ΕΕΜΥΥ: «Γιατί η πανδημία πρέπει να αντιμετωπιστεί έξω από τα νοσοκομεία»

01.11.2020 / 11:07
Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Δεν βρηκατε αυτο που ψαχνετε;

Roermond, Netherlands - May 19. 2020: View on feet of one person between do not cross tapes and blue markings to keep distance at shop entrance in corona crisis

Η μονομερής -και εστιασμένη αποκλειστικά στη διαχείριση των εφεδρειών των νοσοκομείων- αντιμετώπιση της πανδημίας, δεν εξασφαλίζει την πρόθυμη συνεργασία του πληθυσμού, γεγονός το οποίο αναμένεται να φανεί στους επόμενους δύσκολους μήνες, υποστηρίζει σε άρθρο του με αφορμή τις εξαγγελίες των νέων μέτρων από την κυβέρνηση, η Ελληνική Εταιρεία Management Υπηρεσιών Υγείας (ΕΕΜΥΥ).

Η διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού είναι πολύπλευρο κοινωνικό και όχι μόνο νοσοκομειακό ζήτημα, αναφέρει -μεταξύ άλλων- σε άρθρο του ο πρόεδρος της ΕΕΜΥΥ, Γιώργος Στάθης, ο οποίος επισημαίνει ότι το δεύτερο κύμα της εξάπλωσης του SARS-CoV-2 βρήκε την κοινωνία σε κόπωση και με ενδείξεις αντίδρασης σε μακροχρόνιους περιορισμούς.

Ο κ. Στάθης τονίζει ότι, αντί της αμιγώς και μονοσήμαντης ιατρικής προσέγγισης του προβλήματος απαιτείται πλέον διεπιστημονική συνεργασία με τη συμμετοχή και άλλων ειδικοτήτων, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη επικοινωνιακή προσέγγιση του πληθυσμού και η μεγαλύτερη συναίνεση και συμμόρφωσή του.

“Οι μακροχρόνιες απαγορεύσεις χωρίς κοινωνική συναίνεση είναι πιθανό να πυροδοτήσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις κάθε μορφής, διότι δεν ζούμε στην Νοτιοανατολική Ασία”, τονίζει χαρακτηριστικά.

ΕΕΜΥΥ: Που οφείλεται η επιτυχής αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας την άνοιξη

Σύμφωνα με την ΕΕΜΥΥ, στους συντελεστές της επιτυχούς έκβασης της πρώτης φάσης της πανδημίας καταγράφονται: η έγκυρη επιδημιολογική διάγνωση, η ταχεία επεξεργασία διαδικασιών και κάλυψη των υλικοτεχνικών ελλείψεων και ο ευσυνείδητος επαγγελματισμός και η ενσυναίσθηση του νοσοκομειακού προσωπικού.

“Ουσιαστικά, η θετική έκβαση διαμορφώθηκε έξω και πριν τα νοσοκομεία, με βασικό συντελεστή την αυτοσυγκράτηση των πολιτών και την πειθαρχία στα πρόσκαιρα περιοριστικά μέτρα, με μείωση των διαπροσωπικών επαφών κατά 86%. Το ΕΣΥ ετοιμάστηκε, κατά το δυνατόν, αλλά δεν δοκιμάστηκε”, αναφέρεται.

Ωστόσο, εάν αφήσουμε στην άκρη τις μεγάλες οικονομικές συνεπέπειες του lockdown, η λήξη της καραντίνας αποκάλυψε την κόπωση της κοινωνίας, που επέστρεψε ορμητικά στις παλιές, ευχάριστες συνήθειες.

“Οι ενδείξεις απροθυμίας συναίνεσης σε μακροχρόνιους περιορισμούς ήταν σαφείς, όπως και η επίδραση των θεωριών συνωμοσίας και της έλλειψης πειστικής ενημέρωσης του πληθυσμού. Διαπιστώθηκε επίσης υστέρηση σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως οι αστικές συγκοινωνίες, η λήψη αυστηρών μέτρων πρόληψης της υπερμετάδοσης του ιού σε χώρους κλειστής διαβίωσης κ.λπ. Φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε επαρκώς καλά, γι’ αυτό είχαμε σημειώσει ότι, στην περίπτωση της πραγματικής δοκιμασίας, θα είναι αναπόφευκτη η ανάδυση των αδυναμιών του κράτους, και όχι μόνο στον τομέα υγείας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα”, τονίζει στο άρθρο του ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας.

Τι συμβαίνει τους τελευταίους μήνες

Μετά την σταδιακή αναστολή των περιοριστικών μέτρων του lockdown τον Μάϊο και μέχρι σήμερα, σημειώνει ο κ. Γιώργος Στάθης, η αντιμετώπιση της πανδημίας στηρίχθηκε “στη μονοσήμαντη «ιατρική» θεώρηση του προβλήματος. Δεν επιδιώχθηκε η διεπιστημονική συνεργασία, που είναι αναγκαία σε καταστάσεις καθοριζόμενες κυρίως από την κοινωνική συμπεριφορά. Αντί μιας αμιγώς ιατρικής 31μελούς επιτροπής, θα ήταν χρήσιμη η παρουσία στους κόλπους της και ψυχολόγου, κοινωνιολόγου, επικοινωνιολόγου, νομικού, συγκοινωνιολόγου, εκπαιδευτικού κ.λπ., ώστε να εκπονηθεί ένα αποτελεσματικό σχέδιο αντιμετώπισης της Covid-19 κυρίως στην κοινότητα και να μη δοθεί η εντύπωση ότι η βασική γραμμή άμυνας είναι τα νοσοκομεία. Να σημειωθεί επίσης η ανάγκη ύπαρξης ενός τεχνοκράτη επαγγελματία manager, διότι οποιοδήποτε σχέδιο χρειάζεται και τον ειδικό που θα το υλοποιήσει”, τονίζει.

Παράλληλα, το ΕΣΥ συνέχισε να ετοιμάζεται, καθώς αντιμετωπίστηκε η πανδημία ως «νοσοκομειακό» ζήτημα. Η βαρύτητα δόθηκε μονομερώς στην αύξηση των ειδικών κλινών και κλινικών, στη χωρητικότητα των ΜΕΘ και στην (όποια) ενίσχυση των ΤΕΠ. “Ο πληθυσμός έλαβε το επαναλαμβανόμενο μήνυμα ότι πρέπει να προσβλέπει στα νοσοκομεία και φυσικά στα ΤΕΠ στα οποία προσέρχονται (κυρίως υποτιθέμενα ή πιθανά) περιστατικά κορωνοϊού, ακόμη και σε ποσοστό 90% του συνόλου!”

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την ΕΕΜΥΥ, δεν υπήρξε ενδιαφέρον για την ταχεία ενεργοποίηση των δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας που μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στη διαγνωστική, θεραπευτική και κατ’ οίκον αντιμετώπιση μεγάλου αριθμού περιστατικών. “Είναι λάθος να έχει η ΠΦΥ –ακόμη και στην περίπτωση μιας πανδημίας- ρόλο τροχονόμου προς τα νοσηλευτικά ιδρύματα. Αλλά αυτή είναι μια από τις μεγάλες δυσλειτουργίες, που επιβάλουν την «επανίδρυση» του ΕΣΥ”, σημειώνει στο σχόλιό του ο συγγραφέας του άρθρου.

“Δεν συγκρατήθηκε η διασπορά στα νοσοκομεία”

Ένα άλλο ζήτημα που σημειώνει η ΕΕΜΥΥ είναι οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν στα νοσοκομεία. Προκύπτει ότι υπήρξε ταχύρρυθμη εκπαίδευση του προσωπικού όλων των κλάδων και ειδικοτήτων στην αντιμετώπιση της Covid-19, όπως αναφέρεται.

“Επιπλέον, δεν εξασφαλίστηκε η δραστική αποφυγή των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και η προστασία του προσωπικού. Έτσι, η συνεχής επέκταση των κλινικών υποδομών για την πανδημία και η αθρόα προσέλευση πολιτών, (δικαίως ή αδίκως), συνοδεύεται σήμερα από την απουσία ευάριθμου, αναγκαστικά σχολάζοντος, ασυμπτωματικού και νοσούντος ιατρονοσηλευτικού προσωπικού. Ενός έμπειρου δυναμικού, που δεν μπορεί να υποκατασταθεί εύκολα, στη διάρκεια της πανδημίας”.

Ο κ. Στάθης σημειώνει ότι τα παραπάνω ζητήματα κρίνονται ως ιδιαίτερα σοβαρά, ειδικά εάν ο ιός πράγματι μεταλλάσσεται γενετικά και αναμένονται νέα, συνεχόμενα κύματα επιθέσεων.

“Πρέπει να δοθεί βάρος στην πειστική ενημέρωση και πρόθυμη συνεργασία του πληθυσμού, αφενός διότι είναι ανέφικτη η υγειονομική αστυνόμευση κάθε γειτονιάς και κάθε πολυκατοικίας, αφετέρου διότι οι μακροχρόνιες απαγορεύσεις χωρίς κοινωνική συναίνεση είναι πιθανό να πυροδοτήσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις κάθε μορφής, διότι δεν ζούμε στην Νοτιοανατολική Ασία”, τονίζει ο Γιώργος Στάθης.

Και συμπληρώνει ότι πρώτα πρέπει να πεισθεί η πολιτεία, ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας είναι εξωνοσοκομειακή υπόθεση πειθούς και να δραστηριοποιηθεί διεπιστημονικά προς αυτή την κατεύθυνση. “Διότι τα πάσης φύσεως lockdown είναι αδύνατο να επαναλαμβάνονται κάθε 2-3 μήνες, ενώ τα νοσοκομεία (πρέπει να) είναι η τελευταία και όχι η μόνη γραμμή άμυνας”, καταλήγει.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα