IΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Ο Ζωγράφος, ο Σκαρίμπας και το «Κύτταρο» της καρδιάς μας | dete

IΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Ο Ζωγράφος, ο Σκαρίμπας και το «Κύτταρο» της καρδιάς μας

Του Θανάση Κούστα

Ήταν Σεπτέμβρης του 1972… μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, έφηβοι που ωριμάζαμε απότομα, τα βράδια με χαμηλά τα φώτα, σιγοτραγουδούσαμε στην «ΛΗΔΡΑ» του Μαρκόπουλου μαζί με τον Ξυλούρη, «τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα» από την «Θητεία» και έτσι μάθαμε τον Μάνο Ελευθερίου όπως και «τα μακεδονίτικα πουλιά και τ’αρμενάκια» από την «Ιθαγένεια» σε στίχους του «Κ.Χ. Μύρη». Τα βράδια μας στις «Εσπερίδες» με τον Αργύρη κλείναμε τα μάτια στο τραγούδι «μην κουραστείς να μ’αγαπάς» και στο «χρυσό κλειδί» με τον Ζωγράφο, μάθαμε να απαγγέλουμε Βάρναλη και Εγγονόπουλο.

Από μαθητής του Γυμνασίου, βρέθηκα σε μια γειτονιά που κάθε βράδυ, σε κάθε Μπουάτ, γινόταν και μια μικρή μυσταγωγία με τα τραγούδια του «Νέου Κύματος». Μικρά και στενά σπίτια, ίσα που χώραγαν λιγοστές καρέκλες και καναπέδες με υφαντά, στενά και μικρά τραπεζάκια, ένα πιάνο και μία κιθάρα. Κι εμείς γνωρίσαμε από κοντά, αγαπήσαμε τους νέους τραγουδιστές και μαζί τους μαθαίναμε τους νέους συνθέτες και του ποιητές μας.

Έτσι με τον Ζωγράφο, που ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, έκανα πολύ παρέα, ως φοιτητής. Τον χειμώνα του 1973, σχεδόν κάθε βράδυ, ανηφόριζα Θόλου και Πανός στο «χρυσό κλειδί» και ήμουνα μέρος  μιας μυσταγωγίας που με την σπαρακτική φωνή του μόνο αυτός ήξερε να προσφέρει στους λιγοστούς θαμώνες που στριμωχτά ίσα που χώραγαν στις λίγες  ψάθινες καρέκλες. Με δική του επιθυμία,  αποστήθισα τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και όταν μου το ζητούσε το απήγγειλα με φώτα χαμηλωμένα και πόρτες κλειστές και σε μικρά χαρτάκια διαβάζαμε ποίηση και από τον Γιώργο έμαθα τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Γιάννη Σκαρίμπα.

Με το λιγοστό φως των κεριών, πάνω στον άμβωνα, πίσω στην εσοχή με το χαμηλό ταβάνι, ήταν σε φύλλο τετραδίου γραμμένα τα λόγια του Σκαρίμπα από την «Κυρά μου την τρελή», κι εγώ με χαμηλή φωνή διάβαζα μία - μία τις λέξεις με τα λόγια του ιδιόρρυθμου Χαλκιδαίου ποιητή:

«Πως ήταν έτσι, πως μου εφάνη ως είχεν έμβει                            

κειό το βαπόρι  μες το λιμάνι με όκια τεφρά,                             

όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη                         

ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη                         

κ’ ήταν σαν κάτι,  κάτι ανείπωτο νάχε να πει,                                    

κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη               

ως ήρθε και θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,                       

τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;                                  

Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη                         

μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη στο μώλο εκεί;

Η μη – βαρκάκια του – μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα         

φέρετρα θάστελνε όξω – σαν κύματα και σαν αφροί –              

όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα                          

ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν,  θάσαν νεκροί.

Τίποτα, τίποτα… Μα πως έτσ’ ήταν, πως μου εφάνη                 

αυτό το πλοίο;  Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,                             

κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,                

αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…»


“Τον ήλιο είχες αγκαλιά βασιλικό στο χέρι
 Ανάμεσα σε καπνούς και στριμωγμένες καρέκλες με την συνοδεία του πιάνου και με χαρμάνι συναισθημάτων, μάθαμε τον «Μπολιβάρ» σε στίχους του Εγγονόπουλου και τον συνοδεύαμε, στο «άκρη δεν έχει ο ουρανός αρχή δεν έχει η δύση…», στον «Ιρλανδό και τον Ιουδαίο», «τ’ όμορφο νησί», «τ’ όνειρό μου πέθανε» και αγκαλιαζόμαστε όλοι όταν χαμήλωνε κι άλλο τα φώτα και μόνο με την συνοδεία της κιθάρας σιγοψιθύριζε

και προς το μέρος της καρδιάς κάτασπρο περιστέρι.

Πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα δάση
βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει.
Πέρασαν τα όνειρα, πέρασαν τα πάθη
έλαμψε σαν άνοιξη η δική σου αγάπη”.

και όταν ξέφευγε με Θεοδωράκη, τον χάναμε για μερικές ημέρες αλλά όλοι γνωρίζαμε για την φιλοξενία του στο δεύτερο Αστυνομικό τμήμα της οδού Βύρωνος.

Στριμωγμένοι, Σάββατο από νωρίς καθόμαστε σε κοντές καρέκλες και περιμέναμε με αγωνία να σιγοτραγουδήσουμε τον Μπάλλο μαζί με τον Σαββόπουλο στο «Κύτταρο» της Ηπείρου. Βρισκόμαστε στην πρώτη ροκ σκηνή της Αθήνας, μαζί με το ιστορικό συγκρότημα, τα Μπουρμπούλια, σε μια αίθουσα που το πρόγραμμα ξεκίναγε με παράσταση του «Τζίμη του Τίγρη» που λύγιζε σίδερα και έσκιζε τράπουλες και μετά ακολουθούσε παράσταση του Σπαθάρη στον μπερντέ. Και μετά η Δόμνα Σαμίου που ξεκίναγε από το «Κύτταρο» την επιτυχημένα προσπάθειά της να κάνει γνωστό και να επικοινωνήσει το ποιοτικό δημοτικό τραγούδι.

Και τέλος  έμπαινε στην σκηνή ο Σαββόπουλος με τον Μπάλλο του και «Έρμος και βαρύς στο μονοπάτι, ντιλέμ ντελέ ντιλέμ, με το σακούλι άδειο, κι ένα μωρό στην πλάτη, ντιλέμ ντελέ ντιλέμ,  γυρνάω σαν τα φίδια, σαν τ’ αγριοπούλια….»

Κι εμείς πίναμε βερμούτ αλλά ρίχναμε ματιές και κατά την πόρτα μην γίνει  έφοδος της αστυνομίας, για έλεγχο ταυτοτήτων… δήθεν. Το «Κύτταρο» είχε και έναν άλλο ιδιαίτερο συμβολισμό σε εμάς, γιατί γνωρίζαμε ότι ήταν το πρώην κέντρο «Φαληρικό» που την Καθαρή Δευτέρα του 1965 ήταν η τελευταία εμφάνιση του Στέλιου Καζαντζίδη σε νυκτερινό κέντρο.

Και την Κυριακή από νωρίς, το απόγευμα πιάναμε στασίδι στην καφετέρια «Διόνυσος» στην πλατεία Συντάγματος και φτιάχναμε μόνοι μας τον ζεστό νεσκαφέ χτυπώντας στην κούπα με το κουτάλι τον καφέ με την ζάχαρη μέχρι να γίνει κρέμα και αν το χρηματοδοτικό πρόγραμμα επέτρεπε  μοιραζόμαστε μια νουγκατίνα η σεράνο.

Και μετά  τραπέζι και βερμούτ, στην «Μέκκα» η απέναντι στις «Καρυάτιδες», τις πρώτες ιστορικές «ντισκοτέκ», Φλέσσα και Λυσίου γωνία στην Πλάκα. Από το πακέτο –κασετίνα «Καρέλια»  το τσιγάρο και με την πρώτη ρουφηξιά, έβγαινε παχύς και ευχαριστημένος ο καπνός και ταξίδευε στην αίθουσα μαζί με τους ήχους από το “sound of silence” των Simon & Garfunkel,  που μας παρότρυνε να χορέψουμε και να αγκαλιαστούμε με ταραχή, να σιγοτραγουδήσουμε, να κλείσουμε τα μάτια, μέχρι να ακούσουμε το “mamy blue” που το χορεύαμε δύο και τρείς φορές κάθε βράδυ και είμαστε μόλις δεκαοχτώ χρονών…