Παρασκευή, 26.02.2021, 12:38 μμ

Οι φρίξες, η Ηφαίστου και το Σιδεράδικο του Σαμοθρακίτη

25.01.2021 / 8:30
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Τα πρωινά, η μία γωνιά από το καρβέλι του φρέσκου ψωμιού, με βγαλμένη την ψίχα και παραγεμισμένη με λάδι, ντομάτα και τυρί φέτα, αποτελούσε το καθημερινό μου δεκατιανό. Με την πρώτη δαγκωνιά το λάδι, κατά έναν περίεργο τρόπο, εκτοξευόταν πάνω στην μπλούζα μου και, παρά τη μεγάλη προσοχή που έδειχνα, αυτό γινόταν καθημερινά.

Μετά, το ψωμί που περίσσευε δεν πήγαινε χαμένο. Το κόβαμε φέτες και όταν μαζευόταν αρκετή ποσότητα, το κάναμε φρίξες στον φούρνο του κουμπάρου μας, του Μιχάλη, που ήταν στην Ηφαίστου. Αυτό κάναμε κι εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα… ήταν Γενάρης του 1960.

Η σκοτεινή και γεμάτη λούμπες Πατρέως

Βροχερός ο καιρός, αλλά το κρύο της Πάτρας μαλακό. Από την Υψηλάντου, μετά την «Πεντάνουσα», βγήκαμε στην Πατρέως. Σκοτεινοί οι δρόμοι, λιγοστές οι χλωμές λάμπες  φώτιζαν μάλλον επιλεκτικά. Για να φτάσουμε στην Ηφαίστου, περάσαμε από το στενό κάτω από τις σκάλες και αμέσως βρεθήκαμε σε βαθύ σκοτάδι. Στο πλάι, καλά κρυμμένο από τα χώματα και τον χρόνο, το Ρωμαϊκό Στάδιο‒ ο φωτισμός ανύπαρκτος, ενώ τον χειμώνα, που νύχτωνε νωρίς, επικρατούσε ερημιά. Ο δρόμος με νεροφαγώματα και λούμπες κοντά – κοντά από ένα ασταμάτητο ψιλόβροχο.

Οι φρίξες του Μιχάλη

Ο Μιχάλης έβαλε το ψωμί σε λαμαρίνες, για να το κάνει φρίξες. Οι φρίξες είχαν πολλές χρήσεις, όπως βρεγμένες και πασπαλισμένες με ζάχαρη για το απογευματινό μας, αλλά και με λάδι, ντομάτα, ρίγανη και ξίδι‒ ή γλυκάδι, όπως το λέγαμε.    

Το γλυκάδι στου Πομώνη                                                                                          

Το καλύτερο γλυκάδι στην Πάτρα, το βρίσκαμε στο μαγαζί που ήταν γωνία της Ηφαίστου με τις σκάλες του Γιογκαράκη, στου Πομώνη. Το μαγαζί είχε μεγάλες γυάλινες νταμιτζάνες με πλεχτό καλάμι, γεμάτες με ξίδι, το οποίο διατίθετο μετά από δοκιμή. Ήταν όμως και φορτωμένο με, πλεξούδες με σκόρδα, ξύλινες καυκιές, κλουβιά για πουλιά, κουτάλες, σημαίες και κοντάρια  και κοφίνια κάθε μεγέθους, παραγωγής της οικογένειας Πομώνη.

Και σαρώματα κοντά και με κοντάρι.

Τα σαρώματα των τυφλών και οι κοφινάδες από τα Γύφτικα

Τα έφτιαχναν στο εργαστήριο τυφλών που ήταν Κανάρη και Υψηλάντου και είχε ιδρυθεί το 1954 με δωρεά του Περικλή Κρητικού. Εκεί οι τυφλοί κυρίως νέοι μάθαιναν να φτιάχνουν σαρώματα, παντόφλες, ταπέτα, καρέκλες, ντύματα μπουκαλιών κ.λ.π., για να έχουν απασχόληση και να γνωρίζουν μία τέχνη κι εγώ συχνά τους έβλεπα να εξασκούν την τέχνη τους στο πεζοδρόμιο.

Το εργαστήριο για κοφίνια ήταν στις σκάλες πιο πάνω, απέναντι από το χαλβαδοποιείο  Αγγελόπουλου-Ηλιάδη. Δούλευαν ασταμάτητα μέσα στη στέρνα το βρεγμένο καλάμι, αλλά κι έξω στις σκάλες, οι τεχνίτες που στην πλειοψηφία τους ήταν μαυριδεροί καθώς προέρχονταν από τα Γύφτικα. Σωρός ήταν στις σκάλες και κρεμασμένα στους τοίχους, καλάθια, κόφες, κοφίνια, κανίστρες, κανιστρέλια και τρυγοκόφινα.

Μέχρι να γίνουν οι φρίξες, πεταχτήκαμε για ξίδι στου Πομώνη και για ένα «γεια» απέναντι στον γνώριμό μας Μιντιλογλίτη. Το μαγαζί του ήταν γεμάτο σιδερένια κρεβάτια με στριφτά νίκελα και στρώματα. Στην άλλη γωνία αριστερά, στην Ερισσού, ήταν το βαρελάδικο του Ραυτόπουλου, που έφτιαχνε τα βαρέλια του στον δρόμο. Βρεγμένες σανίδες, πλάνες και παστράγγουλα, πριόνια και ράσπες, ανάκατα στον δρόμο. Με υπομονή και τέχνη φορμάριζε τα στεφάνια και ετοίμαζε τα βαρέλια, για να δεχθούν τα αρώματα του ροδίτη και της μαυροδάφνης.

Το σιδεράδικο του Σαμοθρακίτη

Απέναντι ήταν το σιδεράδικο του Σαμοθρακίτη, που πρόσφατα τον είχαμε επισκεφτεί, για να προσθέσει κάγκελα σε μία σκάλα σιδερένια της θείας μου, καθώς πρόσφατα είχε αλλάξει η νομοθεσία και  υποχρέωνε όσους είχαν εσωτερικές  σιδερένιες σκάλες να τοποθετήσουν υποχρεωτικά κάγκελα και στις δύο πλευρές.

Ο Αντρέας Σαμοθρακίτης με καταγωγή από την Αρκαδία, ήταν φίλος του μπάρμπα μου, καθώς ήταν συμπολεμιστές στο μέτωπο της Μικρασίας και φθάσανε μαζί μέχρι τον Σαγγάριο ποταμό.

Ανεβαίνοντας από την Υψηλάντου στην Ερισσού, στην γωνία ήταν το τσαγγαράδικο του Πλέγα που αρωμάτιζε  το στενό με μυρουδιές από τα δέρματα και τα πετσά, χαρμανιασμένες με την γλυκειά οσμή της βενζινόκολας. Έτσι λίγο πιο πάνω στην Ερισού  και απέναντι από το βαρελοποιείο του Ραυτόπουλου, φτάναμε στο σιδεράδικο του Σαμοθρακίτη.  Το μαγαζί ήταν στενάχωρο, με μια χοντρή διπλή πόρτα από  ξύλο πεύκου που έκλεινε με σιδεριά και κλείδωνε με ένα χοντρό λουκέτο.

Στο βάθος ήταν το πυρωμένο καμίνι με το  φυσερό  και μπροστά το δουλεμένο αμόνι έδινε στο σίδερο μορφή για να ‘ναι χρήσιμο. Συνήθως καλέμι, κασμάς, τσεκούρι, σκεπάρνι σύμφωνα με την τράβηξη της αγοράς. Καλοδουλεμένα και περίτεχνα κάγκελα για μπαλκόνια, περίμεναν στην γωνία, μέχρι να στολίσουν κάποιο  φιγουράτο μπαλκόνι. Τα σιδεράδικα του Μαρκάτου είχαν στολίσει τα αρχοντικά της πόλης με δουλεμένα στο καμίνι και στο αμόνι πανέμορφα.

Οι ποτοποιίες στου Μαρκάτου

Στην  γωνία, Γεροκωστοπούλου και Υψηλάντου, ήταν η ποτοποιία του Βαντάνα, που αγοράζαμε συχνά μέντα και μαστίχα, ως χαλαρωτικό αλλά και για τρατάρισμα, όταν δεχόμαστε στην σάλα τους συγγενείς. Στο Μαρκάτο ήταν συγκεντρωμένες πολλές ποτοποιίες: ο Πιλαβάς στην Καραϊσκάκη, ο Παρπαρούσης στην Πατρέως, οι Αφοι Χάχαλη στην Καραϊσκάκη. Επίσης ήταν ο Λαγκαδινός στην Ερμού, οι Αφοι Παπλά στην Καραϊσκάκη, οι Αφοι Κάμαρη στην Φιλοποίμενος κ.α.

Προτού γυρίσουμε στον φούρνο είχα και ένα κέρασμα, μια χούφτα καραμέλες-αστακούς από το χαλβαδοποιείο Αγγελόπουλου – Ηλιάδη. ‘Ήταν δεξιά στις σκάλες, είχε βάλει μπροστά τις χαρμανιέρες και η γλυκιά μυρωδιά της καμένης ζάχαρης που ανέδιδε μας ακολούθησε μέχρι το φωτογραφείο του Λαμπριανίδη.

Το φωτογραφείο του Λαμπριανίδη

Επί της Αγίου Γεωργίου, και δίπλα στο καφενείο, ήταν το φωτογραφείο, στο οποίο πήγαμε για να πάρουμε τη φωτογραφία που μας είχε βγάλει με τη θεία μου στα Ψηλαλώνια. Ο Λαμπριανίδης ήταν γνωστός μας, το ίδιο και ο φωτογράφος ο Σίμος, που είχε μαζί με τον Πιέρρο το φωτογραφείο «Φώτο Σταρ»επί της Κανακάρη, κοντά στη γωνία με τη Γεροκωστοπούλου. Στον ίδιο δρόμο ήταν και ο φωτογράφος ο Γατόπουλος, που είχε το «PHOTO SHINE» κι έβγαζε φωτογραφίες σε κέντρα.                                                     

Ήταν μια βόλτα γεμάτη μυρωδιές, ήχους, χρώματα και φασαρία. Ήταν η Πάτρα που άφηνε πίσω της δεκαετία του ’50 και ξεκίναγε τον δύσκολο δρόμο της προόδου με το λιμάνι της, το εμπόριο, τα μεγάλα εργοστάσια και το Καρναβάλι της που την έκανε διάσημη στην οικουμένη.

(εφ. Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα