Οι Ξυλουργοί της Πάτρας

19.04.2021 / 11:03
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Στο Facebook υπάρχει μια πολύ καλή ομάδα, που έχει τίτλο PATRAS PHOTOS OLD SPECIAL, στην οποία ανεβάζονται φωτογραφίες σπάνιες συλλεκτικές από ιδιωτικές συλλογές, οικογενειακά album, παλιά βιβλία, κάρτες και μουσεία. Η ομάδα αυτή έχει κάποιους φανατικούς φίλους που με συνέπεια και συχνότητα μας ταξιδεύουν στην παλιά όμορφη Πάτρα.

Η παλιά φωτογραφία

Πρόσφατα ο Βασίλης Καραβασίλης ανέβασε τη φωτογραφία που δημοσιεύουμε και αφορά ένα ξυλουργικό εργοστάσιο στην πόλη μας το 1927, με την σημείωση πως είναι από το MUSEO NAZIONAE ALINARI DELLA FOTOGRAFIA. Πολλοί φίλοι έγραψαν διάφορες γνώμες για την πιθανή τοποθεσία και το όνομα του εργοστασίου, καθώς τους θύμιζαν εικόνες από παλιά ξυλουργεία συγγενών τους η φίλων και γνωστών. Αυτό εξηγείται γιατί εκείνη την εποχή αλλά και μεταγενέστερα λίγο πολύ όλα μεταξύ τους έμοιαζαν καθώς τα κτίρια ήταν πέτρινα και τα μηχανήματα ίδια με προεξάρχουσα την κορδέλα. Τελικά ο Ανδρέας Αυλιχός, γνώστης και ερευνητής, έγραψε πως «Σύμφωνα με περιγραφή στο αρχείο Alinari η φωτογραφία αφορά: «Δραστηριότητες Ιταλών στο εξωτερικό. Συμβολή στην υλοποίηση δημόσιων αρχιτεκτονικών έργων στο πριονιστήριο Vincenzo Greco που ειδικεύεται στην ξυλουργική» και συμπληρώνει, πως στον οδηγό Πάτρας του 1930, στα «Ξυλουργικά Εργοστάσια» υπάρχει καταχώρηση «Βιτσέντζο Γκρέκο και Εσπεντίνο Μπαζίλε» με διεύθυνση την Μαιζώνος 165.

Η ιστορία των ξυλουργών

Μια μικρή ιστορία της πόλης μας είναι οι ξυλουργοί – επιπλοποιοί Ιταλοί και Ιταλοπατρινοί που ήταν ιδιαίτεροι τεχνίτες κι έβγαλαν σπουδαίους μαθητές που συνέχισαν την τέχνη.                                          

Στον Πανελλήνιο οδηγό Εμπορίου και Βιομηχανίας του 1951, φαίνεται ότι λειτουργούν στην Πάτρα το ξυλουργικό εργοστάσιο του «Αγγιούζ Α». και «Μπαζίζε Ε»., στην Μαιζώνος 213 με ειδίκευση κουφώματα και σταφιδοκιβώτια και του «Ελλούλ Π. και Σία» στην Μουρούζη 14 με ειδίκευση στα κουφώματα και σουμιέδες. Αρκετά τέτοια εργοστάσια έκλεισαν την δεκαετία του 1960, όταν καταργήθηκε η συσκευασία της σταφίδας σε ξύλινα κιβώτια και αντικαταστάθηκε με χαρτοκιβώτια. Έτσι παρέμειναν οι επιπλοποιοί όπως ο εξαίρετος Ιταλοπατρινός τεχνίτης Γαϊτάνος Παληόνικο (Gaetano Palioniko) που στόλισε πολλά σπίτια με καλαίσθητες τραπεζαρίες, σύνθετα και κρεβατοκάμαρες και την τέχνη του συνέχισε με επιτυχία ο γιός του Γιώργος Παληόνικο, με τον οποίο συνυπηρετήσαμε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Επιμελητηρίου Αχαΐας την δεκαετία του 1990.  

Οι  ρεμεσιέρηδες           

Όταν μέναμε στην Αθήνα, είχαμε και στην γειτονιά μας έναν επιπλοποιό που στην βιτρίνα έγραφε «Ρεμεσιέρης». 

Ρεμεσιέρηδες, λέγανε τους Κερκυραίους επιπλοποιούς και προφανώς η λέξη προέρχεται από το ‘Rimesso” που στα Ιταλικά σημαίνει ξύλινη επένδυση επίπλου με κομμάτια έγχρωμου ξύλου μικρού πάχους. Η τέχνη του επιπλοποιού ήταν πολύ ανεπτυγμένη και στα Επτάνησα και για τον λόγο αυτό ένα μέρος της ορολογίας της τέχνης του επίπλου έχει Ιταλική προέλευση όπως καβίλια, τραβέρσα, κομοδίνο, ροτόντα, τελάρο, μπερζέρα κ.α., λόγω της μακρόχρονης παρουσίας των Ενετών στα νησιά.                                  

Τα ξυλουργεία στο Τσιβδί

Τα ξυλουργεία που ήταν διάσπαρτα στην περιοχή γύρω από το Τσιβδί, ήταν μαγεμένοι τόποι της παιδικής μου ηλικίας αρχές της δεκαετίας του 1960. Ένα τέτοιο ήταν και το ξυλουργικό εργοστάσιο του «Αρίστου Καρύδη» που ήταν χαμηλά στην Τσαμαδού μεταξύ Αγίου Ανδρέου και Ρήγα Φεραίου. Πηγαίναμε συχνά και ο λόγος ήταν η προμήθεια μικρών τεμαχίων ξύλου (καντινέλλες) που περίσσευαν από την πριονοκορδέλα και ήταν ιδανικά για την φωτιά στο καζάνι της μπουγάδας. Τίποτα δεν πήγαινε άχρηστο από την επεξεργασία του ξύλου, ακόμη και το πριονίδι που ήταν βουνά μέσα στο εργοστάσιο, χρησίμευε για το σκούπισμα των καφενείων και των μαγέρικων για να μαζεύει τη λίγδα, καθώς ακόμη δεν υπήρχαν τα απορρυπαντικά.                                     

Το ξυλουργείο του Καρύδη ήταν ένα μαγικός κόσμος με τις μεγάλες πριονοκορδέλλες,  τον τόρνο για τις κάνουλες, την σβούρα, τους πάγκους, τις πλάνες και τα τρυπάνια αλλά και εκείνη την υπέροχη μυρουδιά του κομμένου ξύλου – που το πριονίδι καθώς βρεχόταν για να κατακάθεται η σκόνη του – την άπλωνε ανάμεσα στους μεγάλους πάγκους, στους τοίχους και τις πέτρινες καμάρες.

Η διαδικασία

Η ξυλεία, ερχόταν με μεγάλα καΐκια και Motorship από τον Άγιον Όρος. Κατέβαιναν στα αμπάρια οι εργάτες του Σωματείου Εργατών Θαλάσσης, και ποστιάζανε την ξυλεία στα βίντσια που με την βίρα και την μάϊνα του ντοκουμάνη τα ξεφόρτωνε στην προκυμαία. Και μετά οι εργάτες του Σωματείου ξηράς την φόρτωναν στα διπλόκαρα για την μεταφορά της στα ξυλεργοστάσια. Η ξυλεία ήταν από τα καλύτερα φορτία για τους εργάτες, καθώς ήταν το πιο καθαρό σε σχέση με τον γαιάνθρακα, τα λιπάσματα και τους μπακαλιάρους κι έπιανε καλύτερη τιμή στον τόνο.                                              

Οι οξιές ήταν ιδανικές για τις δούγες που είχαν προορισμό τα τυροβάρελα ενώ οι καστανιές και οι δρύες για τις δούγες των κρασοβάρελων. Και τα πουρνάρια με τις οστριές που ήταν σκληρά είχαν προορισμό τα στειλιάρια, τις ματσόλες και τις κάνουλες, όπως επίσης ήταν ιδανικά για ροδόξυλα, δηλαδή για τις ακτίνες και τα “φανάρια” στις ρόδες των κάρων. Κάνουλες, πολλές κάνουλες και σε διάφορα μεγέθη για βαρέλια ήταν σωρό μέσα σε κιβώτια. Πάνω τους έβαζαν μια σφραγίδα με ζωγραφιά ένα κροκοδειλάκι. Και μετά τις άλειφαν με «καρναούμπα» για την προστασία και την μακροημέρευση της στάμπας. Αυτή η περιοχή ήταν γεμάτη από ξυλουργεία, όπως ήταν και του Πανταζή που ήταν απέναντι από τον αλευρόμυλο και κατασκεύαζε πόρτες, παράθυρα και φράχτες.  

Αλλά και του Μαράτου, στην Μπουμπουλίνας, που κατασκεύαζε ψαροκασέλες για τα καΐκια και τύπωνε με πυρογραφία τα ονόματα των καϊκιών όπως «Ευαγγελίστρια», «Άγιος Νικόλαος» και «ο Γλάρος».

Τα ξυλοκιβώτια της σταφίδας

Κατασκεύαζε επίσης ξυλοκιβώτια για σταφίδες (κασελάκια) για τα σταφιδεργοστάσια της παραλίας. Χιλιάδες κασελάκια κατασκεύαζαν τα ξυλεργοστάσια για να συσκευάσουν και μεταφέρουν τον μαύρο χρυσό στα λιμάνια του Liverpool και του Felixstowe. Τα μπακάλικα της Γηραιάς Αλβιώνας, πανηγύριζαν όταν υποδέχονταν τα πρώτα φορτία, έθιμο που τηρούσαν από την εποχή που τα ιστιοφόρα έφθαναν από το Patras port, στις αποβάθρες της Αγίας Αικατερίνης, βαθειά στον Τάμεση ποταμό. Και πανηγύριζαν γιατί μοσχοπούλαγαν την πανέμορφη και γλυκιά κορινθιακή σταφίδα (currants) για τις πουτίγκες, αλλά και κέρδιζαν από τα ξύλινα κασελάκια που τα έσπαγαν και τα πούλαγαν για προσανάμματα στα τζάκια των Εγγλέζων.                     

(από εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα