Βόλτα στον Άγιο Διονύση – Στην συνοικία που κατοικούσαν κυρίως οι απόγονοι των ποπολάρων

13.11.2021 / 14:33
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
koustas

Με την υπογραφή του Θανάση Κούστα

 Ήταν συχνές οι βόλτες στην συνοικία του Αγίου Διονυσίου, σε απογευματινές επισκέψεις σε μία θειά μας από τη Ζάκυνθο, η οποία έμενε στον επάνω όροφο ενός διώροφου γωνιακού σπιτιού στο πίσω μέρος της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου, γωνία Ηπείρου με Τοφάλου (τον κάθετο δρόμο που ήταν η βρύση του Κοκάλα), απέναντι σχεδόν από το καφενείο του Βαζούρα.

Έμενε δηλαδή στην καρδιά της συνοικίας του Αγίου Διονυσίου, όπου κατοικούσαν κυρίως απόγονοι των ποπολάρων των νησιών του Ιονίου. Όπως επίσης και απόγονοι Μπαρέζων και Ναπολιτάνων ψαράδων, που βρήκαν αποκούμπι στη συνοικία αυτή, ειδικότερα μετά το 1830. Αργότερα προστέθηκαν οι κυνηγημένοι επαναστάτες του Γαριβάλδη, αξιωματικοί και στρατιώτες, που βρήκαν προστασία ανάμεσα στα στενά μεταξύ Νόρμαν και Καρόλου. Αρκετοί δε, από αυτούς έκαναν οικογένεια και έμειναν μόνιμα στην Πάτρα. Αυτή ήταν και η αφορμή που στη συνοικία αυτή κατοίκησαν Επτανήσιοι και κυρίως Ζακυνθινοί.

Ένα απόγευμα του Ιουνίου το 1963

Εκείνο το απόγευμα, αρχές Ιουνίου του 1963, κατηφορίσαμε την Κολοκοτρώνη μέχρι την πλατεία Όλγας και στρίψαμε δεξιά στη Μαιζώνος. Όμορφη η πλατεία και γύρω – γύρω σπίτια αρχοντικά, διώροφα και τριώροφα.

Στη γωνία ήταν το ποδηλατάδικο των «Αφών Ιωάννου» και μετά, στη γωνία με τη Σατωβριάνδου, το Στρούμπειο σχολείο με τη μεγάλη πόρτα. Το Αρσάκειο στα δεξιά μας και, μετά την οδό Βίλερμιν, ήταν η περιοχή που άρχιζε να αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στα αριστερά μας ήταν η γεμάτη βαρέλια ταβέρνα του Έρδα, που ήταν από το Δρέπανο. Η θεία μου, άφησε την πεντακοσάρα μπουκάλα να τη γεμίσει με μοσκούδι, για να την πάρουμε στην επιστροφή.

Πιο πέρα, ήταν η βιοτεχνία κατασκευής κομβίων του Φάνη Μπούρα. Ράφια, μηχανές, πάγκοι, κούτες και κουτάκια, εργαζόμενοι, όλα σε ένα καλοστημένο σκηνικό, δούλευαν ασταμάτητα. Στη γωνία δεξιά ήταν το ποδηλατάδικο του Μπαλού, που νοίκιαζε ποδήλατα και μηχανάκια ZUNDAP, τα οποία δοκίμαζαν και έκαναν τρομερό θόρυβο.

Τα λιγοστά αυτοκίνητα που είχαν για προορισμό την Αθήνα πέρναγαν από τη Μαιζώνος, έστριβαν στην Καρόλου και μετά αριστερά στην Κορίνθου. Ο θόρυβος από τα φορτωμένα φορτηγά ήταν τρομακτικός και ανυπόφορος, καθώς μόλις πλησίαζαν για να στρίψουν στην ανηφόρα της Καρόλου, κατέβαζαν ταχύτητα και έβαζαν πρώτη, με αποτέλεσμα να τρίζουν πολύ δυνατά, αλλά μαζί να τρίζουν και όλα τα τζάμια των σπιτιών.

Έλεγαν, ότι η γειτονιά αυτή είναι αριστοκρατική, γιατί εκεί έμεναν σταφιδέμποροι, δικηγόροι και γιατροί. Ωραία σπίτια, περιποιημένα, με μπαλκόνια περίτεχνα και μαρμάρινα φουρούσια. Πόρτες ξύλινες με σκαλιστούς ταμπλάδες, που ήταν στολισμένες με καλογυαλισμένα από το brasso μπρούντζινα ρόπτρα, και φρεσκοβαμμένα παραθυρόφυλλα, που κατέληγαν σε σκαλιστά ακροκέραμα.

Πίσω από τα σπίτια που βλέπαμε στην Καρόλου, ήταν αλάνες και χωράφια. Στρίψαμε αριστερά και ακριβώς απέναντι ήταν του βουστάσιο των «Αφών Δούλη», που μοιράζανε το γάλα, αλλά και το πουλάγανε επί τόπου με άρμεγμα των αγελάδων παρουσία του πελάτη. Έξω από το βουστάσιο ήταν η σούστα με το άλογο, με την οποία ο μπάρμπα – Γιώργης μοίραζε κάθε πρωί το γάλα.

Πριν στρίψουμε στη Γαμβέτα προς τη συνοικία των Καθολικών, όπως τη λέγανε, κάναμε στάση έξω από τη βιοτεχνία του Μαλεβίτη, που κατασκεύαζε μεγάλους και μικρούς ντενεκέδες. Η στάση έγινε για να μαζέψω έξω από τη μεγάλη πόρτα κάτι στρογγυλά τσιγκάκια που έμεναν από τα καπάκια και τα είχαμε για παιχνίδι. Τα τσιγκάκια αυτά, μαζί με τα ισοπεδωμένα καπάκια από αναψυκτικά Λουξ και Ζήτα, ήταν βασικά εφόδια για το παιχνίδι και αν τα είχαμε μπόλικα ήμαστε προνομιούχοι.

Έντονες είναι οι εικόνες από τις κληματαριές, που φυτεμένες στα ασβεστωμένα πεζοδρόμια σκαρφάλωναν ως τις ταράτσες, από τους χρωματιστούς τοίχους και τους ντενεκέδες με τους βασιλικούς. Προσπερνούσαμε γυναίκες που, όπως κάθε απόγευμα, κάθονταν στα πεζούλια μέσα στα στενά δρομάκια, με κύριο θέμα συζήτησης τα νέα της γειτονιάς τους. Η Γαμβέτα ήταν ο μικρόκοσμος της συνοικίας, με επιρροές και συνήθειες από τα Επτάνησα και τη νότια Ιταλία.

Ο «Μπεεε» και τα στιχάκια του

Στο καφενείο του Βαζούρα, σύχναζε και ο μπάρμπα Φώτης η Φωτάκιας, όπως ήταν το κανονικό όνομα του «Μπεεε» και άμα τον κερνάγανε έπινε το ουζάκι του, παρέα με τον Αντρέα τον Τρεμουλιάρη. Η βόλτα του ξεκίναγε από την παραλία και η μεγάλη καζούρα γινότανε όταν πέρναγε από τα καρνάγια του Μπουκουβάλα και του Πούλου στην χαβούζα, καθώς τα χαμίνια και οι μπαμπότηδες έτρεχαν από πίσω του και άναβαν φωτιά στα κοφίνια που μονίμως κρατούσε στα χέρια του.

Ο Φωτάκιας κυνήγαγε τις γυναίκες και όταν του γυάλιζε κάποια, τότε με την μαγκούρα του κοπάναγε τις σιδερένιες κολώνες κάνοντας θόρυβο και παρίστανε ότι βελάζει, φωνάζοντας «μπεεεε». Στους κεντρικούς δρόμους, από όπου πέρναγε ο «Μπεεε», οι ρυθμοί ήταν αργοί και οι μαγαζάτορες που ήταν στις πόρτες των μαγαζιών, έψαχναν την ευκαιρία για καζούρα και καλαμπούρι. Ο «Μπεεε» έλεγε και ποιήματα με την αντίστοιχη προσταγή των Πατρινών που τα είχαν αριθμήσει και αυτός δεν είχε σταματημό.

Και του φώναζαν δυνατά … ΕΝΑ. Κι αυτός απαντούσε

«έλα κόρη μου σ’εμένα και με τα βρακιά λυμένα» και μετά συνέχιζαν δύο, τρία… μέχρι το δώδεκα, μ΄ αντίστοιχα στιχάκια που είχε σκαρώσει ο Φωτάκιας ιδίου περιεχομένου.

Η Πάτρα, συνέχιζε να συντηρεί τους τύπους αυτούς, οι Πατρινοί διασκέδαζαν, ο «Μπεεε» έβγαζε το χαρτζιλίκι του κι φεύγοντας για να συνεχίσει σε άλλη περιοχή του κέντρου, φώναζε δυνατά «Ασπασίααααα…» και αν κάποια γυναίκα έκανε το λάθος να γυρίσει να δει ποιος φωνάζει, τότε αυτός της έλεγε «Η .…. μου κι ο .….. σου επιάσανε φιλία», αυτή έφευγε τρέχοντας ντροπιασμένη και η «μαρίδα» που ακολουθούσε βάραγε παλαμάκια.

*η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του μαγαζιού του Σαραντίδη στην Γλυφάδα)

(από την εφημερίδα “Νεολόγος”).

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα