Το Γυμνάσιο στην Πλάκα

17.05.2021 / 10:45
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Σήμερα, θα μου επιτραπεί να περπατήσω στα γνώριμα στέκια των μαθητικών μου χρόνων, καθώς είχα την τύχη μέσω του facebook να συναντηθώ, πάλι, με τους παλιούς μου συμμαθητές και έτσι ήλθαν στην μνήμη μου, γνώριμα στέκια, βόλτες ανεξίτηλες εικόνες.

Τον Σεπτέμβρη του 1966 γράφτηκα στην πρώτη τάξη του 14ου Γυμνασίου που ήταν στην γωνιά Επιχάρμου και Σχολείου στην Πλάκα. Το τετραώροφο κτίριο είχε κατασκευασθεί το 1907. Δύο χρόνια πριν γραφτώ, είχε εγκατασταθεί το 14ο Γυμνάσιο Αρρένων. Σήμερα φιλοξενεί τον Οργανισμό χορευτικών συγκροτημάτων της Δώρας Στράτου.

Η οδός Τριπόδων

Με αφορμή το σχολείο μου και όχι μόνο, ανέπτυξα μια ιδιαίτερη σχέση και δεσμό με την οδό Τριπόδων, που ήταν ακριβώς από πίσω του. Περπατούσαμε κάθε ημέρα πάνω στον αρχαιότερο και διαπρεπέστερο δρόμο της Ευρώπης που είχε μήκος περίπου 800 μέτρα και πλάτος 6 μέτρα, μέσα από τον οποίο περνούσε η πομπή των Παναθηναίων, ανάμεσα σε θαυμαστά χορηγικά μνημεία που το πλαισίωναν. Στην Τριπόδων 32 ήταν και είναι ένα από τα ελάχιστα αρχοντικά των χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας που το λέγανε το «σπίτι του καδή», καθώς το συνέδεαν με τον θρυλικό τελευταίο καδή (δικαστή) της Αθήνας, τον Χατζή Χαλήλ Εφένδη. Είναι το σπίτι που γυρίστηκε, το 1965, η θρυλική ταινία «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» με το ζεύγος Κοκοβίκου.

Πιο δίπλα, στην Τριπόδων 28, βρισκόταν μια νεοκλασική οικία, στην οποία εργαζόμουν, όταν ήμουν φοιτητής, ως ζωγράφος κεραμίστας. Σήμερα, είναι αναπαλαιωμένο και στεγάζει την «Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού».

Οι ταβέρνες και οι μπουάτ στην Πλάκα

Δίπλα στο σχολείο ήταν η ταβέρνα του «Τσεκούρα» και κάθε Σεπτέμβριο πλημύριζαν οι αίθουσες του σχολείου μας, από το μεθυστικό άρωμα του μούστου της Μαρκοπουλιώτικης ρετσίνας.  

Τα βαρέλια του αποτέλεσαν φόντο σε πολλές Ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στην Πλάκα κι εμείς με την ρετσίνα του μεγαλώσαμε, τραγουδήσαμε, χορέψαμε και μεθύσαμε. Φοιτητές πια, την απολαμβάναμε μαζί με το κοκκινέλι και στις ταβέρνες της Πλάκας όπως του Τζουτζούρη, του Καρούμπαλα, του Φάντε, του Λεβέντη και του Ρούκουνα. Στην ταβέρνα του Ζαγοραίου απολαμβάναμε την κίτρινη φάβα, ελιές, ρέγκα και σαρδέλα του βαρελιού. Και για πολυτελή έξοδο και φιγούρα σε νέα κατάκτηση, κλείναμε τραπέζι στην ταβέρνα του «Ξυνού» με σπεσιαλιτέ  λαχανοντολμάδες και διαλεχτή ρετσίνα με συνοδεία κιθάρες και … «όμορφη Αθήνα πουν’ τα χρόνια εκείνα, πουν’ τα χρόνια εκείνα τα παλιά…».

Αλλά στην ταβέρνα που μεγαλώσαμε με μπακαλιάρο και σκορδαλιά, ήταν τα μπακαλιαράκια του Δαμίγου στην Κυδαθηναίων που στη μέση του υπογείου είχε κι ένα ρωμαϊκό κίονα. Βρεθήκαμε στην καρδιά της Πλάκας και μεγαλώναμε ανάμεσα στις μπουάτ του νέου κύματος, την «Απανεμία» του Λάκη Παππά, την «Νεφέλη» του Γιώργου Μαρίνου, τον «Τιπούκειτο» και τον «Σκορπιό» του Κώστα Χατζή, την «Παράγκα», το «Θεμέλιο», το «Ζουμ» και την «Σοφίτα».

Από το Κουκάκι που έμενα έως την Πλάκα που ήταν το σχολείο, πηγαίναμε με τους συμμαθητές μου, συνήθως ποδαράτο.

Στη συνοικία Μακρυγιάννη

Και βέβαια περνάγαμε από την συνοικία Μακρυγιάννη, όπου βρισκόταν η μάντρα και τα κτίρια του Συντάγματος Χωροφυλακής, με ακόμα διατηρημένα πάνω τους τα σημάδια από τον μαύρο Δεκέμβρη του 1944. Όταν ενοποιήθηκαν τα σώματα ασφαλείας ανακαινίσθηκαν τα κτίρια και η μάντρα, που τελικά γκρεμίσθηκε για να γίνει το νέο μουσείο.

Πολύ αργότερα και ιδιαίτερα από έναν καλό δάσκαλο, έμαθα πως στην γειτονιά αυτή και κάτω από τα πόδια μας, κοντά στα 3 – 4 μέτρα, βρισκόταν μία ολόκληρη πόλη η κλασσική Αθήνα, που σημάδια της, ήταν ακόμα φανερά σε πολλές περιοχές της.

Το οικόπεδο του συντάγματος Μακρυγιάννη βρισκόταν πάνω ακριβώς από το «εν λίμναις» τέμενος του Διονύσου. Στο σημείο αυτό που έκανε γούβα και λιμνάζανε τα νερά και το ονομάζανε λίμνες είχε τοποθετήσει και ο Αριστοφάνης, τον χορό των βατράχων στην ομώνυμη κωμωδία του.

«Και στις Λίμνες στον καιρό που τραγούδια μεθυσμένα των χυτρών των ιερών, Ψέλνονταν από το λαό στο δικό μου το ναό Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ».

Μέσα στον χώρο ήταν και το πανέμορφο λιθόκτιστο κτίριο του Στρατιωτικού νοσοκομείου που η ιστορία του έχει συνδεθεί με τον ανολοκλήρωτο έρωτα του Μιμίκου και της Μαίρης. Έναν έρωτα που συγκλόνισε την αθηναϊκή κοινωνία στο τέλος του 19ου αιώνα.

Η οδός Κυδαθηναίων

Κάθε ημέρα στην Πλάκα, μαθαίναμε και κάτι σημαντικό, καθώς στην περιοχή συνυπήρχαν τοπωνύμια και σπαράγματα από όλες τις περιόδους της ιστορίας μας. Η Κυδαθηναίων ήταν ένας υπέροχος δρόμος με την πλατεία, και την εκκλησία της Αγίας Σωτήρας του Κοττάκη. Το «κάλλιστον κεντρικό τμήμα» της Αθήνας, κάτω και γύρω από την Ακρόπολη, ονομαζόταν Κυδαθήναιον. Κυδαίνω σημαίνει «λαμπρύνω, δοξάζω» και φυσικά το Κυδαθήναιον παραπέμπει στην δόξα της αρχαίας Αθήνας. Σύμφωνα με τους καθηγητές του 14ου Γυμνασίου, ήταν τιμή μας που το σχολείο μας βρισκόταν στην γειτονιά που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν σπουδαίοι Αθηναίοι, όπως ο πατέρας της κωμωδίας, ο Αριστοφάνης.

Ο «Αρχαίος»

Στην συμβολή των οδών Κυδαθηναίων και Γέροντα έμενε και ένας άλλος διάσημος, ο «Αρχαίος», όπως τον έλεγαν στην γειτονιά. Έμενε δίπλα από την ταβέρνα του «Ξυνού», ήταν μάλλον ξένος και ως αρχαιολάτρης, ντυνόταν με χιτώνες και σανδάλια για την καθημερινή του βόλτα και τα ψώνια του. Σε στάβλο διατηρούσε δύο άσπρα άλογα και τις Κυριακές, φορούσε τον κόκκινο χιτώνα, έβαζε στο κεφάλι του το δάφνινο στέμμα, έβγαζε το άρμα του με τα άλογα κι έκανε τις βόλτες του στην λεωφόρο Συγγρού, στην περιοχή της πύλης του Αδριανού. Εμείς γνωρίζαμε το πρόγραμμά του και το απολαμβάναμε και οι τροχονόμοι τον διευκόλυναν.

Πολλές οι εικόνες που με γύρισαν πολύ πίσω και θέλησα να τις μοιρασθώ, μέσα από την εβδομαδιαία μας συνάντηση

(από την Εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα