλλαξαν όταν τα ερωτικά φιλιά που έδιναν στην παράσταση από ψεύτικα άρχισαν να γίνονται αληθινά. «Ωραία φιλάς», της είπε ένα βράδυ μετά την παράσταση ο Κωνσταντάρας. «Κι εσύ», του απάντησε η Καλουτά, και κάπου εκεί ένας έρωτας τρελός ξεκίνησε.

Για την Αννα Καλουτά ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν ο άντρας που αγάπησε πιο πολύ στη ζωή της και ο πρώτος άντρας που δόθηκε ερωτικά. Κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, έχασε όμως και τα δύο αγόρια από διπλή κύηση. Ο δυνατός αυτός έρωτας διήρκεσε από το 1949 μέχρι το 1954.

Ακολούθησε ένας ακόμη μεγάλος έρωτας με τη Χριστίνα Σύλβα Πουλοπούλου, ένα όμορφο κορίτσι, την οποία ο Κωνσταντάρας έκανε πρωταγωνίστρια. Μολονότι δεν έμειναν ποτέ μαζί, η Πουλοπούλου έκανε πρόταση γάμου στον Κωνσταντάρα για να εισπράξει ένα μεγάλο «όχι», όπως δείχνουν τα πράγματα.

Και μετά ήρθε ο χωρισμός, ο οποίος, σύμφωνα με διηγήσεις κοντινών του προσώπων, ήταν πολύ ερωτικός, μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο.

Τελευταίος ερωτικός σταθμός στη ζωή του Λάμπρου Κωνσταντάρα η Φιλιώ Κεκάτου. Εκείνος ήταν 58 ετών και εκείνη μόλις 33. Γνωρίστηκαν το 1961, παντρεύτηκαν το 1971 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, αφού τα τελευταία χρόνια είχε αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα εξαιτίας εγκεφαλικών επεισοδίων, έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιουνίου 1985 στο «Ασκληπιείο» της Βούλας.

Με την τελευταία του σύζυγο αριστερά, Φιλιώ Κεκάτου, και την πρώτη του σύζυγο, Γιούλη Γεωργοπούλου δεξιά, στον γάμο του Δημήτρη Κωνσταντάρα
Ο πατέρας Λάμπρος Κωνσταντάρας
Για το πώς ήταν ως πατέρας ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, είχε μιλήσει ο γιος του, Δημήτρης, σε συνέντευξη στο περιοδικό «People».

«Εγώ δεν είχα πατρικό σπίτι. Είχα μητρικό. Γεννήθηκα στην οδό Αγαθουπόλεως 31, στην Αθήνα, και μετά το διαζύγιο των γονιών μου έμεινα εκεί με τη μητέρα μου, την αδελφή της μητέρας μου και τη γιαγιά μου. Τον πατέρα μου δεν τον θυμάμαι μέσα στο σπίτι, διότι χώρισαν όταν ήμουν μόλις ενάμισι έτους. Ουσιαστικά με μεγάλωσαν η μητέρα μου και η γιαγιά μου. Εβλεπα και τον πατέρα μου, αλλά ο χρόνος του ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος, διότι, εκτός από το θέατρο, εργαζόταν και στο οικογενειακό κοσμηματοπωλείο, στην οδό Βουκουρεστίου, στο Κολωνάκι. Οταν μεγάλωσα, γύρω στα 5-6, ξεκίνησα να πηγαίνω στο θέατρο και να παρακολουθώ και τις δύο παραστάσεις της ημέρας. Εκείνος μου έφερνε πορτοκαλάδες και τυρόπιτες. Ηταν η έξοδός μου», είχε πει ο Δημήτρης Κωνσταντάρας.

«Ενδιαφερόταν για μένα, ρωτούσε για την καθημερινότητά μου, αλλά μετά ξεχνούσε, διότι δεν είχαμε καθημερινή τριβή. Πολλές φορές μου πετούσε μια λέξη στα γαλλικά και μου έλεγε “πού να καταλάβεις εσύ;’’, με εμένα να του εξηγώ πως έκανα ήδη τέσσερα χρόνια γαλλικά. Δεν τσακωνόμασταν ποτέ. Ο ίδιος μου είχε διηγηθεί πως η μοναδική φορά που μου έριξε χαστούκι ήταν επειδή είχα πατήσει ένα κομμάτι ψωμί και ενώ μου είπε να το μαζέψω, εγώ το κλότσησα. Ηταν η πρώτη και η τελευταία φορά που με χτύπησε».

Το μοναδικό πράγμα που έμπαινε ανάμεσά τους ήταν το ποδόσφαιρο. Ο Λάμπρος ήταν ΑΕΚ και ο Δημήτρης Ολυμπιακός: «Είχαμε πάει πολλές φορές μαζί στο γήπεδο. Πήγαινε στην κερκίδα, τσακωνόταν, έβριζε. Τον είχα δει να παίζει ακόμα και ξύλο».