Η Μέρκελ φεύγει με δόξες και τιμές…

17.07.2021 / 19:18
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
verikios

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΕΡΥΚΙΟΥ

Η Γερμανίδα Καγκελάριος καθώς βρίσκεται στους τελευταίους μήνες της θητείας της, επισκέπτεται τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες του κόσμου για να αποχαιρετήσει τους ομολόγους της

Την αποχαιρετούν βασιλείς και πλανητάρχες, αλλά για εκείνη παραμένει παιδικό απωθημένο ότι, ενώ τον Γενάρη του 2019 ήρθε στην Αθήνα δεν δέχτηκε να την συναντήσει ο Μίκης Θεοδωράκης με τις συνθέσεις του οποίου μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία…

«Go back madame Μέρκελ» αναφώνησε από την Μυτιλήνη το καλοκαίρι των ευρωεκλογών του 2014 ο Αλέξης Τσιπρας και έγινε viral! Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Στην Ελλάδα τα χρόνια του μνημονίου δυο πρωθυπουργοί που συγκρούστηκαν με την Μέρκελ στην συνέχεια τα βρήκαν μαζί της.

Ο μεν Αντώνης Σαμαράς έσπευσε στην Καγκελαρία για να της ζητήσει συγνώμη και να αναφωνήσει «ουδείς αναμάρτητος», ο δε Τσιπρας από τον πρώτο χρόνο της θητείας του απέκτησε μητρική σχέση μαζί της και από «μαντάμ» έγινε «μαμά» του…

Η Άγκελα Μέρκελ, από τους μακροβιότερους ηγέτες της Γερμανίας, απομακρύνεται από την Καγκελαρία επτά χρόνια μετά την προτροπή Τσίπρα και αφού έχει συμπληρώσει θητεία περισσότερο από μιάμιση δεκαετία στο τιμόνι του μεγαλύτερου και ισχυρότερου κράτους της Ευρώπης. Σήμερα η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, καθώς βρίσκεται στους τελευταίους μήνες της θητείας της, επισκέπτεται τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες του κόσμου για να αποχαιρετήσει τους ομολόγους της με τους περισσότερους εκ των οποίων είχε συγκρουστεί κατά το παρελθόν για μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ομολογουμένως είναι σπάνιο αυτό που συμβαίνει με την Μέρκελ. Είναι από τους ελάχιστους παγκόσμιους ηγέτες που προσελκύουν ευρέως σεβασμό, ακόμη και από τους αντιπάλους της οι οποίοι σπεύδουν να την αποχαιρετίσουν με ξεχωριστές εκδηλώσεις αγάπης.

• Στο Λονδίνο την υποδέχτηκε η Βασίλισσα και προς τιμήν της θέσπισε ετήσια υποτροφία για μια γυναίκα είτε από την Βρετανία είτε την Γερμανία που θα διακρίνεται

• Στην Ουάσιγκτον ο Λευκός Οίκος άνοιξε τις πόρτες του για να υποδεχτεί ο Μπάιντεν, την Μέρκελ ως την πρώτη Ευρωπαία ηγέτη, αφήνοντας τον Τζόνσον απαρηγόρητο που δεν ήταν εκείνος πρώτος από την Ευρώπη που γίνεται δεκτός από τον νέο αμερικανό πρόεδρο.

Ωστόσο, η Άγκελα Μέρκελ μπορεί να φεύγει με «δόξες και τιμές» μετά από δεκαέξι χρόνια θρονιασμένη στην Καγκελαρία, αλλά τα μεγάλα προβλήματα της Ευρώπης παραμένουν άλυτα και διαρκώς επιδεινούμενα εξαιτίας του BREXIT, της πανδημίας, της κλιματικής αλλαγής , των κυβερνοεπιθέσεων, των περιφερειακών συγκρούσεων…

Η Μέρκελ, η «μαμά» της Ευρώπης αποσύρεται από την ενεργό πολιτική δράση. Ενδεχομένως ασχοληθεί με την αυτοβιογραφία της, η οποία με βεβαιότητα θα προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις διεθνώς, καθώς έχει συγκρουστεί με δεκάδες ηγέτες της Ευρώπης Σαρκοζί , Μπερλουσκόνι, Τζόνσον, Μέι καθώς και τους δικούς μας. Ενδιαφέρον θα έχει να μάθουμε την άποψη της Μέρκελ για τους Κώστα Καραμανλή, Γιώργο Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα και Κυριάκο Μητσοτάκη. Όπως επίσης, ενδιαφέρον θα έχει η αποκάλυψη αγνώστων πτυχών του παρασκηνίου της εποχής των μνημονίων, των πιέσεων που ασκούσε η τρόικα και των υποχωρήσεων που έκανε η ελληνική πλευρά.

Με ανάμεικτα συναισθήματα

Η Μέρκελ φεύγει από την Καγκελαρία με ανάμεικτα συναισθήματα για την Ελλάδα:

• Ευχαριστημένη που το 2015 συνέβαλε προσωπικά για την παραμονή της στην Ευρωζώνη.

• Τσαντισμένη για την εν κρυπτώ συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου, περί καθορισμού εν μέρει ΑΟΖ , τη στιγμή που η Γερμανία και προσωπικά η Καγκελάριος είχε αναλάβει διαμεσολαβητική προσπάθεια για την εκτόνωση της ελληνοτουρκικής κρίσης του 2020.

• Πικραμένη που έφαγε πόρτα από τον Μίκη Θεοδωράκη και δεν την δέχτηκε στο σπίτι του στην Ακρόπολη όταν επισκέφτηκε την Αθήνα το 2018 μετά την Συμφωνία των Πρεσπών. Η Μέρκελ είχε εκφράσει την επιθυμία να συναντήσει τον μουσικοσυνθέτη των παιδικών της χρόνων στην Ανατολική Γερμανία, όμως ο Μίκης πικαρισμένος εκείνη την εποχή από το Μακεδονικό, αρνήθηκε την οποιαδήποτε συνάντηση με τον Μέρκελ και τον Τσίπρα. Ίσως τώρα εάν ο Μεγάλος Μίκης ρίξει νερό στο κρασί του και δεχτεί να συναντήσει την Μέρκελ μπορεί να είναι ο βασικός λόγος να εντάξει και την Αθήνα στους προορισμούς του αποχαιρετισμού της.

Με τιμές και δόξες στο Λονδίνο

Η 22η επίσκεψη της Μέρκελ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως καγκελάριος, πήρε όλη την απαραίτητη δόξα που αξίζει ένας ηγέτης του αναστήματος της. Συναντήθηκε σχεδόν με όλο το Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης Τζόνσον, επισκέφθηκε τη Βασίλισσα στο Κάστρο του Windsor, η οποία της επεφύλασσε ένα ασυνήθιστο δώρο, προς τιμήν της Μέρκελ θέσπισε ένα νέο ακαδημαϊκό μετάλλιο, το οποίο θα απονείμει 10.000 £ (13.800 $) ετησίως σε μια Βρετανίδα ή Γερμανίδα γυναίκα επιστήμονα για να γιορτάσει τις γυναίκες στην επιστήμη και από τις δύο χώρες, καθώς η Μέρκελ είναι ακαδημαϊκός δάσκαλος.

Η Μέρκελ αντιμετωπίστηκε στην Βρετανία ούτε λίγο – ούτε πολύ, ως ένα είδος προς εξαφάνιση στην διεθνή πολιτική σκηνή σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται.

Η ηγετική στιβαρότητα, η ψυχραιμία και η ανθρωπότητά της την έχουν καταστήσει έναν από τους πιο δημοφιλείς ηγέτες της Γερμανίας, ίσως από τον Helmut Kohl.

Καθώς ο Τζόνσον έστεκε δίπλα στη σοβαρή Μέρκελ, έμοιαζε ως να επιβλέπει μια ολοένα και πιο διχασμένη χώρα λόγω της πολιτικής του για το Brexit και τις συνέπειές της, οι οποίες φαίνεται να προκαλούν περαιτέρω παρενέργειες και να υποβαθμίζουν την Βρετανία στην παγκόσμια βαθμίδα κατάταξης των ισχυρών του κόσμου.

Η συνάντηση Μέρκελ – Τζόνσον ήταν κυρίως συμβολική και τελετουργική, αλλά πολλά θέματα συζητήθηκαν μετά από τα τεταμένα πέντε χρόνια και την ψηφοφορία για το Brexit, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών διαζυγίου και των πρωτοκόλλων του Ηνωμένου Βασιλείου εν μέσω συνεχιζόμενων μαχών.

Η Μέρκελ προσπάθησε να υποβαθμίσει αυτές τις εντάσεις και εξέφρασε το ενδιαφέρον για μια νέα «Συνθήκη Φιλίας» και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών για την ενίσχυση της νέας τους σχέσης. Για τον λόγο αυτό συμφώνησαν ότι οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Βρετανίας θα πρέπει να συνεδριάζουν κάθε χρόνο.

Μέσα σ’ αυτό το θετικό πνεύμα, οι δύο ηγέτες προσπάθησαν να διατηρήσουν τον ρεαλισμό και τη δημιουργικότητα τους, ως εργαλείο για να ξεπεραστεί το τεράστιο διχαστικό ζήτημα των εικονικών συνόρων που δημιουργήθηκαν στη Θάλασσα της Ιρλανδίας, μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της ηπειρωτικής Βρετανίας, σαν αποτέλεσμα του Πρωτοκόλλου της Βόρειας Ιρλανδίας μετά το Brexit. Αυτό το πρωτόκολλο, το οποίο διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Τζόνσον και έσπευσε μέσω του κοινοβουλίου για να πάρει το «Brexit Done», παραμένει ένα ευαίσθητο ζήτημα, που έχει εξοργίσει την κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδικής Ένωσης και πολλά από τα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος του Τζόνσον, τα οποία θεωρούν τους συνοριακούς ελέγχους στο Ηνωμένο Βασίλειο ένα βήμα που αποδυναμώνει τους δεσμούς μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της ηπειρωτικής χώρας. Ο Τζόνσον, ως συνήθως, εξέφρασε την πεποίθηση, ότι το ακανθώδες ζήτημα της Ιρλανδίας θα επιλυθεί, χωρίς να εξηγήσει πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό.

Οι δυο ηγέτες συζήτησαν τους ταξιδιωτικούς κανόνες που διέπουν τη μετακίνηση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας εν μέσω πανδημίας, ενώ, λίγα ειπώθηκαν σχετικά με τις θέσεις τους απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο δυτικός κόσμος λόγω μιας δυναμικής Ρωσίας και μιας πιο θορυβώδους Κίνας.

Η Μέρκελ καθώς βρισκόταν  στο Λονδίνο ετοίμαζε τις αποσκευές της για το επόμενο ταξίδι της στις ΗΠΑ. Είναι η πρώτη ευρωπαία ηγέτης που επισκέπτεται τον Πρόεδρο Τζο Μπάιντεν – έναν ρόλο που συνήθως προορίζονταν για τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου αφού σαφώς και θεωρείται η χώρα της Γηραιάς Ηπείρου που διατηρεί πιο στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ. Αυτή η πρωτιά της Μέρκελ – εκτιμούν αναλυτές του Λονδίνου- έκανε τον Τζόνσον να αισθάνεται απαίσια, καθώς είναι μια προφανής υποχώρηση από τη «ειδική» διατλαντική σχέση που έχει κυριαρχήσει από την εποχή των Ουίνστον Τσόρτσιλ και Φράνκλιν Ρούσβελτ πριν από 75 χρόνια. Η Downing Street απέρριψε τις φήμες ότι ο Τζόνσον απογοητεύτηκε, αλλά βάσει της αυστηρής ερμηνείας που κάνει η Βρετανική διπλωματία στην τήρηση των πρωτοκόλλων και των άγραφων διπλωματικών συνηθειών, η πρωτιά Μέρκελ στο Λευκό Οίκο ερμηνεύεται ως μια κακή εξέλιξη που αντικατοπτρίζει τη φθίνουσα επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ μετά τον Brexit.

Η Μέρκελ, κατά την παραμονή της στο Λονδίνο, ήταν προσεκτική όταν απάντησε σε μια ερώτηση σχετικά με τις πιθανότητες του Ηνωμένου Βασιλείου να συμμετάσχει σε μελλοντικές συνόδους κορυφής της ΕΕ, αφήνοντας την πόρτα μισή ανοιχτή στην πιθανή συμμετοχή του Τζόνσον με βάση την πρόοδο όσον αφορά την εξομάλυνση των επιπτώσεων λόγω της συμφωνίας Brexit.

Το στυλ ηγεσίας των δύο πρωθυπουργών δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό. Η «Mutti», ή η μητέρα του έθνους, όπως αναφέρεται στη Γερμανία, έχει οικοδομήσει τη φήμη και τη δημοτικότητά της μέσω λεπτών χειρισμών, χωρίς αποκλεισμούς πολιτικών εντός της Ε.Ε. και πέραν αυτής. Έχει αναφερθεί ακόμη και ως «Iron Lady» της ΕΕ – ένας τίτλος που είχε προηγουμένως απονεμηθεί στη βρετανική Μάργκαρετ Θάτσερ .

Ο Τζόνσον, σε σύγκριση με την Θάτσερ και την Μέρκελ, δεν έχει δώσει ακόμη τα πολιτικά του διαπιστευτήρια και, εκτός από τη συντριπτική πλειοψηφία που κέρδισε στις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2019, η βιασύνη του να εμβολιάσει τον βρετανικό λαό ως στρατηγική για να νικήσει την πανδημία είναι το βασικό του επίτευγμα. Αυτή η επιτυχία επισκιάζεται, ωστόσο, από τα σκάνδαλα διαφθοράς που εκδηλωθήκαν στο κυβερνών κόμμα.

Η Μέρκελ έφυγε από το Λονδίνο με μια προτροπή προς τον Τζόνσον: Αν η Δύση δεν θέλει να πεθάνει, αποτελεί μονόδρομο για την Βρετανία και την Γερμανία, όπως και άλλες

βασικές χώρες της Ευρώπης, να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν μια ολοένα και πιο ισχυρή Ρωσία και Κίνα. Μέρκελ και Τζόνσον συμφώνησαν στην εκτίμηση ότι και τα δύο αυτά έθνη χρησιμοποιούν «μαλακή δύναμη», όπως επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, χειραγώγηση πολυεθνικών φορέων και μυστικές παρεμβάσεις στις εκλογές, για να διαταράξουν και να αποδυναμώσουν την τρέχουσα παγκόσμια τάξη. Επομένως, σύμφωνα με την Μέρκελ εναπόκειται στη δημοκρατική Δύση να υπερασπιστεί το κράτος δικαίου και την ελευθερία της έκφρασης μπροστά σε όλες τις προκλήσεις, οικολογικές και πολλές άλλες, που αντιμετωπίζει ο πλανήτης.

Στο Λευκό Οικο με το βλέμμα στον ρωσικό αγωγό και τις πατέντες των εμβολίων…

Πριν 16 χρόνια, όταν η Μέρκελ ήταν ακόμη φρέσκια στην Καγκελαρία και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την μακροημέρευση της, προετοιμάζοντας το πρώτο της ταξίδι στις ΗΠΑ, είχε δώσει μια συνέντευξη μέσω της οποίας που προκαθόριζε ότι στην κεντρική πολιτική σκηνή θα κινηθεί με βάσει τους δικούς της αξιακούς κώδικες. Συγκεκριμένα πριν συναντήσει τον Τζορτζ Μπους το 2006, κάλεσε τις ΗΠΑ να κλείσουν το στρατόπεδο κράτησης στο Γκουαντάναμο, λέγοντας ότι «δεν πρέπει να υπάρχει». Το έκανε αυτό μόνο πριν να είχε δημιουργήσει διαπροσωπική σχέση με τον Μπους. Ήταν μια εποχή που οι σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας βρίσκονταν στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών μετά την εποχή Σρέντερ και τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

Η Άνγκελα Μέρκελ επισκέπτεται αυτές τις ώρες την Ουάσινγκτον για τελευταία φορά με τους δεσμούς ΗΠΑ-Γερμανίας σε ένα ιστορικό κεντρικό σημείο μετά τον Τραμπ και το Brexit.

Σαφώς και η διάθεση της Μέρκελ συναντώντας τον Τζο Μπάιντεν είναι πολύ πιο ζεστή από ό, τι στα προηγούμενα ταξίδια της για να συναντήσει τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ωστόσο και κατά την συνάντηση με τον Μπάιντεν παραμένουν δυο κυρίαρχα «αγκάθια» στις σχέσεις ΗΠΑ – Γερμανίας που υπήρχαν και επί Προεδρίας Τράμπ και που εμποδίζουν την πλήρη συμφιλίωση μεταξύ των δύο Δυνάμεων.

Το πρώτο είναι ο αγωγός «Nord Stream 2», ύψους 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που ο πρόεδρος των ΗΠΑ βλέπει ως εμπόδιο στο στόχο του για επανένωση της Δύσης μετά την εποχή του Τραμπ. Η Αμερική θεωρεί ότι αυτός ρωσογερμανικός αγωγός θέτει εμπόδια στη μελλοντική σχέση μεταξύ της συμμαχίας ΝΑΤΟ / G7 και της Ρωσίας.

Και στο θέμα του αγωγού δεν υπάρχουν ενδείξεις για εύκολη επίλυση της αμερικανο -γερμανικής αντιπαράθεσης καθ΄ότι ο αγωγός είναι περισσότερο από 90% ολοκληρωμένος και σύντομα θα διπλασιάσει την ικανότητα της υφιστάμενης υποθαλάσσιας μεταφοράς φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην Ευρώπη. Η Γερμανία συνεχίζει να πιέζει για την ταχεία ολοκλήρωση του έργου.

Οι ΗΠΑ τον περασμένο Μάιο παραιτήθηκαν από τις κυρώσεις στην εταιρεία που βρίσκεται πίσω από τον αγωγό, τη ρωσική κρατική εταιρεία ενέργειας Gazprom, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν απομείνει δύο ακόμη μήνες για να επιλυθεί η διαφορά, πριν από τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Το ζήτημα του αγωγού μπορεί να φαίνεται λήξαν, ωστόσο ο Μπάιντεν το βλέπει με γεωπολιτικούς όρους, φοβούμενος ότι η Μόσχα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον αγωγό 1.230 χιλιομέτρων ως μοχλό για την αποδυνάμωση των κρατών της ΕΕ αυξάνοντας την εξάρτησή τους από το Κρεμλίνο…

Ο Μπάιντεν ενθαρρύνθηκε τον περασμένο μήνα από σχόλια του υποψηφίου για την καγκελαρία από το κόμμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Μέρκελ, Άρμιν Λάσσετ, ο οποίος είπε ότι, η Γερμανία θα μπορούσε να σταματήσει τη ροή αερίου μέσω του αγωγού εάν, η Μόσχα παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας ή το χρησιμοποιήσει για να ασκήσει πίεση στην Ουκρανία.

Δεν είναι μόνο ο Laschet που κάνει θορυβώδεις προεκλογικές δηλώσεις για τον Nord Stream. Ο υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz, υποψήφιος καγκελάριος για το κεντροαριστερά Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, δήλωσε: «Οτιδήποτε επηρεάζει τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου και την ασφάλεια της Ουκρανίας έχει συνέπειες για πιθανή διέλευση μέσω του ολοκληρωμένου αγωγού». Επιπλέον, η Annalena Baerbock, η υποψήφια για τους Πράσινους, η οποία έχει οδηγήσει μερικές εθνικές δημοσκοπήσεις φέτος, σχολίασε: «Φανταστείτε έναν χειμώνα στην Ευρώπη που δεν θα έχει φυσικό αέριο. Ο Πούτιν θέλει να αποσταθεροποιήσει όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και την Ευρώπη… Ωστόσο, σε τούτο το ραντεβού στο Λευκό Οίκο το καλύτερο που μπορούν να ελπίζουν οι Μπάιντεν και Μέρκελ είναι να συμφωνήσουν ότι διαφωνούν στο Nord Stream….

Αλλά ο αγωγός δεν είναι το μόνο που χωρίζει τους δύο ηγέτες.

Ένα άλλο σημείο έντασης είναι η παραίτηση από τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (IP) της πατέντας των εμβολίων που προτείνει η Αμερική, η οποία πιστεύει ότι η Ουάσινγκτον θα πάρει γρηγορότερα εμβόλια για τη νόσο του κορωνοϊού στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η Γερμανία βρίσκεται στην πρωτοπορία της διεθνούς αντίστασης σε αυτό το σχέδιο και επιμένει ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι αναποτελεσματικό για την ενίσχυση της προσφοράς εμβολίων.

Στην ατζέντα των δυο ηγετών βρίσκονται και τα μακροχρόνια ζητήματα που απασχολούν τις διμερείς σχέσεις, ιδίως τις εμπορικές και τις αμυντικές δαπάνες, τα οποία είχε προτάξει και ο προηγούμενος Προεδρος Τράμπ έχοντας έρθει σε σκληρή αντιπαράθεση με το Βερολίνο. Ο Τραμπ είχε επιτεθεί στην Γερμανία με πολύ άσχημους χαρακτηρισμούς λόγω του σημαντικού εμπορικού της πλεονάσματος, με εξαγωγές μεγαλύτερες από τις εισαγωγές της. Επίσης, ο Τραμπ είχε επικρίνει την Γερμανία για την αποτυχία της να δαπανήσει το 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στις αμυντικές δαπάνες και το ΝΑΤΟ.

Αυτά παραμένουν βασικά ζητήματα και για τον Μπάιντεν, αλλά τελικά υποτάσσονται στον ευρύτερο στρατηγικό του στόχο να επαναπροσδιορίσει τη Δυτική Συμμαχία.

Η έναρξη της θητείας Μπάιντεν συμπίπτει με το τέλος της θητείας Μέρκελ. Ο Μπάιντεν αν και δεν έχει ανοίξει την βεντάλια της εξωτερικής πολιτικής για να δούμε τους βασικούς άξονες που θα κινηθεί ωστόσο, όπως δηλώνουν οι σύμβουλοι του θα κάνει ό, τι μπορεί για να σταθεροποιήσει τη διμερή σχέση με την Γερμανία πριν η Μέρκελ αποχωρήσει από το αξίωμα αυτό το φθινόπωρο. Στη μετα-Brexit εποχή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ βλέπει το Βερολίνο και το Παρίσι ως όλο και πιο σημαντικά σημεία πρόσδεσης στη Διατλανική Συμμαχία.

Ωστόσο η αποσαφήνιση της εξωτερικής πολιτικής από την διοίκηση Μπάιντεν είναι το μεγάλο ζητούμενο που απασχολεί ολόκληρο τον πλανήτη.

Το «μετέωρο βήμα» στη Μέση Ανατολή

Η Μέση Ανατολή αποχαιρετά την Μέρκελ με ανάμεικτα συναισθήματα. Ναι μεν, της αναγνωρίζουν ότι άνοιξε την πόρτα της στους πρόσφυγες της Συρίας και ότι επέδειξε έναν σεβασμό στο Ισραήλ για το ολοκαύτωμα, ωστόσο της καταλογίζουν ότι άσκησε πολιτική «ίσων αποστάσεων» σε όλα τα μεγάλα φλέγοντα και ακανθώδη θέματα που ταλαιπώρησαν την περιοχή.

Στην Μέση Ανατολή θεωρούν ότι η Μέρκελ οδήγησε το ευρωπαϊκό πλοίο σε θυελλώδη νερά. Με τόσες πολλές εγχώριες και ευρωπαϊκές προκλήσεις, η Γερμανία της αρνήθηκε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, επιλέγοντας αντ ‘αυτού μια στάση αποφυγή κινδύνου. Η Μέρκελ δεν ήταν ποτέ πραγματικά διατεθημένη να εξαργυρώσει τη διεθνή της θέση για να πιέσει την παγκόσμια κοινότητα για πιο τολμηρές προσεγγίσεις στην Μέση Ανατολή. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα, τα μάτια της ατάραχα και το βλέμμα της απλανές σε μια περίοδο αναταραχών στην Μέση Ανατολή. Oi ευκαιρίες γι’ αυτήν χάνονταν η μια μετά την άλλη στην Μέση Ανατολή.

Αναλυτές της Μέσης Ανατολής θεωρούν, ότι η επιφυλακτικότητα της Μέρκελ για τα δρώμενα της περιοχής, ίσως, οφείλεται και στην ιδιοσυγκρασία της και στα παιδικά της βιώματα. Έχοντας περάσει τα πρώτα 35 χρόνια της ζωής της στην Ανατολική Γερμανία, στην ιεράρχηση της πολιτικής της δράσης προτάσσει διαρκώς, την αξία της ελευθερίας και τη ζωτική συμμαχία της Γερμανίας με τις ΗΠΑ.

Το 2010 αναφέρθηκε στην εμπειρία της στην Ανατολική Γερμανία όταν έδωσε ένα βραβείο στον Δανό γελοιογράφο Kurt Westergaard, του οποίου οι απεικονίσεις του Προφήτη Μωάμεθ εξόργισαν πολλούς Μουσουλμάνους.

Αυτό – σύμφωνα με τους αναλυτές – εξηγεί τη σχέση της με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον οποίο είχε μεν διαφωνίες αλλά όχι ρίξεις! Καταδίκασε την τουρκική εισβολή στο Afrin της Συρίας το 2018, αλλά δεν έκανε τίποτα για την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων από την περιοχή της βορείου Συρίας. Όπως και ο Μπαράκ Ομπάμα, το 2011 ζήτησε από τον Μπασάρ Άσαντ να απομακρυνθεί από την επίμαχη περιοχή του Afrin, αλλά ποτέ δεν ανέλαβε δράση για να επισπεύσει μια τέτοια κίνηση.

Η Μέρκελ έχει επικριθεί ευρέως για την υπερβολικά προσεκτική προσέγγισή της στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ιδίως στην Μέση Ανατολή ακολουθώντας την θεωρία των «ίσων αποστάσεων». Μια πολιτική που έμοιαζε με την στρατηγική του Προέδρου Ομπάμα. Όπως έλεγαν οι υποστηρικτές της, που ήθελαν να την δικαιολογήσουν για την μετριοπάθεια και την αναβλητικότητα της, «της αρέσει να μελετά μεθοδικά τα γεωστρατηγικά θέματα και να αποκτά σφαιρική αντίληψη των γεγονότων».

Σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καυχιόνταν ότι βασίζονταν

στο ένστικτο  του, η Μέρκελ υπήρξε πιο επιστημονική στην προσέγγισή της, όπως ταιριάζει στο ακαδημαϊκό της υπόβαθρο. Οι αποφάσεις «στο πόδι» ήταν ξένες γι ‘αυτήν. Αυτό εξηγεί γιατί η Γερμανία απείχε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ψηφοφορία στη Λιβύη το 2011 και αποφάσισε να μην συμμετάσχει στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Φοβόταν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να υποστούν στην Λιβύη άλλο ένα Ιράκ και δεν ακολούθησε την τακτική του Νικολά Σαρκοζί που στην Γαλλία έπαιζε με την ικανοποίηση του εγχώριου ακροατηρίου του.

Αντιθέτως η Μέρκελ πείστηκε να εντείνει την τρέχουσα διαδικασία του Βερολίνου για τη Λιβύη – μια απόφαση που δεν είναι καθολικά δημοφιλής στο περιβάλλον της…

Η Μέρκελ επέδειξε προσοχή στο Αφγανιστάν. Τα γερμανικά στρατεύματα αναπτύχθηκαν στο σχετικά πιο ασφαλές Βορρά αλλά, κατέστησε σαφές ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επεκτείνει τις επιχειρήσεις τους. Η παρουσία Γερμανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν ήταν συνδεδεμένο απόλυτα με τα ειρηνικά ένστικτα της σύγχρονης Γερμανίας.

Εκτός από το μίσος για τους δικτάτορες, η Μέρκελ επίσης αντιπαθεί τους επιφανείς, επιπόλαιους και λαϊκιστές ηγέτες, με μια σαφή αποστροφή στους: Τραμπ, Μπερλουσκόνι, Σαρκοζί και Τζόνσον. Η Μέρκελ πάντα δυσκολευόταν να συνεργαστεί μαζί τους για τα θέματα Μέσης Ανατολής.

Η Μέρκελ υπήρξε «μανούλα» στις διαιτησίες, στους συμβιβασμούς και τις διαμεσολάβησεις έναντι των αντιπαραθέσεων. Το 2006 πρωτοεμφανίστηκε στο Λίβανο όταν η Γερμανία διαδραμάτισε βασικό ρόλο στη διαμεσολάβηση μιας συμφωνίας Ισραήλ-Χεζμπολάχ για τον τερματισμό του πολέμου, και αργότερα στις προσπάθειες απελευθέρωσης του Ισραηλινού στρατιώτη Gilad Shalit από τη Χαμάς.

Η Μέρκελ είχε μια συναισθηματική προσκόλληση με το Ισραήλ από μια βαθιά αίσθηση ιστορικής γερμανικής ευθύνης για το Ολοκαύτωμα. Ήταν η πρώτη Καγκελάριος που μίλησε στην Κνεσέτ το 2008. Η Μέρκελ διατήρησε επίσης την ιστορική επιφυλακτικότητα της Γερμανίας να υποχρεώσει το Ισραήλ να λογοδοτήσει για τη μεταχείριση των Παλαιστινίων και δέχτηκε επίσημα τον «εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους». Η Μέρκελ δεν ήταν οπαδός της επέκτασης οικισμών ή των κατεδαφίσεων του Ισραήλ. Το 2011, είχε μια διαμάχη με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου για τον σχέδιο επικοισμού που εφάρμοζε και την άρνησή του να κάνει ένα βήμα προς την ειρήνη. Οι σχέσεις τους δεν αναθερμάνθηκαν ποτέ.

Την ίδια στάση τήρησε και στο Ιράν. Η Μέρκελ ουδέποτε ταυτίστηκε με τα «γεράκια», όπως ο Νετανιάχου, και επέκρινε τον Τραμπ όταν απέσυρε τις ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία του 2015. Ωστόσο, επικρίθηκε ότι ήταν πολύ ήπια στο Ιράν.

Η πιο θαρραλέα απόφαση της Μέρκελ ήταν να ανοίξει τις πόρτες της Γερμανίας και να καλωσορίσει τους πρόσφυγες από τη Συρία, το καλοκαίρι του 2015. Εκείνη την εποχή, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη έκλειναν τα σύνορα και ύψωναν οδοφράγματα. Η Μέρκελ στάθηκε μόνη της, ακόμη και στα δόντια της αντιπολίτευσης μέσα στη Γερμανία. Διακήρυξε: «Wir schaffen das (μπορούμε να το κάνουμε αυτό)» αντί να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο. Την χαρακτήριζε το «εθνικό καθήκον» να υποστηρίξει όσους βρίσκονται σε κίνδυνο. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα υπέβαλαν αίτηση ασύλου στη Γερμανία το 2015 και 750.000 τον επόμενο χρόνο. Η Γερμανία κλήθηκε να πάρει γρήγορες αποφάσεις, να σχεδιάσει και να εκτελέσει. Κλήθηκε να δώσει εξετάσεις σε κάθε πτυχή του σχεδιασμού. Στις νέες αφίξεις έπρεπε να δοθούν καταλύματα, να διδάξουν γερμανικά και να βρουν δουλειές. Σχεδόν έξι χρόνια μετά, το στοίχημα έχει αποδώσει σε μεγάλο βαθμό.

Πολλοί προέβλεπαν την πτώση της Μέρκελ εξαιτίας του προσφυγικού. Η ακροδεξιά αυξήθηκε στις εκλογές του 2017, σημειώθηκε έξαρση ισλαμιστικών επιθέσεων στη Γερμανία, όπως η επίθεση στην αγορά των Χριστουγέννων στο Βερολίνο το 2016, ενώ αρκετοί πρόσφυγες δέχτηκαν ρατσιστικές επιθέσεις.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα