Τα θερινά σινεμά του ονείρου…

19.05.2024 / 12:00
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Η είδηση πως το Cine Paris στην Πλάκα επιστρέφει μετά την τετραετή διακοπή λειτουργίας του, μου επανάφερε στην μνήμη τα νεανικά μου χρόνια καθώς αυτό το θερινό σινεμά ήταν ο αγαπημένος μας προορισμός για μια τέλεια και δροσερή απόλαυση. Και θέλησα να επαναφέρω ένα παλιό μου κείμενο.

 Το Cine Paris ξεκίνησε το ταξίδι του το 1920 από έναν Έλληνα κομμωτή που έζησε χρόνια στο Παρίσι. Έγινε η αγαπημένη ταράτσα της ιστορικής γειτονιάς της Πλάκας και κατάφερε να παραμείνει σύμβολο της ζωής στην Αθήνα μέχρι και σήμερα. Και το σημαντικό είναι πως από την ταράτσα του φαίνεται το 14ο Γυμνάσιο που πήγαινα και βέβαια η ωραιότερη εικόνα του κόσμου, ο φωταγωγημένος Παρθενώνας.

Στην Πάτρα, δυστυχώς, εξαφανίστηκαν και τα θερινά σινεμά και η μοναδική διέξοδος για αυτού του είδους την διασκέδαση είναι το Σινέ Κάστρο στο Ρίον. Κοτζάμ Πάτρα δεν περιέσωσε ούτε έναν. Κατανοώ ότι τους πιο πολλούς τους κατασπάραξαν οι αδηφάγες πολυκατοικίες αλλά δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν χώροι η ταράτσες που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν θερινούς κινηματογράφους. Και να σκεφτεί κανείς πως η χώρα μας είναι διάσημη και για αυτό. Στα παιδικά μου χρόνια της Πάτρας, ήταν μια πραγματική ποθητή απόλαυση μια βραδιά φεγγαρόφωτη στο Ζενίθ με το χαλικάκι στο δάπεδο, η στην ταράτσα τη ΟΥΦΑ, στο ΑΕΛΛΩ η στο ΑΣΤΡΟΝ απέναντι από το Αρσάκειο. Και βέβαια στον ονειρεμένο ΕΣΠΕΡΟ που πολλές φορές κάναμε μπανιστήρι στην μισή οθόνη βέβαια από το καφενείο του Κουτρουμπάνου στην πλατεία Γεωργίου, συνοδεία πατατούλας με μουστάρδα.

Τα καλοκαίρια της περιόδου 1960-1970, στην γειτονιά μου, στο Κουκάκι της Αθήνας, για την βραδινή μας έξοδο, είχαμε δύο επιλογές. Η πρώτη ήταν το Ηρώδειο που ήταν κοντά στο σπίτι μας και για βόλτα είχαμε τα σκαλιά του η ακόμη και μέσα για την παράσταση αν μας άρεσε, καθώς το μαθητικό εισιτήριο ήταν πολύ χαμηλό.

Από τα σκαλιά αυτά διαβάζαμε τα προγράμματα και χαζεύαμε τον κόσμο που από νωρίς έπιαναν θέση στις κερκίδες του Ηρωδείου για την “Ειρήνη” του Αριστοφάνη και την “Ανδρομάχη” του Ευριπίδη, όταν ξεκουραζόμαστε ιδρωμένοι μετά το παιχνίδι. Όπως καθόμαστε στα σκαλιά ακούγαμε για τον Τρυγαίο που ζωντάνευε ο Χριστόφορος Νέζερ και έτσι αρχίζαμε να μαθαίνουμε για τον Αριστοφάνη. Αρκετά χρόνια αργότερα είχα την τύχη να απολαύσω τον Νέζερ, στο Ηρώδειο, στον ρόλο του Κινησία με Μυρίνη την Άννα Φόνσου και Λυσιστράτη την Άννα Συνοδινού.

Όταν αργότερα, στην εποχή του Γυμνασίου, ανηφορίζαμε με την παρέα μας χωρίς να γνωρίζουμε το πρόγραμμα, είχαμε την τύχη να είμαστε παρόντες σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, όπως το 1968 στην «Μήδεια» με πρωταγωνίστρια την Αλέκα Κατσέλη, το 1970 στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» με Κλυταιμνήστρα πάλι την Αλέκα Κατσέλη και στις «Νεφέλαι» με κορυφαία την Μαίρη Αρώνη.

Η δεύτερη επιλογή ήταν, το θερινό σινεμά «Ερέχθειον»… κάτω ακριβώς από την Ακρόπολη, με χαλικάκι και περικοκλάδες μέχρι ψηλά στις μάντρες

«…και ήταν κάτι νύχτες με φεγγάρι μες τα θερινά τα σινεμά

νύχτες που περνούν που δεν θα ξαναρθούν

μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…».

Γύρω από την οθόνη στα πλευρά και πάνω ήταν διαφημίσεις για τοπικά καταστήματα και όχι μόνο, που τις ζωγράφιζε ο κυρ Μίμης, που είχε τα σύνεργα και τους μουσαμάδες τους, σε μια μάντρα στην γειτονιά μας. Κι έτσι στο διάλειμμα με μπιράλ και ΤΑΜ ΤΑΜ, τις διαβάζαμε αλλά κάποιοι μόρτες, έφτιαχναν μυτερές σαΐτες από τα προγράμματα και τις έστελναν προς την οθόνη αφού πρώτα είχαν βάλει μπροστά στην μύτη την τσίχλα τους. Έτσι οι πιο πετυχημένες κόλλαγαν στην οθόνη και μετά κατά την διάρκεια της προβολής έμεναν κολλημένες στην οθόνη και βλέπαμε την σκιά τους.

Κατά ένα περίεργο τρόπο σε σκηνές που απαιτούσαν ησυχία και προσήλωση, θα εμφανιζόταν συνήθως ένα επίμονο τζιτζίκι που είχε ξεπέσει από τα δέντρα που ήταν φουντωμένα στα πεζοδρόμια και ξεκίναγε ένα συνεχές τζζζζζζζζζ…… περιμένοντας να ακούσει ένα «Σουτ» από κάποιον θαρρετό θεατή για να σταματήσει.

Στην Αν. Ζίννη ήταν ο θερινός κινηματογράφος «Πρωτέας», που λειτουργούσε από το 1938 και από το 1957 ένα μέρος του οικοπέδου του μετατράπηκε σε χειμερινός. Το σινεμά έγινε γνωστό χάρη στην Νάνα Μούσχουρη και την οικογένεια της οι οποίοι όλοι μαζί κατοικούσαν εκεί. Όπως αφηγείται:

«Τριών ετών ήρθα στην Αθήνα, στο Κουκάκι, και μέναμε εκεί όπου ήταν το σινεμά ο Πρωτεύς. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός, αλλά επειδή ήταν θερινό το σινεμά, δούλευε και κάπως σαν φύλακας τη χειμερινή περίοδο. Πριν από την κατοχή οι χωματόδρομοι ήταν πολύ περισσότεροι από τις πολυκατοικίες και καμία φορά άκουγες το τρένο να περνά. Πίσω ακριβώς από την οθόνη υπήρχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια. Στο ένα κοιμούνταν οι γονείς μας και στο άλλο το οποίο, ανάλογα με την ώρα, χρησίμευε και σαν τραπεζαρία, αλλά και σαν κρεβατοκάμαρα δική μου και της αδελφής μου. Η οθόνη φαινόταν πελώρια στα παιδικά μου μάτια και παρακολουθούσαμε στην πίσω πλευρά τα ακατάλληλα. Ο “Πρωτέας” μας περίμενε πάντα στο Κουκάκι…»

Η γειτονιά στο Κουκάκι, δεν ανάσαινε, η ζέστη ήταν αφόρητη και έτσι εγώ αποζητούσα τον μαΐστρο του Πατραϊκού καθώς περίμενα να έλθει ο Αύγουστος που θα ερχόμουνα στην Πάτρα, όπως σταθερά έκανα κάθε καλοκαίρι.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

πρωτοσέλιδα