O Ξανθόπουλος και η τράτα του Ράφτη στα Αραχωβίτικα

01.02.2021 / 12:29
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Ο κινηματογράφος «ΠΑΛΛΑΣ»  ήταν στην γωνία Γούναρη και Αγίου Γεωργίου, απέναντι από το εμπορικό του «Νασαχών» και κατόπιν «Πετρόπουλου». Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, έφερνε συχνά ταινίες με πολύ δυστυχία και κλάμα, που είχαν μεγάλη πέραση και έκοβαν χιλιάδες εισιτήρια σε όλη τη χώρα. Αυτές οι ταινίες, αποτύπωναν μια πραγματικότητα που αντιπροσώπευε μια κοινωνία που προσπαθούσε να βγει μπροστά, να περάσει στην επόμενη εποχή και  να αφήσει πίσω της την μαυρόασπρη εκδοχή του κακού και μίζερου εαυτού της.

Από τις πρώτες τέτοιες ταινίες που είχα δει ήταν το «Ορφανή σε ξένα χέρια» με την Μάρθα Βούρτση και τον Γιώργο Καμπανέλλη. Ο Νίκος Ξανθόπουλος, όμως ήταν εκείνος, που με την «ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ» του Τεγόπουλου, έγινε ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής των ταινιών «μελό» όπως τι έλεγαν η αλλιώς «οι ταινίες κλάμα…».       

Τα παιδικά χρόνια στα Αραχωβίτικα

Ο Νίκος Ξανθόπουλος, έχει συνδέσει τα παιδικά του χρόνια με τα Αραχωβίτικα, που τότε ήταν ένα παραδοσιακό ψαροχώρι.             

Ο πατέρας του από την Κερασούντα από σόι τσαγκαράδων και η μητέρα του από το Σοχούμι της Γεωργίας. Γεννήθηκε το 1934 και μεγάλωσε στην εργατοσυνοικία της Νέας Ιωνίας και στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Νίκος Ξανθόπουλος. Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα»,  διηγείται πως… «ο πατέρας μου από την αμυαλιά του, είχε ταλαιπωρήσει όλη την οικογένεια, μιας και πολύ συχνά τον χάναμε καθώς εξαφανιζόταν στα γρι-γρι της Πάτρας, όπου είχε κάνει κολλεγιές. Έτσι που τον έχανες που τον έβρισκες, λαμπαδόρο στην Πάτρα, στο γρι-γρι του Άννινου, να πάρει αέρα ο κώλος του. Η καημένη η Μαρία, με την ψυχή στο στόμα και μένα στην αγκαλιά, να τον φτάνει εκεί που της λέγανε πως τον είδανε. Κι έτσι έτυχε να βαφτιστώ εγώ στο Δρέπανο της Αχαΐας, εκεί που είναι τώρα το τσιμεντάδικο της «Τιτάν».  

Ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή

Όταν έγινε ο πόλεμος και μετά η γερμανική κατοχή, στην Αθήνα και στις συνοικίες της, απλώθηκε η πείνα μαζί με τον φόβο. Ο λαός υπέφερε και η ζωή πλέον δεν είχε καμία αξία καθώς ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους και τους μάζευαν με καρότσια.  Ο Ξανθόπουλος συνεχίζει την διήγηση: «Ο κόσμος έφευγε από τις πόλεις για τα χωριά, να βρούνε να ζήσουνε. Έφυγε κι ο πατέρας εκεί που είχε παλιές φιλίες και κουμπαριές και μετά θα έπαιρνε κι εμάς όπως κι έγινε. Βρεθήκαμε στα Αραχωβίτικα της Αχαΐας, ο πατέρας να δουλεύει στου Ράφτη την τράτα, κι εμείς να περιμένουμε τι θα βγάλει η θάλασσα…».         

                                      

Η τράτα ήταν του Χρήστου Ράφτη και ο Ξανθόπουλος θα κάνει φιλίες με τα παιδιά του και ιδιαίτερα με τον συνομήλικο του Μένιο. Ο Χρήστος Ράφτης που ήταν και ψάλτης, με την γυναίκα του Παρασκευή είχαν καλή σειρά και εκτός από την τράτα είχαν καλλιέργειες με κροκάρι και αμπέλια με μοσκούδι. Έτσι ο μικρός Ξανθόπουλος αισθάνεται ασφαλής που του έχουν διασφαλίσει τον επιούσιο και συνεχίζει την διήγηση:

Ο αγώνας για το φαγητό

«…Τον πρώτο καιρό κάτι χόρτα από τα χωράφια, κάτι ο γαύρος και η παπαλίνα, κάτι οι ροδίτες από τα αμπέλια, κυλάγαμε καλά.  Αλλάζαμε και τα ψάρια και παίρναμε λίγη μπομπότα, πορευόμασταν. Όσο υπήρχε ο πατέρας στο σπίτι, εγώ οκτάχρονος αλώνιζα με τους φίλους μου τις παραλίες και τα χωράφια. Περιμέναμε στην δημοσιά το λεωφορείο να περάσει, Πάτρα-Αίγιο, ποιος θα κατέβει. Πηγαίναμε στο βάλτο που ξέραμε κάτι δρομάκια και κρυβόμασταν. Καπνίζαμε φούντες από τα καλαμπόκι, τυλιγμένα σε εφημερίδες. Ολόκληρο πύραυλο. Πνιγόμασταν και τρέχανε δάκρυα από τα μάτια μας. Κλέβαμε σταφύλια από τ’ αμπέλια του κόσμου, μαζεύαμε καβούρια, κολυμπάγαμε. Έμαθα κολύμπι, προσπαθώντας να πάω σε ένα βουλιαγμένο καράβι, που υπήρχε πέρα από τα μπάνια, προς τα Χατζέικα, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι. Έτσι ξεθάρρεψα και τους ακολούθησα…». Το βουλιαγμένο καράβι είναι το «Ιωάννης Νομικός» που είχε πέσει  θύμα των ανελέητων βομβαρδισμών των γερμανικών αεροσκαφών, τον Απρίλη του 1941 και ακόμη και σήμερα ένα μικρό τμήμα της πλώρης του είναι εμφανές. Και συνεχίζει:

«Πέρασα από ‘κει  πριν από μερικά χρόνια, δεν υπάρχει τίποτα. Άλλαξε το τοπίο και τα χρόνια μας, άλλαξαν και οι ζωές μας».


Οικογενειακή φωτογραφία του Χρήστου Ράφτη (πρώτος αριστερά)

Η συνάντηση με τους παλιούς φίλους

Είχε έλθει να συναντήσει τους παλιούς του φίλους, φυσικά τους Ραφταίους αλλά και  τον Φώτη Φωτογιαννόπουλο που είχε το καφενείο στο χωριό και τα καλοκαίρια με τον κινητό του κινηματογράφο πρόβαλε στα χωρία ελληνικές ταινίες, κυρίως του Ξανθόπουλου. Αρχές τις δεκαετίας του 1970, στηνόμουν κι εγώ από νωρίς στους πάγκους που έστηνε ο Φωτογιαννόπουλος στην αυλή του Ανδρέα Παλαιολογόπουλου η πίσω από τα ιαματικά λουτρά της Αντωνίας Φαλτσέτα, να δούμε την ταινία «Περιφρόνα με γλυκειά μου»  που θεωρήθηκε η ταινία στην οποία έπεσε το περισσότερο κλάμα στην οθόνη αλλά και στην πλατεία. Σκηνή – τραγούδι και κλάμα, σκηνή – τραγούδι και κλάμα. Και το ομώνυμο τραγούδι να κάνει θραύση.

Επίσης είχε έλθει να δει τον φίλο του Σπύρο Νικολόπουλο που είχε το χασάπικο απέναντι από την εκκλησία και τον Ανδρέα Κρούσκο που έκοβε τα εισιτήρια για την «Ριρίκα» το τραινάκι που έδινε ζωή στα χωριά ανατολικά της Πάτρας.     

 Γέμιζε τις κινηματογραφικές αίθουσες με βάσανα, φτώχειες, ξενιτεμούς και κλάμα                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              Μαθητής του Εθνικού Θεάτρου με σπουδαίους καθηγητές, είχε ένα πολύ πλούσιο ρεπερτόριο σε κλασσικούς ρόλους, και όχι μόνο, στο θέατρο, πριν αρχίσει την καριέρα στον κινηματογράφο με τις ταινίες που τον έκαναν γνωστό. Και η αρχή έγινε με την ταινία «Αγάπησα και πόνεσα» με την Άντζελα Ζήλεια. Πάνω από μια δεκαετία γέμιζε τις κινηματογραφικές αίθουσες με βάσανα, φτώχειες, ξενιτεμούς και κλάμα…  μα, πολύ κλάμα. Έγινε το παιδί του λαού που υποστήριζαν και συμπονούσαν μια μεγάλη πλειοψηφία του θηλυκού πληθυσμού σε όλη την χώρα. Ως αποτέλεσμα δε, καθημερινά έφθαναν στα γραφεία της ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ, που βρίσκονταν στην Ακαδημίας, κοφίνια με τρόφιμα και μπόγοι με ρούχα, για συμπαράσταση. Πολλές ταινίες ήταν με παρόμοιο περιεχόμενο και τραγούδια, πολλά τραγούδια. 

Ήταν η εποχή που η κοινωνία μας άλλαζε και πέρναγε, αργά μεν αλλά σταθερά από τα βιώματα της κατοχής και του εμφυλίου στην νέα εποχή και οι ταινίες του Ξανθόπουλου αποτύπωναν αυτήν ακριβώς την μεταβατικότητα.      

(από εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα