Παρασκευή, 30.07.2021, 1:34 πμ

Τα άλογα και τα κάρα

14.06.2021 / 10:54
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Αρχές της δεκαετίας του 1980, γνώρισα τον Γιώργο Βαγγελάτο, τον Γιάννη του Αγγελή, τον Αντώνη Αγγιούς η Σαΐτη, που με τα φορτηγάκια – πλατφόρμες που είχαν, μετέφεραν τα κιβώτια της σταφίδας από το εργοστάσιο στο κρατικό απεντομωτήριο, που ήταν στην περιοχή της Ιχθυόσκαλας. Και από εκεί, μετά την απεντόμωση, φορτώνονταν σε containers με κατεύθυνση το λιμάνι του Πειραιά.

Η απόσυρση των κάρων

Ήταν πρώην καροτσέρηδες, που όταν αποφασίστηκε η απόσυρση κάρων και αλόγων, το κράτος τους έδωσε άδειες για φορτηγάκια και άτοκα επιδοτούμενα δάνεια για την αγορά τους. Ήταν από αυτούς, που είχαν τα διπλόκαρα με δύο άλογα και έκαναν τις μεταφορές από το λιμάνι στα εργοστάσια. Συχνά ανέβαιναν στην άκρη της καρότσας και όρθιοι παρίσταναν την «μαγκιά» του καροτσέρη, που ήταν να στέκονται όρθιοι στην άκρη του κάρου με το ένα πόδι στον αέρα, όταν κάλπαζαν τα άλογα. Τις θυμάμαι αυτές τις εικόνες, όταν έτρεχαν τα κάρα στην παραλιακή να προλάβουν τα αγώγια, με τους καροτσέρηδες να φωνάζουν και τα άλογα να ιδροκοπάνε, μαζί με τον  δαιμονισμένο θόρυβο που έκαναν οι καρόροδες στα χαλίκια και στις λούμπες. Κι όταν πέρναγαν τις γραμμές του τρένου, συχνά κόλλαγαν και τότε έτρεχαν οι μπαμπότηδες και τα χαμίνια να βάλουν πλάτη για το ξεκόλλημα.

Καθημερινές εικόνες με τα άλογα

Τα άλογα, τα κάρα, οι σούστες, οι στάβλοι, τα χάνια και οι καβαλίνες στους δρόμους που τους καθάριζαν οι οδοκαθαριστές με ειδικές ξύστρες που είχαν στο πίσω μέρος της σκούπας… ήταν εικόνες της καθημερινότητας, πολλές εικόνες.

Μετά το μπάνιο στην Ψιλή, τρέχαμε στην βρύση της Τσαμαδού, να ξεδιψάσουμε μαζί με τα ιδρωμένα άλογα που αφρίζανε από το αγκομαχητό, καθώς ήταν η εποχή που τα δρομολόγια δεν είχαν σταματημό. Οι καροτσέρηδες, καταβρέχανε και τις ξαναμμένες ρόδες, ειδικά τα «φανάρια» στην μέση που τραβάγανε και όλο το ζόρι.

Με μια παλιά σούστα, βαμμένη μπλε σε πολλές στρώσεις που έτριζε επικίνδυνα, ερχόταν ο κυρ Απόστολος, ο μανάβης, που κατέβαινε κάθε δεύτερη μέρα από την Εγλυκάδα.  Πέρναγε από τη Γούναρη με τη σούστα του γεμάτη λάχανα, με αντίδια, βρούβες, βλίτα, αγριοράδικα, ζοχούς και πικραλίθρες. Ο μανάβης επιλέχθηκε για την θεραπεία μου από τον κοκορόβηχα, γιατί είχε το πλεονέκτημα να σέρνει τη σούστα η γαϊδούρα του. Έτσι, την άρμεγε μπροστά από το σπίτι μας, για να μπαίνει κατευθείαν στο ποτήρι το φρέσκο γάλα, που ήθελα δεν ήθελα το έπινα.

Το… ξεμάτιασμα των αλόγων

Κάθε μεσημέρι, από το μπαλκόνι της Γούναρη, περίμενα τα άλογα με τα διπλόκαρα, που τελείωναν τα αγώγια στο λιμάνι και κουρασμένα ανηφόριζαν ομαδικά για τους στάβλους τους. Από τη Γούναρη ανέβαιναν τα άλογα του Αλέκου Χόνδρου, που οι στάβλοι του βρίσκονταν κάτω από την περιοχή της Αγίας Τριάδας, και του Φιλντισένιου, που ήταν στην ίδια περιοχή, στην οδό Σμύρνης αλλά και του Σκαμπαρδώνη, πάνω από την Γερμανού. Πολλές φορές, θες από την κούραση της ημέρας, θες από την ανηφοριά, θες από τη βρεγμένη άσφαλτο, γλίστραγαν τα πέταλα, στο σημείο ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι μας κι όλο και κάποιο άλογο γονάτιζε, ανήμπορο μετά να σηκωθεί. Τότε η νόνα έλεγε ότι το άλογο είναι ματιασμένο, και έτρεχε στην κουζίνα να βγάλει καρβουνάκια και λιβάνια να το ξεματιάσει!  Οι σούστες είχαν και ανατροπή κι έτσι μετέφεραν τα οικοδομικά υλικά στα γιαπιά ή τα κάρβουνα στα καρβουνιάρικα.

Ο καλλωπισμός

Τα άλογα όμως, είχαν και τον καλλωπισμό τους. Στο Μαρκάτο στο βάθος της πλατείας και διαγωνίως από το μαγαζί του Θεοδόση, ήταν το χάνι και πεταλωτήριο του Παναγόπουλου, που έφτιαχνε και σαμάρια. Στο βάθος το καμίνι φουντωμένο και το αμόνι που προσάρμοζε τα πυρωμένα πέταλα. Κι έπιαναν δουλειά οι ράσπες, οι τανάλιες, τα σφυριά, όταν το πόδι στερεωνόταν πάνω στο τρίποδο. Στη συνέχεια, με μια τανάλια έβγαζε τα παλιά καρφιά με προσοχή και έπειτα το πέταλο. Έκοβε τα νύχια με το σατράνι, τα λίμαρε και τοποθετούσε το πέταλο. Τέλος, κάρφωνε τα καρφοπέταλα αποκάτω με φορά προς τα έξω.

Οι καροποιοί και η τέχνη τους

Είχαμε και πολλούς καροποιούς, αρκετοί από αυτούς στην περιοχή της Τριών Ναυάρχων, Τσαμαδού και Μπουμπουλίνας. Ο Ζαχαρόπουλος, ο Θέος, οι Αφοί Μαρούδα, ο Μέρμηγκας, οι Μπουχάγιερ. Ειδικοί τεχνίτες, που με την απόσυρση των κάρων, αναγκάσθηκαν να αλλάξουν επάγγελμα. Η κάθε ρόδα αποτελούνταν από την κεφαλή ή φανάρι, τις δώδεκα ακτίνες, τις έξι αψίδες και τη σιδερένια στεφάνη, η οποία εφάρμοζε γύρω από τις αψίδες.     Αφού συναρμολογούσαν τη ρόδα, τοποθετούνταν περιμετρικά και η σιδερένια στεφάνη, η οποία ήταν από χοντρό και πλατύ σίδερο. Η τοποθέτηση της στεφάνης στη ρόδα γίνονταν ως εξής: Ο μάστορας – καροποιός,  άναβε δυνατή φωτιά κάτω στο έδαφος, σ΄ ανοιχτό χώρο και εκεί ζέσταινε τη στεφάνη μέχρι να κοκκινίσει και να γίνει όλκιμη. Στη συνέχεια με ειδικές τσιμπίδες τοποθετούσε την πυρακτωμένη στεφάνη γύρω από τις αψίδες και ρίχνοντας κρύο νερό για να την ψύξη, την εφήρμοζε γερά στη ρόδα. Αφού ψύχονταν η ρόδα έκανε δυο τρύπες με το τρυπάνι σε κάθε αψίδα και περνούσε από το μέσα μέρος χοντρές βίδες τις οποίες βίδωνε σφιχτά. Άλλη τεχνική για την ψύξη, ήταν μετά την εφαρμογή της πυρακτωμένης στεφάνης, πέταγαν την ρόδα στην θάλασσα, όπως συχνά βλέπαμε αυτό το θέαμα στην περιοχή της Ψιλής, στις αρχές του 1960. Οι πιο καινοτόμοι καροτσέρηδες, όπως ήδη προσάρμοζαν στα κάρα, ρόδες αυτοκινήτου, που βελτίωναν πολύ το έργο τους, τις αντοχές του κάρου και φυσικά εκμηδένιζαν τον θόρυβο.

Το τέλος

Αρχές της δεκαετίας του 1970, συνέβη, λοιπόν, ένα ιστορικό γεγονός μεγάλης αξίας. Ένα μεταφορικό μέσον, που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος, για χιλιάδες χρόνια, ολοκλήρωσε τον ιστορικό του ρόλο, αφού το νίκησε η μηχανή, που τιμής ένεκεν, μετράει την δύναμή της σε ίππους, για να μας θυμίζει τον ρόλο του στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.

(από εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα