Η ψαρόκολλα και οι κούκλες των Αφων Χαϊκάλη

22.10.2020 / 18:20
Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print
ΕΕΕΕ

Του Θανάση Κούστα

Εδώ και 3500 χρόνια πιστεύεται ότι οι άνθρωποι ήξεραν να φτιάχνουν κόλλα από το δέρμα και τα κόκαλα των ψαριών Τα έβραζαν και έπαιρναν μετά από συμπύκνωση ένα είδος ζελατίνας που όταν ζεσταινόταν έδινε ένα ρευστό με εξαιρετικές συγκολλητικές ιδιότητες. Αυτή ήταν η ψαρόκολλα που εγώ όμως γνώρισα σε διάφορες μορφές και χρήσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η παραγωγή γινόταν σε βιοτεχνίες της Αθήνας και στην Πάτρα ερχόταν σε πλάκες μεγέθους 20 cm X 20 cm X 0,5 cm και πάνω είχε ανάγλυφο ένα ταύρο που ήταν το σήμα του κατασκευαστή. Η μεταφορά γινόταν με σακκιά ιούτης βάρους περίπου 80 κιλών και η διάθεση γινόταν από χρωματοπωλεία και σιδηροπωλεία. Η μεταφορά γινόταν από το πρακτορείο του Ευσταθίου που ήταν Όθωνος – Αμαλίας και Πατρέως. Μεγάλη χρήση γινόταν από τα κυτιοποιία που κατασκεύαζαν κουτιά για κάθε χρήση.                                     

 Ο Ανδρέας Θέος που είχε την βιοτεχνία κυτιοποιίας, στην Τριών Ναυάρχων, μεταξύ Κανακάρη και Καραϊσκάκη, ήταν από τους βασικούς πελάτες,  του Σταύρου Πανούτσου που είχε το χρωματοπωλείο στην Βότση. Το λιώσιμο της πλάκας γινόταν σε λεβέτι με ζεστό νερό και η διατήρηση της λιωμένης κόλλας όπως και το αραίωμα γινόταν σε μπεν μαρί. Και οι εργάτριες κατασκεύαζαν τα κουτιά που ήταν κομμένα από τις στάμπες, κολλώντας τα αυτιά με την λιωμένη ψαρόκολλά. Τα κουτιά προορίζονταν για συσκευασία σε βιοτεχνίες υποδημάτων, καλτσών, φανελών, υποκαμίσων που αφθονούσαν εκείνα τα χρόνια στην πόλη μας.  Αλλά και σιδηροπωλεία που γέμιζαν τα ράφια τους μέχρι το ταβάνι με κουτάκια που περιείχαν από πρόκες και βίδες μέχρι ρουλεμάν και κλειδωνιές. Και είχαν αυτά τα κουτιά μια μυρωδιά από την ψαρόκολλα που ακόμη και τώρα την φέρνω στην μνήμη μου… ήταν ελκυστική όμως και για τα ποντίκια που είχαν οικισμούς σε τέτοιου είδους μαγαζιά. Έτσι συχνά τα κουτάκια αυτά και τα ράφια γέμιζαν με τρίμματα και πολλές φορές οι πρόκες βρίσκονταν στο κενό.

Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με την ψαρόκολλα και αυτό γιατί όταν ήμουν 8-9 ετών είχα μία θεία που έμενε στο Βλατερό, στην γωνία Αλεξ.Υψηλάντου και Κολοκοτρώνη. Δίπλα της ακριβώς έμεναν οι Αδελφοί Χαϊκάλη, που είχαν το κατάστημα με τις κλωστές Πεταλούδα, εργόχειρα και μαλλιά για πλέξιμο στην γωνία Πλατεία Γεωργίου και Κορίνθου. Είχαν κοινή αυλή στο πίσω μέρος με κατέβαιναν με δύο μεγάλες σιδερένιες σκάλες. Στην αυλή αυτή είχαν εγκαταστήσει εργαστήριο που κατασκεύαζαν κούκλες για βιτρίνες, που χρησιμοποιούσαν στο δικό τους κατάστημα αλλά και διέθεταν σε άλλα. Εγώ όταν είχαν εργασία κατέβαινα στην αυλή και βοηθούσα μυρίζοντας και την ψαρόκολλά. Γιατί η κατασκευή

Η κατασκευή γινόταν με την ακόλουθη διαδικασία. Είχαν κατασκευάσει καλούπια – μήτρες από γύψο με όλα τα μέρη του κορμιού όπως πλάτη, μπούστο, μισό-μισό χέρι, μισό-μισό πόδι και μισό-μισό κεφάλι (μπρος-πισω). Σε ένα μεγάλο καζάνι πάνω σε φωτιά, με νερό που έβραζε έριχναν τις πλάκες ψαρόκολλας και αφού έλιωνε μετέφεραν σε ένα άλλο δοχείο το ζεστό παχύρευστο υγρό και μέσα βάπτιζαν χαρτιά κομμένα από γκρι χοντρό χασαπόχαρτο του Λαδόπουλου. Τα βρεμένα με ψαρόκολλά χαρτιά στρώνονταν στο εσωτερικό του καλουπιού και με ένα πινέλο το άλειφαν πάλι με ψαρόκολλα και το έστρωναν ώστε να παίρνει την μορφή του καλουπιού. Στην συνέχεια με πολλές στρώσεις γινόταν ένα παχύ στρώμα με το ανάλογο σχήμα… και αυτή ήταν η δική μου συνεισφορά στην εργασία. Δυο τρεις ημέρες έμενε στον ήλιο για στέγνωμα και μετά ξεκόλλαγαν την κατασκευή από το καλούπι. Κόλλαγαν τα δύο αντίθετα μέρη πάλι με ψαρόκολλα ώστε να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο που ήταν το βάψιμο σε πολλές στρώσεις με λαδομπογιά στο χρώμα της επιδερμίδας. Το τελευταίο στάδιο ήταν η συναρμολόγηση όλων των τμημάτων για το χτίσιμο ενός ολοκληρωμένου κορμιού ανδρικού η γυναικείου και το ζωγράφισμα του προσώπου. Περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία το τελικό αποτέλεσμα καθώς η κάθε φάση είχε και την δική της ομορφιά.           

Οι Διονύσης και Ανδρέας Χαϊκάλης ήταν από αυτούς που συνέθεσαν τις μικρές ιστορίες της όλης μας, εκείνα τα δύσκολα χρόνια που ήταν και ταυτόχρονα χρόνια δημιουργίας και σταδιακής οικονομικής ανάπτυξης. Ο Διονύσης εργαζόταν στο κατάστημα Αφοί Πανάγου, που ήταν στην πλατεία Γεωργίου επί της Κορίνθου, απέναντι από τον Έσπερο. Με έδρα τον Πειραιά, η εταιρεία Πανάγου είχε βασικά είδη μάλλινα νήματα και μεταξωτές κλωστές. Στην Πάτρα είχε και την επωνυμία ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ και λειτουργούσε στο ίδιο σημείο από το 1935. Λανσάριζε νήματα βαμβακερά μπουκλέ, αλλά και καλοκαιρινά είδη, όπως εσάρπες, ψάθινες τσάντες, καπέλα και πλεκτά βαμβακερά μερσεριζέ. Το 1963, ο Διονύσης Χαϊκάλης πήρε την επιχείρηση, που μετονομάστηκε σε Αφοί Χαϊκάλη, με μαλλιά για πλέξιμο, εργόχειρα, κεντήματα και κλωστές ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, ΚΙΘΑΡΑ και ντεμισέ (DMC). Στο κατάστημα πήγαινα συχνά με τη θείτσα μου. Αυτό που μου έκανε εντύπωση δε ήταν πως κατά την περίοδο του καρναβαλιού είχε και άλλη δραστηριότητα, καθώς νοίκιαζε ντόμινα για τα «μπουρμπούλια». Με μια εσωτερική σκάλα ανέβαιναν οι μπουρμπουλιάρες στο πατάρι, άλλαζαν με τα ντόμινα και, τρέχοντας κάτω από τις κολόνες, χάνονταν μέσα στην ανωνυμία του Δημοτικού Θεάτρου. Ο Διονύσης είχε μόνιμο θεωρείο στο θέατρο και ήταν λάτρης του καρναβαλιού, ενώ κάθε χρόνο κατασκεύαζε και δικό του άρμα για την παρέλαση. Συχνά στο καρναβάλι έβαζε τον Συμεών στην βιτρίνα μπροστά σε ένα μαυροπίνακα να λύνει εξισώσεις. Ήταν η εποχή που στο λιμάνι βρίσκονταν καθημερινά δεκάδες φορτηγά πλοία που ξεφόρτωναν ξυλεία, λιπάσματα, γαιάνθρακα, χαρτόμαζα και πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες μας τον Λαδόπουλο, την Πειραϊκή Πατραϊκή, την Pirelli,  την ΒΕΣΟ, τον Μαραγκόπουλο και φόρτωναν σταφίδες, λεμόνια και κίτρα. Ήταν η Πάτρα που αγάπησα και συχνά ονειρεύομαι όταν νομίζω ότι από κάπου μου έρχονται η μυρωδιές των παιδικών μου χρόνων μεταξύ αυτών και της ψαρόκολλας.

(από εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση)

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα