Ανοιξιάτικη βόλτα στα Ταμπάχανα

21.04.2024 / 16:30
All-focus

Β’ Μέρος

με την υπογραφή του Θανάση Κούστα

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Όταν πήγαινα στα Ταμπάχανα, έμπαινα σε έναν άλλο κόσμο από αυτόν που ζούσα στο κέντρο της πόλης. Οι εικόνες της γειτονιάς, η αγορά με τα μαγαζιά, το παιχνίδι στις αλάνες και τα χωράφια με τις τσουκνίδες συνιστούσαν έναν ακόμη παράδεισο των παιδικών μου χρόνων. Κι όπως είπα στο προηγούμενο ο προορισμός μας ήταν η ταβέρνα του Κρίκη, που ήταν ο Παππούς του ξαδέρφου μου του Θάνου, που με περίμενε για παιχνίδια και ξενάγηση στα άδυτα των Ταμπαχάνων.

Ο φούρνος του Χαρίση βρισκόταν ανάμεσα στο μπακάλικο του Λιόλιου και το ψαράδικο της «ψαρούς», όπως την έλεγαν οι γειτόνοι. Ο μπακάλης (έλεγαν ότι) είχε ιδιαίτερα και περίεργα γούστα, όπως και η «ψαρού», που ήταν γνωστή σε όλη τη γειτονιά γι’ αυτό. Και οι μεγάλοι κλείνανε το μάτι με νόημα… Ανηφορίσαμε στη Μεσσάτιδος, αφού περάσαμε από την ασβεσταριά του Κολίνου, που ήταν ακριβώς στη γωνία, και μπήκαμε στην ταβέρνα από την αυλή, που ήταν στο πίσω μέρος. Η πίσω αυλή είχε στη μέση μια μεγάλη μουριά για δροσιά τα καλοκαιρινά απόβραδα, και στο βάθος ένα περιβολάκι, δίπλα στο κοτέτσι. Μυρωδιές έβγαιναν από τον κόκκινο ριγανάτο πατσά και τους γίγαντες, που μαγείρευε για τους βραδινούς πελάτες. Συνήθως, μαγείρευε ένα μόνο φαγητό, αλλά η ερχόμενη Κυριακή ήταν των Βαΐων και η τήρηση της νηστείας ήταν υποχρεωτική και σεβαστή για αρκετούς πελάτες. Έτσι, προσέφερε εναλλακτικά και τους γίγαντες.

Τα Ταμπάχανα ήταν η αγαπημένη μου βόλτα και για έναν άλλο λόγο, γιατί είχε πολύ παιχνίδι. Το απόγευμα με τον ξάδερφο ανηφορίσαμε για μπάλα στην αλάνα με το περίεργο όνομα «Γουλί». Πολλά παιδιά και μια μπάλα πέτσινη, φαγωμένη, με ένα «βυζί» ροζ πεταχτό, που την υποχρέωνε να αλλάζει κατεύθυνση σε κάθε χτύπημα. Σαν μικρότερος και βολικός που ήμουνα, με έβαλαν αμέσως στο τέρμα, ανάμεσα σε δύο μεγάλες πέτρες κι εκεί έμεινα μέχρι το τέλος του παιχνιδιού.

Προτού να πέσει ο ήλιος, το παιχνίδι συνεχίστηκε με διαφορετικό θέμα. Στο καμίνι του Γιαννακόπουλου, ανάμεσα σε τούβλα και χώματα, στήθηκε ο «πόλεμος». Ξύλινα σπαθιά και ασπίδες από ανοιγμένο ντενεκέ και ιδανικές κρυψώνες στο άβατο του καμινιού. Δεν παίζαμε όλοι τον «πόλεμο» και έτσι ο ξάδερφός μου συνέχισε την ξενάγησή μου στον μαγικό κόσμο των Ταμπαχάνων. Πιο πάνω ήταν τα Κουβεριανέικα. Απέναντι, έξω από το σπίτι του, ήταν το ποδήλατο του κυρ Κώστα του Ρώσου, με το οποίο πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, έπαιρνε την πίεση και έκανε ενέσεις, γιατί ήταν νοσοκόμος. Δίπλα ήταν και ένα άλλο ποδήλατο, ιδιοκτήτης του ο κυρ Αρίστος ο ταχυδρόμος. Μουσικές παράξενες έβγαιναν από τα παράθυρα. Ο Φίλιππος Καρμακόλιας με το κλαρίνο του έκανε πρόβες, ετοιμαζόταν για τα καλοκαιρινά πανηγύρια και οι μελωδίες αγκάλιαζαν όλη τη γειτονιά. Ο Καρμακόλιας, εκτός από τα πανηγύρια, συμμετείχε και σε κομπανίες, όπως αυτή του Φωτάκια, που εμφανιζόταν στη Ζούγκλα του Πίνδαρου. Τη μουσική βραδιά από τα παράθυρα των Ταμπαχάνων συμπλήρωνε ο ήχος από το βιολί του Κωστόπουλου, που κι αυτός έκανε πρόβες για τον ίδιο λόγο. Πιο ψηλά υπήρχε και ένα καφενείο που, εκτός από τον καφέ, ήταν γνωστό και για άλλους λόγους. Οι μεγαλύτεροι της παρέας έλεγαν κάτι για δύο παράγκες στο πίσω μέρος, αφού ακόμη και καραβίσιοι από το λιμάνι έφταναν μέχρι εδώ. Εγώ κάτι καταλάβαινα αλλά όχι απόλυτα. Το σίγουρο όμως είναι πως κάθε φορά που πήγαινα στα Ταμπάχανα ένιωθα ότι είμαι μεγαλύτερος, με καινούριες εικόνες, νέες ιστορίες και φυσικά νέες λέξεις στο λεξιλόγιό μου.

Μόλις νύχτωσε για τα καλά φύγαμε γρήγορα, γιατί δίπλα από το καμίνι ήταν το στενό του Σπανού και εκεί -όπως έλεγαν οι μόρτες της παρέας- κάποιοι νυχτερινοί τύποι καπνίζανε περίεργα τσιγάρα. Ο Σπανός δεν είχε καθόλου τρίχες, κακομούτσουνος και με το μπαστούνι του, ήταν το φόβητρο των πιτσιρικάδων. Μερικές φορές ο ξάδερφος με πήγαινε γύρω από το τετράγωνο, όπως και τώρα, και από την Ομήρου ανηφορίσαμε στη Ζωοδόχου Πηγής. Ο λόγος είναι ότι η θεία του, που έμενε στη γωνία, μας ξεναγούσε απέναντι, στον μαγικό κόσμο του εργαστηρίου παραγωγής λουκουμιών και ζαχαρωδών του Σκιαδαρέση. Η ξενάγηση συμπεριλάμβανε και κέρασμα, καθώς μας γέμιζε τις τσέπες με καραμέλες-αστακούς. Στο τύλιγμα της καραμέλας του Σκιαδαρέση, που γινόταν με το χέρι, συμμετείχε όλη η γειτονιά, εξασφαλίζοντας έτσι και το σχετικό εισόδημα. Η ξενάγηση και το παιχνίδι είχε ως κατάληξη το σπίτι του ξαδέρφου, όπου μας περίμενε μια ευωδιαστή χοντρομπίγουλη. Ήταν συνηθισμένο φαγητό τη σαρακοστή και υποχρεωτικό, χωρίς λάδι, τη Μεγάλη Παρασκευή. Το έχω ξαναπεί και θα το πω και πάλι. Η Μεγάλη Παρασκευή εκείνων των χρόνων έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου για τρεις λόγους:

-για την μπάντα του Δήμου, που συνόδευε τον επιτάφιο με τη σύνθεση του μαέστρου Θ. Κάββουρα, το πένθιμο εμβατήριο «Marcia Funebre Lacrimosa»,

-για τις ταινίες «ο Βασιλεύς των Βασιλέων» και «Η Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου», που βλέπαμε από το πρωί δύο και τρεις φορές συνέχεια στο ΡΕΞ, Γούναρη και Κανακάρη, και

-για την ορφανή (χωρίς λάδι) χοντρομπίγουλη με ντομάτα.

Φεύγοντας από την ταβέρνα, συναντηθήκαμε με τον γαλατά, που με το γαϊδουράκι του, φορτωμένο δεξιά και αριστερά με δοχεία γάλα, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι με το κατσαρολάκι του για διανομή. Τις περισσότερες φορές, φεύγοντας από τα Ταμπάχανα, περνούσαμε και από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για ένα κεράκι. Εγώ ήθελα να πηγαίνω, γιατί χάζευα τον παπά, που είχε λίγες τρίχες στο γένι και τον λέγανε οι Ταμπαχανιώτες «εξηντατρίχη». Αλλά τώρα ήταν αργά και έτσι φύγαμε κατευθείαν για το σπίτι.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

πρωτοσέλιδα