Ο Ταμπής, ο τούρκικος καφές και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος

31.03.2024 / 8:00
All-focus

με την υπογραφη του Θανάση Κούστα

Να εξομολογηθώ με το μαγείρεμα, ακόμη και στα πιο απλά δεν τα έχω καλά. Προχθές τηγάνισα δύο αβγά μάτια. Ούτε κι εκεί δεν τα κατάφερα γιατί – δεν ξέρω πως τρύπωσε ανάμεσα στα μάτια ένα τσόφλι – και το κατάπια με αποτέλεσμα στην κατηφόρα να μου γδέρνει τον οισοφάγο, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω.

Μα και στον Ελληνικό καφέ δεν έχω γνώση και τέχνη, και για τον λόγο αυτό δεν τον πετυχαίνω, σύμφωνα με τις επιθυμίες του παραγγέλοντος.

Έτσι θυμήθηκα κι εγώ ένα κείμενο που είχα γράψει παλαιότερα και έχει να κάνει με τον Ελληνικό ή Τούρκικο καφέ…

Και αυτό γιατί τελευταία βλέπω κάποια καλαίσθητα καφέ που εμφανίζονται στο κέντρο της Πάτρας και έχουν σε περίοπτη θέση τον Ελληνικό (τούρκικο) καφέ. Μπροστά το καμινέτο με μπακιρένιο μπρίκι και με πολλά γυρίσματα του κουταλιού στο ψήσιμο και πολλά ανεβοκατεβάσματα στο ψήσιμο… που σημαίνει παρασκευή μερακλίδικου καφέ για πραγματική απόλαυση.

Κι αμέσως έρχεται στην μνήμη μου πως αρχές της δεκαετίας του 1960, στο τέρμα της Γούναρη, πριν βγούμε στην Όθωνος-Αμαλίας, δίπλα από τα γραφεία των Σωματείου των καραγωγέων, ήταν το κουρείο του Μπερέτη. Κι αμέσως μετά το καφενείο του Καβρίκα. Άνοιγε το πρωί νωρίς πριν τις έξι και άναβε αμέσως τα κάρβουνα για την χόβολη. Οι καροτσέρηδες και οι εργάτες των Σωματείων Ξηράς και Θαλάσσης, έπιαναν στασίδι αχάραγα, ρούφαγαν τον τούρκικο σταλιά-σταλιά και περίμεναν το μήνυμα για αγώγια και μεροκάματα.

Η εστία φωτιάς από κάρβουνα, κράταγε τη χόβολη ζεστή. Το μπακιρένιο και φρεσκογανωμένο μπρίκι βούλιαζε μεσ’ την στάχτη. Πάνω από την εστία υπήρχε ένα μεγάλο σκεύος από μπακίρι, ο καράμπαμπας ή γεντέκι, που διατηρούσε ζεστό το νερό και με ένα βρυσάκι έβαζαν στο μπρίκι, πριν ακόμα το βάλουν στη χόβολη. Οι πόρτες έχασκαν κι έφερναν μέσα παγωμένο το βοριαδάκι που έφερνε ο μόλος και ταξίδευε ανάμεσα στις παρέες.

Σίγουρα ένα τέτοιο καφενείο θα ήταν μπροστά στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, όταν έγραφε τους στίχους: «Το Λαϊκό το καφενείο έχει μια πόρτα που όλο τρίζει, κι από το τζάμι μπαίνει κρύο που μας θερίζει» και συνεχίζει σαν να βλέπει ο ίδιος το καφενείο της Γούναρη: «οι τακτικοί του οι πελάτες ο Χωροφύλακας ο Αντρέας, πέντε έξι άνεργοι εργάτες κι ο κουρέας».

Τότε δεν υπήρχαν οι διάφοροι πολλοί καφέδες με τα δεκάδες μοντέλα και τα περίεργα ονόματα, καθώς σερβιριζόταν μόνο ο τούρκικος σε πολλές εκδοχές, όπως αναφέρει ο Ηλίας Πετρόπουλος:

– Με ολίγη (τρεις κουταλιές καφέ + μισή κουταλιά ζάχαρη· αυτός ο καφές ονομάζεται επίσης: ναι-και-όχι}, – Βαρύ γλυκός (τρεις κουταλιές καφέ + τέσσερις ζάχαρη), – Πολλά βαρύ γλυκός (τέσσερις κουταλιές καφέ + έξι ζάχαρη), – Ελαφρύς γλυκός (μιάμιση κουταλιά καφέ + πέντε ζάχαρη), – Οθωμανικός (τρεις κουταλιές καφέ + έξι ζάχαρη· με πολλές – πολλές φουσκάλες· είναι πιο βραστός απ’ τον γλυκύ βραστό), – γλυκύ βραστός (τρεις κουταλιές καφέ + έξι ζάχαρη), – Μέτριος (τρεις κουταλιές καφέ + δύο ζάχαρη), – Μέτριος βαρύς (τρεις κουταλιές καφέ + τρεις κουταλιές ζάχαρη), – Μέτριος βραστός (τρεις κουταλιές καφέ + τρεις ζάχαρη) αυτός ο καφές λέγεται και βραστός-και-όχι), – Βαρύς σε μισό (τρεις κουταλιές καφέ + έξι ζάχαρη· σε μισό φλιτζάνι νερό· αυτός ο καφές είναι πηχτός σα γιαούρτι), – Σκέτος (τρεις κουταλιές καφέ· διόλου ζάχαρη).

Δηλαδή με το ίδιο καφεκούτι, το ίδιο μπρίκι και την ίδια φωτιά, ο Ταμπής έφτιαχνε όλες αυτές τις εκδοχές και πολλές άλλες, γιατί ξεχάσαμε για παράδειγμα το «πολλά βαρύ και όχι – στο χοντρό». Αλλά ποιος ήταν ο Ταμπής; Ο Ταμπής ήταν ο τεχνίτης όχι ο καφετζής. Ήταν αυτός που ήξερε να φτιάχνει όλες τις εκδοχές του τούρκικου και να πετυχαίνει την επιθυμία του πελάτη, όπως ακριβώς τον ήθελε. Πάλευε με το μακρύ κουταλάκι σε κοφτές η γεμάτες, φούσκωνε τον καφέ και τον άφηνε να κατακάτσει δυο και τρεις φορές και μέτραγε τις φουσκάλες στο καϊμάκι. Ήταν ο Ταμπής, που κάθε καφενείο ήθελε να έχει για να προσελκύει ακόμη και τους πιο δύσκολους πελάτες. Είχαμε και στην Αθήνα, στην οδό Δράκου στο Κουκάκι, ένα παλιό καφενείο που είχε και Ταμπή, τον κυρ Θόδωρο, που ήταν πολύ γρήγορος και έπιανε τις παραγγελίες από το πεζοδρόμιο.

Ο Ταμπής κυρ- Θόδωρος ήταν σημαίνων πρόσωπο και είχε βοηθό τον παραταμπή, είχε πάντα τεντωμένα τα αφτιά του στη σάλα, για ν’ ακούει τις παραγγελίες των γκαρσονιών. Κι εμείς που παίζαμε μπιλιάρδο και παπά κοντά στην τζαμαρία, όταν τρίβαμε το τρεμπεσίρι, παρακολουθούσαμε τον Ταμπή καθώς με ιδιαίτερη προσοχή και αφοσίωση εκτελούσε τις παραγγελίες. Έπαιρνε το κατάλληλο κάθε φορά μπρίκι, το γύριζε μέτραγε κουταλιές καφέ και ζάχαρη, άνοιγε την βρυσούλα του καράμπαμπα και έχωνε το μπρίκι στην χόβολη. Αν τα φλιτζάνια ήταν περισσότερα από ένα, ο Ταμπής άδειαζε τον καφέ σε δύο τρεις δόσεις, ώστε όλα τα φλιτζάνια να έχουν καϊμάκι.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στην μπουάτ «Αρχόντισα» που ήταν στην Αδριανού της Πλάκας, σιγοτραγουδούσαμε μαζί με την Δήμητρα Γαλάνη, το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε μουσική του Μάνου Λοΐζου «Στο λαϊκό το καφενείο»…

…Κι εγώ που λες παιδάκι πράμα, πότε Ταμπής πότε γκαρσόνι, χρόνια να καρτερώ το θάμα, που δε ζυγώνει….

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

πρωτοσέλιδα