Πάτρα: Περιμένοντας (από τον Σεπτέμβριο) την επιστροφή των φοιτητών | dete

Πάτρα: Περιμένοντας (από τον Σεπτέμβριο) την επιστροφή των φοιτητών

Παράθυρα κατεβασμένα. Μπαλκονόπορτες ερμητικά κλειστές. Και στις εισόδους των πολυκατοικιών, συσσωρευμένοι λογαριασμοί παντός είδους συνοδεύουν ανεξόφλητα κοινόχρηστα.

Αυτό είναι το σκηνικό ερήμωσης που έχει στηθεί σε πολλά ακίνητα μετά από την πρόωρη αποχώρηση των χιλιάδων φοιτητών που φιλοξενεί η Πάτρα και αποτελούν γι’ αυτήν μια αξιοσημείωτη οικονομική πηγή, αν όχι τη μεγαλύτερη.

Το κλείσιμο των πανεπιστημιακών σχολών και αυτών του ΑΤΕΙ, υπό το φόβο της διασποράς του κορωνοϊού, ήταν ένα επιπρόσθετο οικονομικό πλήγμα για την αχαϊκή πρωτεύουσα. Καθώς μετά από την αποβιομηχάνιση της, τη δεκαετία του 1990, η Πάτρα δεν έχει συγκεκριμένο οικονομικό προσανατολισμό, σημαντικό μέρος της οικονομίας της στηρίζεται πλέον στους φοιτητές. Χωρίς ίχνος υπερβολής, μια ολόκληρη πόλη περιμένει από τους φοιτητές να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, είτε με κάποιο νοίκι είτε βγάζοντας το μεροκάματο. 

Και ήταν που ήταν στραβό το οικονομικό κλήμα, με το «σκάσιμο» του κορωνοϊού και την πρόωρη αποχώρηση των φοιτητών στράβωσε περισσότερο, κόβοντας τα πόδια πολλών. Γιατί, απλούστατα, εξαρτώνται οικονομικά από την παρουσία τους.      

 «Έφυγαν και οι φοιτητές και στην Πάτρα “νέκρωσαν” τα πάντα», έλεγε χαρακτηριστικά τις προάλλες συνταξιούχος σε φίλο του, στην πλατεία Αγίας Σοφίας. Προφανής διαπίστωση, καθώς ακόμη και μετά από την άρση της καραντίνας το κενό που έχει αφήσει πίσω του ο φοιτητόκοσμος είναι κάτι παραπάνω από ορατό. Δεν περνάει απαρατήρητο ούτε απ’ αυτούς που δεν κερδίζουν ή δεν περιμένουν να κερδίσουν τίποτα από τους φοιτητές. 

Για τον Θεόδωρο Τσόγκα, ιδιοκτήτη φούρνου στην περιοχή, η απουσία τους συνεπάγεται και μια αισθητή οικονομική απώλεια, όπως άλλωστε και για όλους τους επαγγελματίες που επωφελούνται από την ύπαρξη τους. «Για εμάς, οι φοιτητές είναι πηγή ζωής» αναφέρει χαρακτηριστικά. Άλλωστε, η Αγία Σοφία είναι μια από τις περιοχές της Πάτρας που προσελκύουν φοιτητόκοσμο, κυρίως λόγω της εύκολης πρόσβασης που προσφέρει στη συγκοινωνία για το Πανεπιστήμιο.

Μια τυρόπιτα, ένα κουλούρι ή κάτι άλλο πρόχειρο για πρωινό στο πόδι, είναι αυτά που αγοράζουν συνήθως φοιτητές από τον φούρνο του Τσόγκα, πριν κατευθυνθούν στη στάση της Πανεπιστημίου για να πάρουν το  λεωφορείο. Από τον Μάρτιο, η εικόνα αυτή έχει εκλείψει.  

Με το καλοκαίρι να είναι προ των πυλών και τους φοιτητές να μην αναμένεται να επανέλθουν, εφόσον πάμε για εξεταστικές εξ αποστάσεως, η προσδοκία για μια σχετική αναθέρμανση της τοπικής οικονομίας μετατοπίζεται πια για τον Σεπτέμβριο, οπότε Θεού θέλοντος και κορωνοϊού επιτρέποντος θα έχουμε επιστρέψει στην κανονικότητα.

Είναι τότε που οι εισαγόμενοι, πρωτοετείς, φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Πατρών και στο ΑΤΕΙ θα εμφανιστούν (κι αυτοί) συνοδευόμενοι από τους γονείς τους στους δρόμους της πόλης, αναζητώντας την ιδανική στέγη στο μικρότερο δυνατό οικονομικό κόστος. Μόνο που τούτη τη φορά  θα αναμένονται  από πολλούς, πώς και πώς, με μεγαλύτερη ακόμη προσμονή.

Όμως, όλοι όσοι αναμένουν να πάρουν ένα μερίδιο από την εν λόγω πίτα θα πρέπει να χαμηλώσουν και τον πήχη των προσδοκιών τους. Εάν καταφέρουν να το πάρουν θα πρόκειται μάλλον για… ψίχουλο, εφόσον με την οικονομική ύφεση που επιφέρει η πανδημία  του κορωνοϊού ο προϋπολογισμός των οικογενειών (και) για τις σπουδές των παιδιών τους θα έχει μειωθεί περαιτέρω δραματικά.

Ήδη το «σφίξιμο» στη φοιτητική ζωή έχει επέλθει από τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, γεγονός επίσης  αναμφισβήτητο. Τώρα, τα πράγματα θα δυσκολέψουν περισσότερο. 

Ακόμη κι έτσι, όμως, η παρουσία των φοιτητών δεν παύει να τονώνει οικονομικά την Πάτρα. Έστω και σε μικρότερο βαθμό, εξακολουθούν να αποτελούν μια ανεκτίμητη κινητήρια δύναμη για την οικονομία της.   

 

Ξοδεύουν λιγότερα, αγοράζουν λιγότερα

Οι περισσότεροι φοιτητές δεν ξοδεύουν πια όσα ξόδευαν στο παρελθόν και τη βγάζουν με τα απολύτως απαραίτητα. Το λεωφορείο και ο προαστιακός έχουν αντικαταστήσει το ταξί, ενώ τα ταπεράκια με τα μαγειρεμένα φαγητά από την πατρική εστία, εάν κι εφόσον η απόσταση το επιτρέπει, έχουν πάρει τη θέση των προσφερόμενων γευμάτων από τα ταχυφαγεία και τα πάσης φύσεως μαγαζιά εστίασης.

Ο Τσόγκας το βλέπει αυτό και από την κίνηση στο μαγαζί του, απ’  όπου λιγότεροι φοιτητές αγοράζουν λιγότερα.

«Κάποτε οι φοιτητές έμπαιναν μέσα και έπαιρναν διάφορα χωρίς να ρωτούν την τιμή τους. Τώρα, τους βλέπεις να σε ρωτούν “πόσο κάνει αυτό, πόσο κάνει εκείνο”», λέει και δείχνει να αναπολεί τα χρόνια που οι φοιτητές μεγάλωναν εντυπωσιακά τον τζίρο του.     

 

 

Διονύσης Ζακυνθινός