Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 οι δόσεις αποτελούν το κυρίαρχο μέσο συναλλαγής

28.05.2022 / 13:00
All-focus

Ο Εβραίος Ισραήλ Νασαχών υπήρξε ο δάσκαλος του Πετρόπουλου στο εμπόριο και μετά τη συνταξιοδότησή του, του παρέδωσε το μαγαζί.

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΚΟΥΣΤΑ

Η Πάτρα είναι πλούσια σε μικρές ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους, που διαμόρφωσαν όμως τη φυσιογνωμία της, με την επαγγελματική τους ενασχόληση, την θετική τους παρουσία, δίνοντας την σκυτάλη της εμπορικής ηθικής και της αστικής συμπεριφοράς στις νεώτερες γενιές.

Στις αρχές του 1960, μέναμε στην Γούναρη 73, λίγο πιο πάνω από την Αθανασίου Διάκου και καθώς το σπίτι μας ήταν μοδιστράδικο, εγώ ανελάμβανα τα «θελήματα» για την προμήθεια των υλικών, όπως κουμπιά, φερμουάρ, κόπιτσες, ανέμες DMC και κουβαρίστρες. Έτσι γνώρισα τον Χρήστο Πετρόπουλο που είχε το εμπορικό στην γωνία Γούναρη και Αγίου Γεωργίου, ακριβώς απέναντι από το «Παλλάς» που είχα πρωτοδεί κινηματογράφο με τις ταινίες «Ορφανή σε ξένα χέρια» με την Μάρθα Βούρτση και το Ινδικό «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» με την Ναργκίς.

Ο Εβραίος Νασαχών

Το μαγαζί, ήταν του Εβραίου Ισραήλ Νασαχών, (τον έλεγαν για ευκολία Νίκο), που ήταν ένας έμπορος της παλιάς σχολής, τίμιος, έξυπνος και πολύ πειθαρχημένος, όπως τον περιγράφουν, και το κράτησε μέχρι τον Αύγουστο του 1959. Τον αγαπούσε όλη η γειτονιά αλλά, κάθε Μεγάλο Σάββατο τηρούσαν το έθιμο που ήταν να σπάνε μπότηδες έξω από το μαγαζί των Εβραίων, όπως γινόταν και έξω από τα καταστήματα των Ιωχανάδων στην Γεροκωστοπούλου και στη Μαιζώνος.

Ο Νασαχών υπήρξε  ο δάσκαλος του Πετρόπουλου στο εμπόριο. Ο μικρός Πετρόπουλος, το 1948, σε ηλικία 16 ετών πιάνει δουλειά στο μαγαζί, ως βοηθός. Προηγούμενα έχει ξεκινήσει από μικρός τη βιοπάλη στην βιοτεχνία υποδημάτων «Παλούμπη», στο χρυσοχοείο του Παπαθεοδώρου που ήταν Γούναρη και Αθανασίου Διάκου και στο καφενείο του κυρ Γιώργη που ήταν κοντά στο «Παλλάς». Εκεί τον γνωρίζει ο Νασαχών και τον επιλέγει για το εμπορικό του. Μέσα είχε τα ράφια με τα υφάσματα, τις φόδρες και τους χασέδες και τρείς πάγκους με τους ξύλινους πήχεις. Επίσης είχε και κουτιά, πολλά κουτιά με τα υλικά ραπτικής και μοδιστρικής. Μαζί με τον μικρό Χρήστο στο μαγαζί εργαζόταν και η Ελένη Σεϊτανίδου, η οποία παρέμεινε με τον Πετρόπουλο και μετά το 1959, που πλέον πέρασε η επιχείρηση σε αυτόν. Αυτός εκσυγχρονίζει την πρόσοψη, προσθέτοντας βιτρίνες. Και τότε αρχίζει μια περίοδος που αλλάζει σταδιακά το εμπόριο υφασμάτων καθώς εμφανίζονται οι «Νεωτερισμοί» με τα έτοιμα ενδύματα που ήταν οι πρόδρομοι των Boutiques. Κι έτσι ο έμπορος πλέον Πετρόπουλος προβλέποντας την εξέλιξη, μετατρέπει την φυσιογνωμία του καταστήματος σε γενικό εμπόριο με ψυγεία, ραδιόφωνα, ανεμιστήρες, σόμπες, υφάσματα, είδη προικός, βαφτιστικά, ενοικίαση νυφικών, χαλιά, διαδρόμους, δερμάτινα είδη (τσάντες, βαλίτσες, ζώνες, γάντια), ομπρέλες. Και σταδιακά προσθέτει και έτοιμα ενδύματα ανδρικά και γυναικεία όπως και εσώρουχα του εργοστασίου «Λιβαθηνού» και καλσόν «Madison».

Το τεφτέρι με τα βερεσέδια

Βρισκόμαστε αρχές της δεκαετίας του 1960 και οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί βγαίνουν με δυσκολία. Έτσι το τεφτέρι παρακολουθεί τα βερεσέδια, καθώς οι δόσεις είναι το κυρίαρχο μέσο συναλλαγής. Για τις εισπράξεις ο Πετρόπουλος έχει εφαρμόσει δύο μεθόδους: Η μία είναι που έβγαινε τις Κυριακές με το ποδήλατο εντός και εκτός πόλεως και μάζευε από τις γειτονιές τα βερεσέδια και η άλλη αφορούσε τους πελάτες που εργάζονταν σε εργοστάσια. Ήξερε τις ημερομηνίες που πληρώνονταν και περίμενε έξω από την Πειραϊκή-Πατραϊκή, του Μαραγκόπουλου, του Λαδόπουλου, του Κρητικού, την PIRELLI, του Καλογεράκη, του Αναστασόπουλου και την ΒΕΣΟ. Κι επιτόπου γινόταν η εξόφληση της δόσης ενημερώνοντας το τεφτέρι.      

Το κάρο του Παΐζη

Αρχές του 1960 η γειτονιά αυτή, ήταν ο μικρόκοσμός μου με εικόνες, ήχους και καλοσυνάτους μαγαζάτορες που συχνά την έβγαζαν στην πόρτα του μαγαζιού. Κουρείο, ιχθυοπωλείο, ζαχαροπλαστείο, το οπωροπωλείο του Λογαρά και του Μαντέλη λίγο πιο κάτω, οι νεωτερισμοί του Ανδρέα Φραντζή, το φωτογραφείο «Φώτο Λάϊκα» και του «Αντζουλάτου» και το ποδηλατάδικο του «Μανιατόπουλου», ήταν οι εικόνες μου στη ηλικία των 6-8 ετών. Στην γωνία του μαγαζιού, συχνά, είχε στέκι ο Βασίλης Παΐζης με το κάρο του και τον γιό του. Με φωνές διαλαλούσε για το εμπόρευμα που ήταν υαλικά. Και για να αποδείξει την ποιότητα των εμπορευμάτων, έβαζε ένα καρφί στην άκρη του κάρου και κοπάναγε πάνω του ένα γυάλινο ποτήρι για να αποδείξει την ανθεκτικότητά του. Έτσι ήταν η εποχή αυτή, με μαγαζάκια, με πλανόδιους και με καλαμπούρια.

Οι τύποι της Γερμανού

Η Γούναρη ήταν βασικός δρόμος που ανηφόριζαν οι διάφοροι τύποι, μετά το σεργιάνι τους στο κέντρο της πόλης. Και οι μαγαζάτορες τους περίμεναν καθώς αποτελούσαν μέρος την διασκέδασής τους. Ο Μπιλίρης με το ακορντεόν του βασικός και καθημερινός επισκέπτης, ο Αποσχίτης η «ΑΣΕ ΜΕ» όπως το έλεγαν γιατί έτσι απαντούσε στα επίμονα πειράγματα. Ο «κατά τα έργα σου», που έβριζε ασύστολα, όταν μεθυσμένος τύφλα, ανέβαινε τρεκλίζοντας την Γούναρη και ο Νιόνιος ο Σκάνταλος που παρίστανε το πολυβόλο και φώναζε «τα-τα-τα» που ήταν το χούϊ του, από την εποχή του πολέμου. Και βέβαια οι μόνιμοι, όπως ο Θανάσης ο Δεκάρας, η Κούλα η πλανιδού και ο κοκομαϊας αγκαζέ με την μάνα του.

Το 1992 το μαγαζί έκλεισε, ο Χρήστος Πετρόπουλος βγήκε στην σύνταξη και δεν υπήρχε συνεχιστής καθώς το εμπόριο άλλαζε μορφή με γρήγορους ρυθμούς και πέρναγε σταδιακά στην νέα εποχή.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Νεολόγος” των Πατρών

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα