Στο Μαρκάτο του 1960

25.06.2023 / 18:00
Μαρκάτο-με-λαϊκή-πριν-χτιστεί-το-Αστυνομικό-μέγαρο.-Δεκαετία-60

Σάββατο πρωί, Ιούνιος, και ακόμη δεν έχουν πιάσει οι ζέστες. Τη βόλτα στο Μαρκάτο, ειδικά Σάββατο, δεν την έχανα με τίποτα. Η νόνα μού είχε τάξει να με πάρει μαζί της στο μαγαζί του ανιψιού της, του Θεοδόση. Ήθελε να περάσει και από του Σταθόπουλου, στην Υψηλάντου, να δώσει την γκαζιέρα για επιδιόρθωση. Είχε μπουκώσει και είχε χάσει τη δύναμή της, όπως μου εξήγησε, και ήθελε καθάρισμα.

Τότε ήταν καινοτομία η χρήση του υγραερίου για το μαγείρεμα και οι διαφημίσεις στις εφημερίδες προέτρεπαν τους καταναλωτές «να βάλουν πολιτισμό και υγεία στο σπίτι τους». Και τα βάλαμε κι εμείς, με την αγορά ενός πετρογκάζ από το κατάστημα του Μανούσου, στη γωνία Αγίου Ανδρέου και Γούναρη. Το πετρογκάζ είχε τρία μάτια, δύο μεγάλα στις άκρες και ένα μικρό στη μέση για τον καφέ. Με αυτόν τον τρόπο, γλιτώσαμε από το φωτιστικό πετρέλαιο, αλλά βάλαμε στο σπίτι μας την μπουκάλα υγραερίου, που έπρεπε να την προσέχουμε μην τυχόν και κάνει διαρροή και πάθουμε ασφυξία. Γι’ αυτό, κάθε βράδυ, πριν πέσουμε για ύπνο, πηγαίναμε κοντά στο λάστιχο και μυρίζαμε.

Το καρβουνιάρικο του Τζακώστα

Ο Σταθόπουλος ήταν ανάμεσα στο τομαράδικο του Ζυγομαλά και στο κτίριο της εφημερίδας «Πελοπόννησος», απέναντι από το καρβουνιάρικο του Τζακώστα. Μέχρι να μιλήσει η νόνα με τον Σταθόπουλο, εγώ παρατηρούσα με περιέργεια τον βοηθό του καρβουνιάρη, που ήταν κατάμαυρος ρούχα, χέρια και μούτρα και το μόνο άσπρο πάνω του ήταν τα μάτια του. Δικαιολογημένα, βέβαια, γιατί όλη μέρα ήταν χωμένος στα σακιά και στην καρβουνόσκονη.

Ο Θεοδόσης είχε το μαγαζί στην καρδιά του Μαρκάτου, γωνία Υψηλάντου και Ερμού, στο ισόγειο του παλιού διώροφου κτιρίου, όπου αργότερα φτιάχτηκε το μεγαθήριο που στεγάζει τις υπηρεσίες της Αστυνομίας. Το εμπόρευμα ήταν βουνά από κάρβουνα, πατάτες και κρεμμύδια. Το καλοκαίρι δε έφερνε καρπούζια (χειμωνικά τα έλεγε) και πεπόνια αργίτικα και Λεσινίου.

Το οίκημα ήταν πολύ παλιό, με φανερά τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης. Οι τοίχοι είχαν χρώμα καφετί, οι σοβάδες ήταν φαγωμένοι και το πάτωμα του μαγαζιού φθαρμένο, με σπασμένες σανίδες, έτσι που σε πολλά σημεία έβλεπες το υπόγειο. Το κτίριο παλιά ήταν λευκό και στέγαζε το Πρωτοδικείο, και του είχε μείνει το όνομα. Πρέπει να ήταν σπουδαίο στην εποχή του, γεγονός που μαρτυρούσε η κατασκευή του με τα μεγάλα τοξωτά παράθυρα. Στον επάνω όροφο έκανε πρόβες η φιλαρμονική του Δήμου, με μαέστρο τον Θεόφιλο Κάββουρα. Έτσι, ο Θεοδόσης ζύγιζε στην πλάστιγγα τα κρεμμύδια με μουσική υπόκρουση τις μελωδίες από την «Κλέφτρα Κίσσα» του Ροσσίνι, την «Πολωνέζα» του Σοπέν και τα εμβατήρια των παρελάσεων.

Μετά το μαγαζί του Θεοδόση ήταν τα δημοτικά ουρητήρια, το δερματάδικο του Γιαννόπουλου και του Ράπτη, τα μαγέρικα και το γαλακτοπωλείο του Κουτσογιάννη, που ήταν απέναντι από το ραφείο του Βινιεράτου. Ακριβώς απέναντι από τον Θεοδόση, γωνία Καραϊσκάκη και Ερμού, ήταν η ποτοποιία του Λαγκαδινού. Ευωδίαζε όλη η γωνία από τη μεθυστική μυρουδιά του γλυκάνισου.

Οι δρόμοι γέμιζαν με ζωντανά αρνιά και κατσίκια

Τα Σάββατα είχε μεγάλη κίνηση το Μαρκάτο, καθώς ερχόντουσαν οι αγρότες από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν την παραγωγή τους. Πληθώρα από λάχανα και φρούτα, αλλά και ζωντανά, όπως κότες, αρνιά, κουνέλια, γουρούνια κ.λπ.

Είναι χαρακτηριστικό πως τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο το Μαρκάτο και οι γύρω δρόμοι γέμιζαν με ζωντανά αρνιά και κατσίκια. Για ασφάλεια, τα έδεναν ακόμα και από τα πόμολα στις πόρτες των σπιτιών. Και οι κάτοικοι της Ερμού και της Ηφαίστου έκαναν υπομονή μέχρι να πουληθεί το ζωντανό, για να ανοίξουν με ασφάλεια την πόρτα τους.

Πάγκοι, τέντες, στέγαστρα από λαμαρίνες, στοές και εμπορεύματα, έστηναν ένα ιδιαίτερο σκηνικό, γεμάτο εικόνες και χρώματα. Στέγαστρο από λαμαρίνα είχε και το μαγαζί του Θεοδόση. Η πλατεία στη μέση ήταν γεμάτη με φορτωμένα κάρα μαζί με την κινητήριο δύναμη, τα άλογα ή τα γαϊδούρια, τα οποία μασούλαγαν υπομονετικά τη βρώμη από τον κρεμασμένο υφαντό ντορβά, μέχρι να ξεπουληθεί το φορτίο. Η προσέλευσή τους στην πλατεία γινόταν από την Ερμού, κι όπως ήταν κατηφορική, συχνά τα κουρασμένα υποζύγια γονάτιζαν. Κι εγώ, όπως τα έβλεπα, νόμιζα ότι κι αυτά θέλανε ξεμάτιασμα!

Οι χωριάτες άφηναν τα άλογα και τα γαϊδούρια για ξεκούραση στα χάνια, όταν έρχονταν στο Μαρκάτο. Τέτοια χάνια υπήρχαν στη Γερμανού (όπως αυτό δίπλα στον φούρνο του Ζήση) και στους δρόμους του Μαρκάτου. Ακριβώς απέναντι, στο βάθος της πλατείας και διαγωνίως από τον Θεοδόση, ήταν το χάνι και πεταλωτήριο του Παναγόπουλου, που έφτιαχνε και σαμάρια. Όση ώρα ήταν η νόνα στον Θεοδόση, εγώ παρατηρούσα την κίνηση στο πεταλωτήριο. Είχε μονίμως άλογα σε αναμονή για περιποίηση. Στο βάθος το καμίνι φουντωμένο και το αμόνι που διαμόρφωνε τα πυρωμένα πέταλα.

Με την ευκαιρία της αναμονής, οι χωριάτες θα επισκέπτονταν ένα από τα μαγέρικα, που για τον λόγο αυτό ήταν γεμάτο το Μαρκάτο, όπως η υπόγεια ταβέρνα του Οικονόμου, που ήταν παραδίπλα από το μαγαζί του Θεοδόση, του Σουβαλιώτη στη γωνία Υψηλάντου και Ερισσού, του Κολόμβου απέναντι, του Ραφτόπουλου και του Πολίτη στην άλλη πλευρά της Υψηλάντου, μετά το μαγαζί του Θεοδόση. Tο μενού ήταν πατσάς σε πολλές εκδοχές, βραστό, λαδερά, σαβόρο, κουκιά πλακί, γαύρος λαδορίγανη και πατάτες γιαχνί…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ…

Στο Μαρκάτο του 1960 2

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

πρωτοσέλιδα