Το σαββατόβραδο της γειτονιάς μου – Μια αφήγηση με αφορμή τα Tαμπάχανα μετά το τέλος της καραντίνας

19.09.2021 / 21:00
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΚΟΥΣΤΑ

Στην μάντρα της γειτονιάς φούντωνε κάθε άνοιξη το αγιόκλημα και το γιασεμί κι ανάμεσά τους κάθε βράδυ ζωντάνευε το «τζουκ-μποξ»

Το ακόλουθο κείμενο είχα γράψει την άνοιξη του 2020, όταν βγαίναμε από την καραντίνα που είχε αλλοτριώσει την ψυχοσύνθεσή μας αλλά και συνολικά την υγεία μας και θέλησα να το μοιραστούμε σήμερα:

Δευτέρα απόγευμα, πρώτη ημέρα που είμαστε ελεύθεροι να βγούμε έξω χωρίς SMS ή χειρόγραφη βεβαίωση εξόδου με σαφώς γραμμένη την αιτιολογία. Είχα μια συνάντηση στην περιοχή της άνω πόλης κοντά στα Ταμπάχανα…. Είχα πολλά χρόνια να πάω σε αυτή την περιοχή και μου έκανε εντύπωση ότι είχε μείνει ανέπαφη, ίσως ταίριαζε κοντά στην δεκαετία του 1960. Και όχι μόνο η γειτονιά αλλά και οι άνθρωποι, καθώς δυο γειτόνισσες αντικριστά ασβέστωναν τις μάντρες της αυλής τους για να υποδεχθούν την άνοιξη.

Την άνοιξη, εμείς δεν την υποδεχθήκαμε όπως έπρεπε, κλεισμένοι στα σπίτια μας, με τις σκέψεις για ένα ζοφερό μέλλον και με την αβεβαιότητα για αυτό το καινούργιο που έρχεται….

Τα χρόνια της αθωότητας

Και ως είναι φυσικό, μου ήλθαν στον νου τα παλιά χρόνια που ονομάσθηκαν και χρόνια της αθωότητας. Στα χρόνια που υπήρχε η ελπίδα για καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής και την αργή μεν αλλά σταδιακή άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Και μου ήλθαν στην θύμηση, οι μάντρες στις αυλές, όταν δεκάχρονο παιδάκι παίζαμε στους ακόμη χωμάτινους δρόμους σε μια όμορφη κεντρική συνοικία της Αθήνας, στο Κουκάκι, που παραμένει ακόμη να είναι όμορφη και θελκτική.

Ήταν και μία μάντρα με ασβεστωμένους τοίχους που είχε στην μέση δύο μεγάλες μουριές και για ντεκόρ ασπρισμένους γκαζοντενεκέδες με βασιλικό και γεράνια, στα πάτωμα χαλικάκι ψιλό και λιγοστές ψάθινες καρέκλες. Στους τοίχους σκαρφάλωναν οι πρασινάδες και οι ρολογιές.

Γέμιζαν τα ανοιξιάτικα Σαββατόβραδα από τους εργένηδες και τους «εμιγκρέδες» της γειτονιάς και η Μαρκοπουλιώτικη ρετσίνα παρέα με το τζουκ μποξ, μαλάκωνε την καρδιά και φούντωνε την πίκρα….

Τα… αχ του Καζαντζίδη

Στην μάντρα της γειτονιάς μας, στην γωνία Ζαχαρίτσα και Τούσα Μπότσαρη, φούντωνε κάθε άνοιξη το αγιόκλημα και το γιασεμί κι ανάμεσά τους κάθε βράδυ ζωντάνευε το «τζουκ-μποξ» που χάριζε απλόχερα το παράπονο και τα… αχ του Καζαντζίδη, που έφευγαν από την αυλή και τρύπωναν στα ανοικτά παράθυρα και μπαλκόνια, χάιδευαν τους τοίχους, μάζευαν δάκρυα, πόνο κι ελπίδα και έβρισκαν τα μισοάδεια μπακιρένια κατρούτσα όταν ξαναγύριζαν ανακουφισμένα στα τραπεζάκια της μάντρας…

«Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη  Παίζουν τον έρωτα κρυφά στις μάντρες τα παιδιά.

Πάει κι απόψε τ’όμορφο τ’όμορφο τ’απόβραδο  από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι»

Αχ να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο……»

Αναφέρει σε άρθρο του ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος

«Γεννήθηκε με το παράπονο. Ούτε η επιτυχία και τα χρήματα που ήρθαν ούτε η λατρεία των θαυμαστών του κατόρθωσαν να τον παρηγορήσουν.

Τις δεκαετίες ’50-’60 οι Έλληνες ζούσαν υπό τραγικές συνθήκες• η οικονομική εξαθλίωση, η αναγκαστική μετανάστευση, η αδικία, τα βάσανα και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί είχαν κάνει τη ζωή τους απελπισία.

Η άρχουσα τάξη της χώρας προσέβλεπε στη Δύση και περιφρονούσε έως εξοστρακισμού κάθε στοιχείο λαϊκής έκφρασης που δεν είχε το δυτικό του αντίστοιχο. Το ρεμπέτικο τραγούδι είχε σβήσει μέσα στις περιθωριακές ομάδες που εκπροσωπούσε, και στο κρατικό ραδιόφωνο και στα κοσμικά κέντρα της εποχής έπαιζαν δυτικότροπα ελαφρά τραγούδια, μάμπο, τσατσά και ρούμπες.

Τότε ακούστηκε ο Στέλιος.

Μια κρυστάλλινη, αρρενωπή φωνή με κύρος πέρναγε πάνω από τις στέγες των φτωχόσπιτων και συναντούσε τους ανθρώπους στους δρόμους, στα καφενεία, στις ταβέρνες, στις αυλές των σπιτιών• έμπαινε από τις ανοιχτές πόρτες στα δωμάτια που έμεναν ολόκληρες οικογένειες και τους έκανε να σωπάσουν συλλογισμένοι. Ήταν μια φωνή που τραγουδούσε τα δικά τους βάσανα, τα ανύψωνε σε δραματικές σφαίρες, και σε ορισμένες περιπτώσεις τούς προσέδιδε διαστάσεις έπους.

Τα τραγούδια του Στέλιου είναι ένα μεγάλης ακρίβειας ρεπορτάζ των παθών και των αισθημάτων του ελληνικού λαού. Πήρε πάνω του όλο το ψυχικό φορτίο για τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τον ξεριζωμό και το χαμένο όνειρο. Αλλά δεν έγινε απλώς ένας χαρισματικός διαμεσολαβητής μεταξύ κάποιου συνθέτη και των ακροατών στα μαύρα χρόνια.

Ήταν ο ίδιος απαρηγόρητος…..»

Και η φωνή του συνέχιζε να ταξιδεύει πάνω στα κεραμίδια και στις νοτισμένες αυλές.

«Άντρες σχολάν απ’ τη δουλειά και τον βαρύ καημό τους

Να θάψουν κατεβαίνουνε στο υπόγειο καπηλειό

Και το φεγγάρι ντύνει, λες, με τ’ άσπρο νυφικό του

Τις κοπελιές που πλένονται στο φτωχοπλυσταρίο»

Όταν πρωτοάκουσα τα λόγια του Λειβαδίτη

Ήμουν οκτώ χρονών, όταν πρωτοάκουσα τα λόγια του έξοχου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη από τον δίσκο «Πολιτεία Α», του Μίκη Θεοδωράκη. Στον δίσκο αυτό εκτός από το «Σαββατόβραδο», άλλα τραγούδια με λόγια του Λειβαδίτη, ήταν τα: «Μάνα μου και Παναγιά», «Δραπετσώνα», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και «Έχω μια αγάπη». Υπέροχα τραγούδια που μας συντρόφεψαν τα κατοπινά χρόνια και τα σιγοτραγουδούσαμε, ως φοιτητές στα ταβερνάκια του Βύρωνα και των Πετραλώνων.

Αναφέρει στο βιβλίο του με τίτλο «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια» ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, για το Σαββατόβραδο.

«Έχετε σκεφτεί ποτέ αυτό το μαγικό τραγούδι, που αγκαλιάζει ολόκληρη την Ελλάδα, με τους χυμούς της, τους αγώνες της, τις γειτονιές της, να το τραγουδάει κάποιος άλλος εκτός από τον Καζαντζίδη……..»

Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό το τραγούδι με γυρίζει πίσω πολύ και μου ‘ρχονται όμορφες εικόνες από τους στενούς ανηφορικούς δρόμους του Κουκακίου, που ξεκίναγαν από την Λεωφόρο Συγγρού και κατέληγαν στον λόφο του Φιλοπάππου.

Και θυμάμαι πως στα ίδια στενά τότε φύτρωναν και παράγκες, ναι παράγκες μέσα σε αυλές, σε ταράτσες και ξεχασμένα οικόπεδα που στέγασαν πολυμελείς οικογένειες που είχαν έλθει από μακρινές επαρχίες προς αναζήτηση καλύτερη τύχης. Και τα τραγούδια αυτά ήταν το βάλσαμό τους.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα