Κάποια βράδια… με τον Θεόφιλο Κάββουρα και τις Μπούλες

15.02.2021 / 11:03
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Το 1963, το σπίτι μας, με μπαλκόνι στην Γούναρη, είχε προνομιούχα θέση καθώς από μπροστά του πέρναγε η μεγάλη πομπή του Καρναβάλου, που από το 1959 και μετά περιελάμβανε πάνω από είκοσι σατυρικά και άνθινα άρματα και που το κάθε ένα συνόδευαν ομάδες από μασκαράτες με κατασκευές του καλλιτέχνη Χαράρη. Και μπάντες πολλές από διάφορες πόλεις. Η δική μας μπάντα, βέβαια, με την καθοδήγηση σπουδαίων μαέστρων όπως του αγαπημένου μας Θεόφιλου Κάββουρα, ήταν από τις πιο διάσημες στην χώρα μας και, οι λαϊκές συναυλίες που έδιναν στις πλατείες Γεωργίου, Υψηλών Αλωνίων και Τριών Συμμάχων με έργα κλασσικού ρεπερτορίου αλλά και δικά του, έμειναν στην ιστορία ως ψήγματα ενός πολιτισμού που αγκάλιαζε αυτή η πόλη. Οι συμπολίτες μας αλλά κι εμείς μικρά παιδιά περιμέναμε με αγωνία αυτές τις υπαίθριες συναυλίες που οι μουσικοί με τις χρωματιστές στολές μας χάριζαν απλόχερα και χωρίς σταματημό. Και  τα πρωϊνά ή τα απογευματινά άστραφταν στον ήλιο, όταν τα καλογυαλισμένα όργανα, τα τρομπόνια, τα κλαρινέτα και τα όμποε έκαναν τις δοκιμές τους .

Ο μαέστρος Θεόφιλος Κάββουρας ανέβαινε σε ένα μικρό παταράκι, από όπου σκορπούσε μελωδίες από τα μουσικά έργα που είχε ετοιμάσει. Η μουσική του Δήμου είχε αγκαλιαστεί  από τους Πατρινούς και ο μαέστρος Κάββουρας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και τον θαύμαζαν, γιατί ζούσε με ένταση την κάθε στιγμή στο πόντιουμ. Με αδημονία περιμέναμε να παρουσιάσει τα έργα που είχε γράψει ο ίδιος, πράγμα που έκανε συνήθως προς το τέλος της συναυλίας. Το θριαμβευτικό εμβατήριο «corpus domini», το «μπουρμπούλι» και το «ποτ πουρί», με το οποίο συνήθως έκλεινε, ενθουσίαζαν τον κόσμο.

Κυριακή πρωί στην πλατεία Γεωργίου

Ο σπουδαίος  Γιάννης Ζουγανέλης, που έκανε διεθνή καριέρα ως σολίστ τουμπίστας και θήτευσε στην μπάντα από το 1957 έως το 1961, περιγράφει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Ο ήχος της σάλπιγγος»:   «…Κυριακή πρωί στην πλατεία Γεωργίου, ο κόσμος κάθεται σε σιδερένια τραπεζάκια και απολαμβάνει την ωραία πράγματι ημέρα πίνοντας λεμονάδες, πορτοκαλάδες, βυσσινάδες η τρώγοντας διάφορα γλυκά του κουταλιού, περγαμόντο κυρίως.  Εμείς η Μουσική του Δήμου Πατρέων, καθόμαστε σε μια ξύλινη εξέδρα στην μέση της πλατείας και κουρδίζουμε τα όργανά μας. Είναι έντεκα η ώρα πριν το μεσημέρι, την συναυλία μας θα διευθύνει ο Βασίλης Σωζόπουλος.  Εκτός από τους ανθρώπους που κάθονται στα τραπεζάκια, πολλοί στέκονται ορθοί γύρω από την εξέδρα, είναι αυτοί που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μουσική μας. Λίγο πριν αρχίσουμε, γίνονται συζητήσεις μεταξύ των μουσικών και ορισμένων από το ακροατήριο: «Τι θα παίξετε σήμερα;» «Γιατί λείπει το δεύτερο τρομπόνι».                                              

 Αρχίζουμε από την «Κλεύτρα Κίσσα» του Ροσσίνι, έργο ελαφρύ, ευχάριστο, αστράφτουν τα κουταλάκια του γλυκού στον ήλιο, ο αρχιμουσικός υποκλίνεται μια φορά, δεν μπορεί δύο… Συνεχίζουμε με την «Πολωνέζα» του Σοπέν, επιτυχημένη διασκευή για μπάντα. Οι νέοι παρασύρονται σ’ ένα παραλήρημα χαράς, γελούν ευχάριστα, τα ρούχα που φορούν τους κάνουν πιο όμορφους. Τελευταίο έργο της συναυλίας είναι η «Αίντα» του Βέρντι, όπου ο κόσμος συνοδεύει την μπάντα τραγουδώντας αποσπάσματα από τις γνωστές άριες. Τελειώσαμε,  οι εργάτες ξηλώνουν την εξέδρα, τα τραπεζάκια  μένουν μόνα τους στην πλατεία κι οι χαρακτηριστικοί μπρούτζινοι λέοντες βγάζουν άφθονο νερό από το στόμα τους».

«Τρέχα να δεις»

Ήταν  κάποια Τετάρτη βράδυ, του 1963, όταν άκουσα φασαρία στον δρόμο, μουσικές και ροκάνες να κάνουν δαιμονισμένο θόρυβο… και η νόνα μου έλεγε «τρέχα να δείς, έρχονται οι μπούλες».  Μπροστά πιερότοι με φανταχτερές στολές με άσπρες κολλαρίνες και μεγάλες ξύλινες ροκάνες, έκαναν δαιμονισμένο θόρυβο και ξεσήκωναν τον κόσμο και τον έβγαζαν από τα μαγαζιά και τα σπίτια.

Και μετά καμαρωτός ο μαέστρος  Κάββουρας, σήκωνε την βέργα του και…. «Βάλε τον ντόμινο και πάμε στον χορό για να χορέψουμε μαζί με την Κοκώ…..» και όταν άρχιζε το «Καρνάβαλε κι Αποκριά τρελαίνεις γέρους και παιδιά»… τότε έμπαιναν οι γείτονες στον δρόμο και χόρευαν μαζί με τις μπούλες που συνόδευαν την μικρή αυτή και ενθουσιώδη παρέλαση, μαζί με τις λαμπαδηφορίες.                                                                            Οι μπούλες ήταν μια μεγάλη ομάδα από συμπολίτες μας λάτρεις του Καρναβαλιού που φορώντας ότι πιο περίεργο έβρισκαν στα σεντούκια του σπιτιού από γούνες μέχρι σώβρακα, συνόδευαν και χόρευαν… μαζί τους ήταν η ανατροπή, ο αυθορμητισμός και η σάτιρα, μοναδικά χαρακτηριστικά του Πατρινού Καρναβαλιού και μόνο. Κι εγώ μικρός στο πεζοδρόμιο τους έβλεπα με ενθουσιασμό και ήθελα πολύ να ήμουνα μαζί τους. Αλλά πίσω ακολουθούσαν οι μασκαράτες του Χαράρη, μεγάλες κεφαλές που ανεβοκατέβαιναν και έκαναν υποκλίσεις στον κόσμο που ήταν στα πεζοδρόμια. Μάγειροι, αράπηδες, δικέφαλοι και ανάποδοι, χαιρόμουν που τους έβλεπα με δέος, αλλά δεν ήθελα να με πλησιάσουν για υπόκλιση γιατί φοβόμουνα. Καμιά φορά κατέβαιναν την Γούναρη και λαμπαδηφορίες πάλι με πιερότους και ροκάνες και την μπαντίνα με τον μαέστρο Κωνσταντίνο Βαφειάδη. Τις Τετάρτες και τα Σάββατα, περιμέναμε με αγωνία αυτές τις μικρές παρελάσεις απαραίτητη προετοιμασία των Πατρινών για την μεγάλη παρέλαση της Κυριακής. Αυτές οι παρελάσεις είναι χαραγμένες στην μνήμη μου μαζί με ένα ζουμερό κομμάτι γαλακτομπούρεκο που απολάμβανα όταν ανέβαινα στο σπίτι, καθώς σχεδόν όλοι οι  Πατρινοί, κατά την περίοδο του Τριωδίου είχαν μόνιμα στη σάλα μια πιατέλα με λαχταριστά κομμάτια γαλακτομπούρεκο.

(από εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα