Καλώς σε βρήκα, πατέρα.

26.06.2022 / 8:30
touliatos

Τούτες τις μέρες σκέφτομαι συχνά τον πατέρα μου, τον Μάκη. 

Έτσι, στα ξεκούδουνα, χωρίς κάποια αφορμή ή επέτειο.

Προχτές το βράδυ ήρθε και στα όνειρά μου.

Ίσως γιατί ένας τεράστιος κύκλος πόνου και απωλειών μπαίνει στη φάση «ένα χρόνο μετά».

Ίσως γιατί, αυτές τις μέρες, η συνειδητοποίηση της έλλειψης γείωσης, τελεσιδίκησε.

Πέρασε ένας χρόνος εκτροπής από την κοίτη που έρρεε η ζωή μου επί πενήντα τόσα χρόνια.

Ακόμα, κείμαι χύδην. 

Σκληρό το χώμα

και η λιγοστή ορμή μου,

δεν το σκάπτει. 

Αδιόρατες, τριχοειδείς ρουνιές,

μοναδικά ίχνη των κόπων  μου

τούτες τις μέρες. 

Δεκτικός, συγκαταβατικός, ανεκτικός.

Συμβιβασμένος,  ακόμα και με την γύρω μετριότητα

Σχεδόν άλλος.

Αρκούμαι στο απλώς ικανοποιητικό αποτέλεσμα των έργων μου, μειδιών άτεχνα με τους θαυμαστές του.

Υπάρχουν βέβαια δυο φωτεινές αναλαμπές, δυο ήλιοι, στη ζωή μου, μα (ευτυχώς) είναι πλέον περήφανα αυτόφωτες.

Ίσως γι αυτό να με επισκέπτεται ο Μάκης. 

Και στέκεται αντίκρυ μου. Δεν μου μιλά. 

Άλλωστε οι κουβέντες μας ήταν πάντα πολύ συμπυκνωμένες. 

Με τον πατέρα μου είχαμε το εξής μοτίβο:

«Τρέχαμε» και οι δυο την συζήτηση και τις πιθανές αντιδράσεις-απαντήσεις του άλλου και αφού είχαμε ολοκληρώσει οοολη την διαδικασία, ο καθένας στο μυαλό του, επικυρώναμε δια λόγων το συμπέρασμα.

Που σχεδόν πάντα ήταν κοινό. 

Και που σέβονταν και τα δυο μέρη, χωρίς να χάνει τίποτα από την ορμή του. 

Η κουβέντα ξεκινούσε, συνήθως, από εκείνον με ένα: Εν ολίγοις …

Και ολοκληρωνόταν σύντομα με : Οκ, πάμε.

Είναι μια μαγική διαδικασία τούτη!

Απαιτούσε κατανόηση, ανοχή και ουσιαστική ενσυναίσθηση, πολύ πριν γίνει της μόδας!

Φέτος για πρώτη μου φορά, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έμεινα στην Πάτρα Αγίου Πνεύματος. Παιδί, φοιτητής, παντρεμένος, ή και όχι, πάντα κάπου ήμουν αυτές τις μέρες. 

Είδα λοιπόν φέτος, ή μάλλον άκουσα τις καμπάνες της εορτάζουσας Αγίας Τριάδας να χτυπούν με δαιμονιώδη ενθουσιασμό όλη μέρα, σημαίνοντας την γιορτή!

Και σκεφτόμουν (όχι το “πάλι χτυπάνε καμπάνες για μας”), αλλά, ότι οι καμπάνες πάντα χτυπούσαν,  είτε ήμουν  στο Μεγανήσι, είτε στην Ιθάκη, είτε στην Κεφαλονιά, ή τα Τριζόνια. 

Οι καμπάνες χτυπούν πάντα, ερήμην μας. 

Παραβλέπω το φιλοσοφικό αναρωτημα,  αν ακούγονται οι καμπάνες, όταν δεν υπάρχει κάποιος να τις ακούσει. 

Και σκέφτομαι ότι ο Μάκης είναι πάντα εκεί, παρών.

Με το ίδιο παιχνιδιάρικο βλέμμα, την εύχαρη διάθεση και την οξύνοια που μου κληροδότησε. 

Εγώ, απουσίαζα.

Και ας τον επισκέπτομαι τακτικά στην οικογενειακή μας μάζωξη.

Κομίζοντας άνθη και αναστεναγμούς.

Εγώ είμαι που απέχω από τον εαυτό μου.

Αρνούμενος τις γνωστές μου, υψηλές ταχύτητες, αρκούμαι στο υπνωτικό γουργούρισμα του ρελαντί.

Ίσως καλύτερα έτσι. 

Ασυντήρητο μοτέρ, καμένα λάδια, λιωμένα τακάκια.

Δεκάδες μπαγκάζια από τα πέρα δώθε της ζωής

Περισσότερη ασφάλεια , λιγότερες κακοτοπιές στο ρελαντί.

Ειδικά σε μια εποχή υψηλών κινδύνων και τεταμένων νεύρων.

Μια αβλαβής διέλευση είναι καλύτερη από μια κούρσα με τους μασπιέδες να ξύνουν την άσφαλτο.

Διαφωνείς πατέρα, ε;

Αλλιώς σε έχω μάθει.

Άλλα περιμένεις από μένα.

Το ξέρω.

Το νιώθω.

Ποτέ δεν γύρεψες η ζωή μου, να δικαιώσει τη δική σου. 

Κι ας ήταν αυτό η νόρμα της εποχής σου.

Μ άφηνες πάντα ελεύθερο να σαλπάρω σε κάθε πρόκληση, κάθε γοητευτικό άγνωστο. 

Και ήσουν εκεί, μπροστά -μπροστά.

Σε κάθε μου αφετηρία και κάθε τερματισμό.

Είτε έκοβα ηρωικά το νήμα, είτε έφερνα σπασμένο το μοτέρ.

Εσύ, εκεί.

Και τώρα,  πάλι στέκεις εκεί, απέναντί μου. 

Καθρέφτης, για να ξαναδώ τον εαυτό μου. 

Πάουερ μπανκ για να φύγω από τα κόκκινα. 

Αλλά και ημερολόγιο καταστρώματος, να μην επιτραπεί η επέλαση της λήθης. 

Σαν τη φωνή του Καλ – Ελ, ένα πράμα, για να το ελαφρύνουμε καμπόσο. 

Γιατί είναι άτιμο πράγμα η λήθη, πατέρα. Σαν μια εσωτερική σκουριά της οποίας την ύπαρξη αγνοείς. Και καμαρώνεις για την αψεγάδιαστη γυαλάδα σου, που καθρεφτίζει τις ουτοπίες σου.

Και έρχεται ένα ξαφνικό κρακ, που γίνεται τομή στον χρόνο.

Η ζωή και οι αναμνήσεις προ «κρακ» και μετά το «κρακ»

Δεν ξέρω πόση δύναμη μπορώ να βρω πατέρα. 

Όπως, δεν ξέρω αν θέλω να γυρίσω σε εκείνον τον άνθρωπο.

Ξέρεις πατέρα, το Δεκέμβρη θα γίνω ένα παιδί 60 ετών. 

Για φαντάσου!

Για να καταλάβεις, πλέον τα «οοοπαλάκιαααα» είναι πλέον στο ρεπερτόριό μου. Όχι σαν αστείο, αλλά σαν ανάγκη.

Γίνομαι άλλος άνθρωπος πιά. Μου παραχωρούν θέσεις, με ρωτάνε για την πίεσή μου.

Πάλι καλά που είχα συμφιλιωθεί με τα γκρίζα μαλλιά και εκμεταλλευόμουν την έλξη που ασκούν.

Είναι ώρες – ώρες που δεν ξέρω ακριβώς ποιος είμαι πλέον.

Το μείγμα του αισιόδοξου εφήβου, με τη θλίψη που φέρνει η επίγνωση της ματαιότητας και του πεπερασμένου.

Αυτό που ξέρω είναι ότι, εσύ θα είσαι πάντα τριγύρω. 

Θα είσαι πάντα ο γνώμονας για να τσεκάρω ότι οι επιλογές μου είναι ορθές.

Ή ακόμα και να είναι λάθος, να προετοιμάζομαι για να αντιμετωπίσω τις επιπτώσεις τους.

Αυτό που ελπίζω όμως πατέρα, είναι ότι θα εξακολουθήσω να σε βλέπω, τώρα που σ’ αντάμωσα ξανά.

Να σε αισθάνομαι, να σε βιώνω.

Μη χαθούμε πατέρα. 

Εγώ, δηλαδή. 

Γιατί εσύ, περνώντας στην άλλη διάσταση, δικαίωσες την ζωή σου και τώρα δικαιώνεις και τη δική μου.. 

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Νεολόγος” των Πατρών

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα