Παρασκευή, 9.04.2021, 3:08 μμ

Πολιτισμός σε αναστολή – Κραυγή, βουβή.

03.04.2021 / 13:55
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
απόλλων

Με την υπογραφή του Δημήτρη Τουλιάτου

 Δεν υπάρχουν λέξεις να βάλω στη σειρά για να δώσω φωνή στα άδεια θέατρα και χώρους λόγου, τέχνης και πολιτισμού.

Χάσματα κενού και πόνου.

Κοίτα και μόνος σου και θα διαπιστώσεις πως, αντίθετα με όσα μας είπε η φυσική, η κραυγή αγωνίας μεταδίδεται και στο κενό.

Και άκου λέξεις ποιητών, που μιλούν καλύτερα από μένα.

Μετά την παράσταση

έμεινε κρυφά στο υπερώον

στα σκοτεινά.

Η αυλαία ολάνοιχτη.

Εργάτες της σκηνής,

φροντιστές, ηλεκτρολόγοι

ξεστήνουνε τα σκηνικά,

μετέφεραν στο υπόγειο

ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,

σβήσαν τα φώτα,

έφυγαν,

κλείδωσαν τις πόρτες.

Σειρά σου τώρα,

χωρίς φώτα,

χωρίς σκηνικά και θεατές,

να παίξεις εαυτόν.

Στο υπερώον, Γιάννης Ρίτσος

“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια

τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια

 τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.

Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…

 Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.

Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.

 Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία

δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;

 Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.

Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.

 -Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε

λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

Ζωή – χωρίς να ζούμε,  Βύρων Λεοντάρης

Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα
Όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε
Από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε
Στο χλιαρό κενό τού να μη σκέφτομαι καθόμουνα
Παρατηρώντας μιαν αράχνη που αιωρείτο.
Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι
Γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της
Έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα
Ακάθεκτη ορμούσε στο κενό.
Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα.
Όμως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα
Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο
Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.
Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος
Που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε
Να παγιδέψει το άπιαστο.
Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε
Τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.

Η αράχνη, Αντώνης Φωστιέρης

Τώρα προσμένοντας να ζωντανέψουνε μες στον καιρό τα πρόσωπά μου
επιμένοντας τα πρόσωπά μου ν’ αποκριθούν σε τούτο το κάλεσμα
το κάλεσμα ν’ ακούσουνε να σηκωθούνε απ’ τη σιωπή
προσμένοντας να ιδώ τα πρόσωπά μου να γυρίζουνε
φοβέρα κι απειλή αψηφώντας να γυρίζουνε
μες στο φεγγάρι που χωρίζει το δρόμο
σε δρόμο απ’ εδώ και σε δρόμο απ’ εκεί
να σύρουνε το μάνταλο που τρίζει
και να γυρέψουνε την πείνα τους όχι την πείνα του ψωμιού
τη ζωή τους να γυρέψουνε δίπλα στον ίσκιο του ψωμιού
προσμένοντάς τους να ’ρθουνε και να παραμερίσουνε το θρήνο μου
θρηνώ κι υπάρχω μάρτυρας
στ’ απέραντα τούτα βουνά τη νύχτα μαρτυρώντας τον αχό του τύμπανου
σε τόπους όπου η πέτρα χάνεται και το χορτάρι χάνεται
και πιο κάτω τα δέντρα χάνονται όλα μαζί και τα πρινάρια
και πιο κάτω το δάσος που υπήρχε χάνεται
τιρ-λιρ
γυρεύοντας δροσιά μέσ’ απ’ τα κάψαλα
εγώ που ξέρω αυτά τ’ αμετακίνητα βουνά
που ξέρω τι θα πει η φωνή ν’ ανασηκώνει τα βουνά
ανακαλύπτοντας την αλυσίδα των βουνών την αλυσίδα της σιωπής
την αλυσίδα του έργου που ετοιμάζεται
πέρα μακριά από τούτα τα βουνά
μες στη σιωπή
σ’ άλλα βουνά που καίνε
εγώ μονάχος ο επιζών
ο μάρτυρας εγώ
τη νύχτα τούτη μαρτυρώ
που κατεβαίνει.

Απόσπασμα από το ποίημα Ο επιζών, του Τάκη Σινόπουλου

Τη νύχτα όχι
δε θα μας την πάρουν,
δεν θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.
Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.

Οι εραστές της νύχτας,  Χρίστος Λάσκαρης

Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
Το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
στο τρίτο πρόσωπο βγάζει τη μάσκα
και απλώνεται
με ήττα.

(Εκτός κι αν κάτι
δεν έμαθα καλά.
Από παιδί.)

Ανατροφή, Αντιγόνη Βουτσινά

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,

βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά

κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,

οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,

στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.

Ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,

όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,

λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,

έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.

Το Δάσος, Ντίνος Χριστιανόπουλος

(από την εφημερίδα “Νεολόγος”)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

No Content Available

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα