Στου Μάρκου για λουκουμάδες- Όταν το lockdown ήταν λέξη άγνωστη

07.11.2020 / 12:14
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
ΦΩΤΟ 5 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Έγινε γνωστός με το μικρό του όνομα αν και αυτό που θυμούνται άπαντες, είναι η μεγάλη του καρδιά,  η απίστευτη δοτικότητά του, η ευρύτητα της γνώσης του και το εξαιρετικά ανοικτό για την εποχή πνεύμα του. Υπήρξε ο άνθρωπος που λάτρεψαν οι φοιτητές και έγινε για αυτούς κάτι σαν δεύτερος πατέρας. Ένας «πατέρας» εξαιρετικά ταλαντούχος, ο οποίος μπορούσε να τους σερβίρει από μπακλαβάδες, κρέμες και  λουκουμάδες μέχρι… εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης μαθηματικών  ασκήσεων, να τους ξυπνάει για να δώσουν μάθημα και να τους φυλάει ακόμη και τα κατσαριδάκια για τα πειράματα.  Ο Μάρκος Κωτσαγιάννης με καταγωγή από τη Τσερκοβίτσα της Βορείου Ηπείρου, συναντήθηκε πρόωρα  με τον αγώνα της επιβίωσης όταν ο πατέρας του έφυγε για την Αμερική και αυτός έμεινε πίσω να φροντίζει την μάνα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του.

Ερχόμενος στην Πάτρα,  φόρεσε ποδιά στο γαλακτοπωλείο του  θείου του, Ευάγγελου Κωτσαγιάννη, μοιράζοντας τη ζωή του μεταξύ γλυκών  και βιβλίων. Ήταν ακόμη παιδί.

Στο μαγαζί της Κορίνθου τα μαστορόπουλα του Μάρκου (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

«Του άρεσε το σχολείο, ήταν άριστος μαθητής.  Και ταυτόχρονα δούλευε σκληρά. Διάβαζε το βράδυ, με το κερί» λέει η κόρη του Βαρβάρα.

Στα 1949 αν και είχε τη δυνατότητα να εργαστεί στη Νομαρχία  αποφάσισε να συνεχίσει στο δρόμο που του είχε χαρίσει τη χαρά της επικοινωνίας με τον κόσμο, τομέα στον οποίο διέθετε πηγαίο ταλέντο και  άνοιξε το δικό του γαλακτοπωλείο,  επί  της Ζαΐμη στο ύψος της Ρήγα Φεραίου. «Στη γωνία υπήρχε το  ψαράδικο του κυρ Μιχάλη, Ακριβώς δίπλα ήταν το δικό μας γαλακτοπωλείο. Μετά ήταν ένα  ποδηλατάδικο και παρά δίπλα το τσαγκάρικο του κυρ Νιόνιου. Απέναντι και διαγώνια  ο Σκληβανιώτης, που είχε αγελάδες σε χαμόσπιτα  και πούλαγε γάλα. Μέναμε ακριβώς  πάνω από το μαγαζί. Ήταν τότε μια υπέροχη γειτονιά. 

Το πολύ- πολύ να περνούσε κάνα ποδήλατο. Ο πατέρας μου αυτοσχεδίαζε στις συνταγές, έφτιαχνε γιαούρτι και ζύμωνε τους λουκουμάδες με τα χέρια του. Ο ύπνος του ήταν μηδενικός. Είναι ζήτημα αν κοιμότανε δύο ώρες το 24ωρο και αυτές στην καρέκλα. Τον βοηθούσε και η μάνα μου η Ρουμπίνη. Έκανε και γλυκά,  μπακλαβά, γαλακτομπούρεκο, ρυζόγαλο και το καλοκαίρι παγωτό χωνάκι. Παρόλα αυτά προλάβαινε και να μας διαβάσει. Ήθελε και τα τέσσερα παιδιά του να μάθουν γράμματα.  Στα μαθηματικά ήταν άφταστος.»

Το πρώτο μαγαζί στη Ζαΐμη ήταν φτιαγμένο φτωχικά. Μικρά τραπεζάκια, φθηνές καρέκλες…

Ο περίφημος Μάρκος επί τω έργω (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

Η μετακόμιση στα 1957στην οδό Κορίνθου, στο ύψος της Ζαΐμη, σε κτίριο ιδιοκτησίας Γατόπουλου, έφερε μαζί της μεγάλους δερμάτινους καναπέδες και τραπεζάκια με ξύλο και μάρμαρο.

«Γωνία Ζαΐμη και Κορίνθου βρισκόταν  το  καφενείο του Ρουμάνου  και δίπλα το μαγαζί του πατέρα μου. Παραδίπλα το καφενείο του κυρ Άγγελου και πιο κάτω ένα εστιατόριο. Όλα αυτά τα μαγαζιά στεγάζονταν σε παλιά κτίρια».

Εκεί ήρθε και η συνεργασία με τον Στέφο που έκανε απίθανες  πάστες και προφιτερόλ.

Τα παιδιά έξω από το πρώτο μαγαζί του Μάρκου στη Ζαϊμη. Ανάμεσά τους και η κόρη του Βαρβάρα (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

Η γειτνίαση με το παράρτημα του Πανεπιστημίου αποτέλεσε το ορμητήριο μιας νέας απίθανης εποχής. 

«Πέρασαν από εκεί όλοι, καθηγητές, φοιτητές, ηθοποιοί, βουλευτές, υπουργοί… Ο  Γιώργος Φούντας ήταν ο καλύτερός του πελάτης, όπως  και η ηθοποιός Άννα Παϊτατζή που είχε το γιο της φοιτητή  και του έλεγε ”κύριε Μάρκο μου να μου προσέχεις το παιδί”, “ να μην ξεχάσεις να μου τον ξυπνήσεις, δίνει μάθημα”.  Και έπαιρνε ο  πατέρας μου το ρολόι από το σπίτι για να έχει το νου του»

Οι φοιτητές που δεν είχαν χρήματα αναχωρούσαν χωρίς να πληρώσουν, πολλοί συναγωνίζονταν μαζί του στις ασκήσεις ή ζητούσαν τη βοήθειά του, ενώ επί χούντας τους  έκρυβε για να μην ξυλοκοπηθούν.

Ο Μάρκος και η σύζυγός του με τα παιδιά τους σε βόλτα στην πλατεία (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

Ο Σταμάτης από το Βιολογικό του άφηνε για φύλαξη τα κατσαριδάκια και τα ποντικάκια για τα πειράματα και όταν δίνανε πανελλήνιες παιδιά από την Καλαμάτα και τη μέση Μάνη, τόπο καταγωγής της γυναίκας του, τα φιλοξενούσε όλα στο σπίτι. Ανάμεσά τους και το δήμαρχο της Καλαμάτας Παναγιώτη Νίκα.

«Είχε απόλυτο σεβασμό στη γνώση και στο δικαίωμα των γυναικών στην ισότητα των ευκαιριών» λέει η δεύτερη  κόρη του η Χρυσούλα.

Η σχέση με τους φοιτητές διατηρήθηκε και όταν το μαγαζί το 1972 μετακινήθηκε στην οδό Κολοκοτρώνη, ανάμεσα Κορίνθου και Κανακάρη, καθώς στην γειτονιά της Κορίνθου άρχισαν να χτίζονται πολυκατοικίες. Εκεί  προστέθηκε και η πελατεία των λεωφορείων καθώς δίπλα ήταν η αφετηρία τους.  «Επικρατούσε το αδιαχώρητο».

Η Ρουμπίνη (αριστερά), στην κουζίνα (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

Ο Θεόδωρος Άννινος, ο Ανδρέας Καράβολας, ο Ανδρέας Ανδριόπουλος του ΟΚΠΕ ήταν μερικοί από τους πελάτες του.  Οι καθηγητές Πανεπιστημίου ήταν  σταθεροί δοκιμαστές των συνταγών του και οι φοιτητές έτρωγαν πλέον λουκουμάδες ως …βραδινό».

Στο μαγαζί της Κολοκοτρώνη,  ο Μάρκος συνεργάστηκε με τους αδελφούς Καρακάση καθώς οι κόρες του, Βαρβάρα, Χρυσούλα και Καλλιόπη και ο γιος του Ηλίας, είχαν επιλέξει διαφορετικό επαγγελματικό προσανατολισμό. Παρέμεινε εκεί έως το 1984.

Σε μια στιγμή ξεκούρασης, ενώ έχουν περάσει τα χρόνια (αρχείο αδελφές Κωτσαγιάννη).

Ο Χρήστος Καρακάσης  ήτανε από μικρός στη δουλειά. «Δούλευα μαζί του τη δεκαετία του ‘70 στην Κορίνθου. Από αυτόν έμαθα όλα τα μυστικά και τις συνταγές. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει σύνταξη, με ρώτησε εάν θέλω να συνεχίσω  την επιχείρηση.» θυμάται.

Στην συνέχεια ο Μάρκος αποχώρησε από τον συνεταιρισμό και μετά από χρόνια, βοήθησε την κόρη του Χρυσούλα στο γαλακτοζαχαροπλαστείο που άνοιξε με την επωνυμία του ξανά στην Κορίνθου.

Ο Χρήστος Καρακάσης έμαθε δίπλα στον Μάρκο την τέχνη (αρχείο Χρήστου Καρακάση).

Έφυγε από τη ζωή το 2004.

Ακόμη και σήμερα υπάρχουν φοιτητές που έφυγαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν ψάχνοντάς τον για να του πουν ένα «ευχαριστώ»,  από αυτά που στοχεύουν κατευθείαν καρδιά.

Από το βιβλίο Ιστορίες εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα, της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου (ΣΚΕΑΝΑ, εκδόσεις Το δόντι)

 

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα