Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα: Ένα έγκλημα πολέμου χωρίς τιμωρία

13.12.2020 / 15:37
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
Raou

Του Διονύση Ζακυνθινού

Ήταν 18 Απριλίου του 2000. Ο τότε Γερμανός πρόεδρος Γιοχάνες Ράου επισκέφθηκε τα Καλάβρυτα, προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στα θύματα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.

Όσοι δημοσιογράφοι σπεύσαμε στη μαρτυρική πόλη, είχαμε (όπως αποδείχθηκε, αργότερα) μεγάλες προσδοκίες για την έκβαση αυτής της επίσκεψης.

Πληροφορίες ανέφεραν ότι ο Γερμανός πρόεδρος επρόκειτο να γονατίσει στη Ράχη του Καππή και να ζητήσει συγνώμη για λογαριασμό του γερμανικού έθνους.

Αλλά αυτό δεν έγινε. Ο Γιοχάνες Ράου, έχοντας στο πλευρό του τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, αρκέστηκε στην κατάθεση στεφάνου, δηλώνοντας ότι αισθάνεται «θλίψη και ντροπή» για το έγκλημα που διαπράχθηκε.           

Όμως, ακόμη κι έτσι, η επίσκεψη του  Γερμανού προέδρου στα Καλάβρυτα ήταν ένα ιστορικό γεγονός με υψηλή συμβολική σημασία.

Ακολούθησε το ταξίδι μιας ομάδας νέων από τα Καλάβρυτα στην πόλη Βόλφσμπουργκ της Γερμανίας. Η ιδέα ήταν του Γιοχάνες Ράου που είχε επισημάνει ότι ευελπιστεί πως «η επίσκεψη αυτή θα αποτελέσει απαρχή μιας αλυσίδας επαφών μεταξύ Ελληνόπουλων και Γερμανών νέων, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος προς μέλλον».

Και σε ό, τι αφορά την επίσκεψη του στη μαρτυρική πόλη, μίλησε για τα Καλάβρυτα «ως αντιπροσωπευτικό χώρο οδύνης
της περιόδου εκείνης, που γνώρισαν επίσης η Κρήτη και άλλες περιοχές της Ελλάδας».

Επιπλέον, επεσήμανε: «Θεωρώ εξαιρετική χειρονομία την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου στο πλευρό μου, στον τόπο του μαρτυρίου. Οι
Ελληνίδες και οι Έλληνες απέδειξαν μετά τον Πόλεμο ότι διατηρούν τη σπάνια αρετή, που στους “Πέρσες” του ο Αισχύλος,­ αγωνιστής ο ίδιος στον Μαραθώνα, ­
αντιμετώπισε βλέποντας τους ηττημένους όχι με πνεύμα εκδίκησης, αλλά συμπόνιας απέναντι στο δικό τους άλγος. Δεν μπορούν να λησμονήσουν φυσικά οι σημερινοί Έλληνες, αλλά γνωρίζουμε πώς συμπεριφέρθηκαν απέναντί μας μετά τον Πόλεμο.
Προσκάλεσαν πρώτοι αυτοί πολύ νωρίς, στα 1956, τον τότε Γερμανό πρόεδρο Τέοντορ Χόις να επισκεφθεί την Ελλάδα, ενώ θα ήταν φυσικό η πρόσκληση να είχε έρθει από ουδέτερες χώρες. Και από τις πολλές χώρες που κατακτήθηκαν από τους Γερμανούς στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα καταδίωξε τους λιγότερους Γερμανούς. Αυτά δεν θα ξεχαστούν. Πέρασαν στην Ιστορία. Απεδείχθη η βαθύτατη ανθρωπιά του λαού αυτού και οι δημοκρατικές του ρίζες, από τα χρόνια που αποτέλεσε το πρώτο ευρωπαϊκό έθνος μέχρι σήμερα».

Μια φωνή αυτοκριτικής

Πάντως, σημασία έχει το γεγονός ότι κατά καιρούς δεν έχουν λείψει και οι γερμανικές φωνές που επισημαίνουν ότι δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη για ένα φρικτό έγκλημα πολέμου.

Σε άρθρο του, με τίτλο «Ατιμώρητο μέχρι και σήμερα το μακελειό στα Καλάβρυτα, ο Γερμανός δημοσιογράφος και ιστορικός Έμπερχαρντ Ρόντχολτς, αφού εξιστορεί τα γεγονότα, σημειώνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Όσον αφορά τη διαχείριση του παρελθόντος τα Καλάβρυτα είναι σήμερα διχασμένα. Αυτό φάνηκε και κατά την επίσκεψη του τότε γερμανού Προέδρου Γιοχάνες Ράου το 2000, ο οποίος είχε εκφράσει μεν τη θλίψη και τη ντροπή του, ωστόσο ούτε ζήτησε συγνώμη, ούτε αναφέρθηκε στο θέμα των αποζημιώσεων. 

Πέρα, όμως, από μια σειρά πρωτοβουλιών αρωγής στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών, μέχρι και σήμερα (οι αποζημιώσεις) ουσιαστικά δεν δόθηκαν. Ο γενικότερος στόχος, όπως έχει διατυπωθεί από αξιωματούχο του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, «με την πάροδο του χρόνου να επιτευχθεί η αποδυνάμωση ή παραγραφή αξιώσεων των άλλοτε αντιπάλων μας».

Μέχρι σήμερα όμως ο στόχος αυτός δεν έχει επιτευχθεί, σύμφωνα με τον αρθρογράφο: «Μέχρι και σήμερα η Ένωση Θυμάτων Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος δεν έχει αποσύρει τις αγωγές αποζημίωσης. Τον Ιούνιο του 2005 ο δήμαρχος Καλαβρύτων Θανάσης Παπαδόπουλος να τιμήθηκε με τον Ομοσπονδιακό Σταυρό Αξίας για τη διάθεση συμφιλίωσης που επέδειξε. Ωστόσο, όταν η γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα έγραψε στην ιστοσελίδα της ότι (ο Θ. Παπαδόπουλος) ήταν διατεθειμένος να αποσύρει την αξίωση αποζημιώσεων, ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις οργισμένες διαμαρτυρίες μεγάλου αριθμού συμπολιτών του και αναγκάστηκε να προχωρήσει σε κατηγορηματική διάψευση. H σφαγή των Καλαβρύτων παραμένει ανοιχτή πληγή και συμβολίζει μέχρι και σήμερα εκατοντάδες παρόμοιων, διαπραχθέντων στην Ελλάδα, εγκλημάτων, από το Δίστομο μέχρι την Κάνδανο».

Το χρονικό των γεγονότων που οδήγησαν στη σφαγή

 Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των Γερμανών κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά από την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και 78 αιχμαλωτίστηκαν.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο γερμανός στρατηγός Καρλ φον Λε Ζουίρ, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφτασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο.

 Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους.

Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Δεν λογοδότησε κανείς

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη.

Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών.

Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ΄ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα