Παρασκευή, 13.11.2020, 12:34 μμ

Κορωνοιός – Ασθενείς: Πώς συνεχίζεται η ζωή μετά τη ΜΕΘ

13.11.2020 / 12:34
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
201112152927_icu

Μακρόχρονες συνέπειες για τους ανθρώπους που κέρδισαν τη μάχη έναντι της COVID-19 στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, οι οποίες εκτείνονται πολύ πέραν αυτής καθαυτής της σωματικής υγείας και αγγίζουν την ψυχική υγεία, αλλά και το εργασιακό τους καθεστώς, την ποιότητα ζωής και τον βιοπορισμό, καταγράφει μελέτη επιστημόνων του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες που δημοσιεύεται στο Annals of Internal Medicine.

Τα δεδομένα που αντλήθηκαν από 1200 περιπτώσεις ασθενών που νοσηλεύτηκαν σε 38 νοσοκομεία του Μίσιγκαν την περασμένη άνοιξη και το καλοκαίρι, όταν η αμερικανική πολιτεία ήταν μία από τις πρώτες που βίωναν έξαρση στα κρούσματα κορωνοϊού, αποκαλύπτουν ότι εντός δύο μηνών από τη νοσηλεία ποσοστό σχεδόν 7% είχε καταλήξει, περιλαμβανομένου ποσοστού άνω του 10% αυτών που εισήχθηκαν στη ΜΕΘ. Και ποσοστό 15% χρειάστηκε εκ νέου νοσηλεία.

Η εικόνα που διαμορφώνεται ως προς τη ζωή μετά τη ΜΕΘ προκύπτει από συνεντεύξεις των ερευνητών με 488 εκ των επιζώντων ασθενών περίπου δύο μήνες αφότου εξήλθαν του νοσοκομείου.

«Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι το βάρος της COVID-19 εκτείνεται πολύ πέραν της νοσηλείας και πολύ πέραν της υγείας» δηλώνει ο Vineet Chopra, ανώτερος συγγραφέας της μελέτης και επικεφαλής Νοσοκομειακής Ιατρικής στο Michigan Medicine, το Ιατρικό Κέντρου του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

«Το ψυχικό, οικονομικό και σωματικό κόστος αυτής της ασθένειας μεταξύ των επιζώντων φαίνεται σημαντικό» τονίζει.

Ποσοστό άνω του 39% των ατόμων που μετείχαν στη μελέτη δήλωσαν ότι δεν είχαν επιστρέψει ακόμη, δύο μήνες μετά, στις δραστηριότητες της καθημερινότητάς τους, ενώ 12% των ασθενών δεν μπορούσαν πλέον να αυτοεξυπηρετηθούν ως προς τις βασικές τους ανάγκες ή όσο επαρκώς όσο πριν.

Σχεδόν 23% ανέφεραν ότι είχαν δύσπνοια ανεβαίνοντας μόλις λίγα σκαλοπάτια. Και το ένα τρίτο των συμμετεχόντων εξακολουθούσε να παρουσιάζει συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο COVID-19, περιλαμβανομένων απώλειας γεύσης ή όσφρησης.

Στο επαγγελματικό πεδίο, το 40% που εργάζονταν πριν νοσήσουν ανέφεραν πως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην εργασία τους, οι περισσότεροι εξαιτίας της υγείας και ορισμένοι διότι είχαν χάσει τη δουλειά τους. Και ποσοστό 26% όσων είχαν επιστρέψει δήλωσαν ότι έπρεπε να εργάζονται λιγότερες ώρες ή να έχουν μειωμένα καθήκοντα εξαιτίας της κατάστασης της υγείας τους.

Παράλληλα, σχεδόν οι μισοί ανέφεραν ότι έχουν επηρεαστεί ψυχικά από την εμπειρία τους με τη νόσο και ένα μικρό ποσοστό χρειάστηκε να αναζητήσει τη βοήθεια ειδικού.

Πάνω από το ένα τρίτο (37%) όσων μίλησαν στους ερευνητές δήλωσαν πως αντιμετώπισαν σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο συνεπεία της νόσου. Σχεδόν 10% είχαν δαπανήσει σχεδόν όλες τις αποταμιεύσεις τους και 7% δεν μπορούσαν πλέον να καλύψουν μόνοι τους το κόστος διατροφής, θέρμανσης, στέγασης ή φαρμάκων.

«Αυτός ο μεγάλος αριθμός ατόμων που πασχίζουν μετά την COVID-19 καθιστά επείγουσα την ανάπτυξη προγραμμάτων για την καλύτερη προώθηση και υποστήριξη της ανάκαμψης μετά την οξεία φάση της νόσου» επισημαίνει η συνυπογράφουσα τη μελέτη Δρ Hallie Prescott, πνευμονολόγος-εντατικολόγος, του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

Σε ό,τι αφορά το δείγμα των συμμετεχόντων στη μελέτη, πάνω από 14% δεν είχαν χρόνια νοσήματα και για πολλούς άλλους το μόνο υποκείμενο νόσημα ήταν υψηλή αρτηριακή πίεση. Οι επιβεβαιωμένοι παράγοντες κινδύνου -διαβήτης, καρδιαγγειακά νοσήματα και νεφρική νόσος- προυπήρχαν στο ένα τέταρτο των ασθενών.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα