H «καλύβα» με το τζάκι, που φιλοξένησε τα «τζάκια» των Πατρών- ΦΩΤΟ

30.10.2020 / 22:35
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
45

Μια γυναίκα, δύο παιδιά  και μια παράγκα, ένα μικρό λινό δίπλα στη θάλασσα σε χρόνια τρικυμιώδη,  είναι το πρώτο πλάνο  μιας πορείας που ξεκίνησε με δειλά βήματα και λίγη…αρμύρα και συνέχισε με καλπασμούς στον κόσμο της εστίασης και της αναψυχής, σφραγίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι του αιώνα που έφυγε, στην βόρεια πλευρά της Πάτρας, εκεί όπου επί δεκαετίες διασκέδαση σήμαινε «Τζάκι» και «Τζάκι» σήμαινε προορισμός.

Η ιστορία ενός εκ των σηματικότερων εξοχικών κέντρων στην Αχαϊα ξεκινάει σε φόντο άσπρο- μαύρο  στα 1932, όταν η Αικατερίνη Σπυροπούλου, η  κυρά Ρήνη, έτσι όπως καταχωρήθηκε στη μνήμη θαμώνων, συγγενών και φίλων αλλά και στην «ατζέντα» της εστίασης, μετά το θάνατο του συζύγου της, αποφασίζει να πουλήσει το σπίτι τους, να πάρει από το χέρι τα δύο της παιδιά, τον Νίκο και τον Ξενοφώντα και να εγκαταλείψει το χωριό πάνω απο τον Άη Δημήτρη στα Μποζαϊτικα για να επιχειρήσει κάθοδο στη θάλασσα.

Στόχος της η επιβίωση και αφορμή μια έκταση 5 στρεμμάτων γεμάτη καλαμιές που είχε προίκα στην παραλία. Ο Νίκος ήταν τότε  επτά ετών και  ο αδελφός του, ο Ξενοφώντας , πέντε.  «Ούτε δρόμος δεν υπήρχε, η Διγενή Ακρίτα ήταν ένα μονοπάτι. Έφτιαξε μια καλύβα δίπλα στη θάλασσα που οι παλιοί τη λέγανε παράγκα» ειχε αφηγηθεί ο αείμνηστος εγγονός της Κώστας Σπυρόπουλος, γιος του Νίκου.

«Εκεί  μπροστά στην παράγκα, βγαίνανε οι τράτες και η γιαγιά  τηγάνιζε μαριδάκι, γαβράκι και σαρδελάκι στους ψαράδες που συνόδευαν το κρασί τους.  Είχε και ένα αυτοσχέδιο τζάκι μέσα και όλοι  λέγανε «πάμε στο τζάκι», «πάμε στο τζάκι». Προφανώς κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία και βγήκε το όνομα».

Τα δύο παιδιά ανέλαβαν το ρόλο του σερβιτόρου σε εκείνη την υποτυπώδη πρώτη ταβέρνα, η οποία είχε κάτι από την κάπνα της δυσκολίας και την ζεστασιά της οικογένειας που και που, όσο περνούσε ο καιρός, αποκτούσε όλο και περισσότερους πιστούς, μεροκαματιάρηδες, εργάτες στις γραμμές του τρένου και στα χωράφια με αποτέλεσμα η παράγκα να μεγαλώσει και να γίνει ένα αξιοπρεπές λινό.  Η γιαγιά  τους κέρναγε και κρασί από το αμπέλι που είχε στο περιβόλι πίσω από το μαγαζί.

Εκεί, στην παραλία, βγάλανε οι τρεις τους και τον πόλεμο, όταν μαζεύτηκαν τα σύννεφα της Κατοχής. Η παράγκα αποτελούσε στέγη και η θάλασσα εγγυόταν σίγουρη τροφή.

Μετά το ΄45 τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει και πήραν τη δουλειά στα χέρια τους.

Γκρέμισαν την παράγκα και στις  αρχές του 1950, έκαναν το μεγάλο άλμα δημιουργώντας το περίφημο «Τζάκι» που  ξεκίνησε τη λειτουργία του στα 1952, έχοντας πάρει το όνομά του από την συνήθεια μιας εικοσαετίας. Το τεράστιο  για τα δεδομένα της εποχής κτίριο, έκτασης  230 τετραγωνικών, έγινε με δανεικά. Στη νέα αυτή εκδοχή του υπήρχε και ένα κανονικό τζάκι. Η ταμπέλα απέξω έγραφε «Εξοχικόν κέντρον το Τζάκι- Αδελφοί Σπυρόπουλοι».

Είχε έρθει η ώρα για την «πτήση» στην επιτυχία.

«Τα εξοχικά κέντρα τότε ήταν για όλες τις δουλειές. Το καλοκαίρι κάνανε μπάνιο, το χειμώνα χορούς, ήτανε και ταβέρνες, λίγο από όλα» θυμόταν ο Κώστας Σπυρόπουλος.

Χρέη μάγειρα ανέλαβε ο Νίκος έχοντας διδαχθεί την τέχνη κυρίως από την μάνα του. Έφτιαχνε, όπως θυμούνται οι πελάτες της εποχής,  ένα μοναδικό μοσχαράκι ροστ μπιφ και ένα υπέροχο κατσικάκι λαδορίγανη, ενώ εξίσου καλό ήταν το κοκκινιστό του και οι ντρολμάδες με αμπελόφυλλο. Ο Ξενοφώντας ήταν των δημοσίων σχέσεων.

 Οι δυό τους διέθεταν στρέμματα με αμπέλια και έβγαζαν το δικό τους κρασί που το φύλλαγαν σε μια αποθήκη με χώμα και διώροφα βαρέλια δίπλα από το μαγαζί. Το ξεχωριστό   μοσχούδι τους, ήταν ένας ακόμη σημαντικός λόγος  για  να πάει κανείς στο «Τζάκι».

«Ξεκίνησαν τότε και οι ξακουστοί χοροί της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60. Το χειμώνα είχαμε και ορχήστρα. Γίνανε  ατελείωτα γλέντια. Από εκεί, πέρασαν  όλη η Πάτρα αλλά και άτομα από όλη την Ελλάδα και όλα τα μέρη του κόσμου» .

Στο άλλοτε «Τζάκι» των ψαράδων και των τηγανητών μεζέδων έμελλε να καταλύσει  όλη η αριστοκρατία της πόλης. Βιομήχανοι, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, μεγαλέμποροι… Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν από την Πάτρα και να μην το  επισκεφθούν  πρωθυπουργοί, αρχηγοί κομμάτων, αθλητές και  καλλιτέχνες πανελλήνιου βεληνεκούς.

Εκεί έπαιξαν και εξαιρετικοί μουσικοί όπως οι Παπαγιαννάκης, Αποστολίδης,  Αργυρόπουλος, Αρχοντίδης, Βαφειάδης, Ευστρατιάδης, Κούφης και άλλοι.

«Ένα καρναβάλι, ήμουνα πιτσιρίκι, κατέβηκα Aπό το σπίτι μας που ήταν από πάνω, να πάρω σοκολάτες από αυτές που πετάγανε. Μπερδεύτηκα με τον κόσμο χωρίς να με δει κανείς και  πάω κάτω από ένα τραπέζι να τις μαζέψω.  Ήτανε το τραπέζι του  Μακρυκώστα της Πειραϊκής Πατραϊκής. Κάνει ο Μακρυκώστας ρε Νίκο τι είναι τούτο εδώ, δικό σου είναι;»

Η μουσική ήταν  ευρωπαϊκη και ο χώρος γέμιζε από τις μελωδίες σαξόφωνων, ακορντεόν και ντραμς.

Σε περίοπτη θέση στο μαγαζί,  ένα πιάνο.

«Θυμάμαι σαν όνειρο έναν που ερχότανε από τη θάλασσα με το μαγιό και πήγαινε στο πιάνο και έπαιζε. Ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος που τότε ήταν παιδί. Εκεί έμαθε να παίζει».

Το τέλος της μουσικής στο «Τζάκι» σήμανε το 1964 όταν το μαγαζί μπήκε μέσα από τα έξοδα της ορχήστρας με αποτέλεσμα να νοικιαστεί για 2,5 χρόνια στον Ευαγγελάτο. Επανήλθε τη σεζόν  1967-1968 επενδύοντας κυρίως στη φήμη του πολύ καλού φαγητού.

«Δεν ξαναβάλαμε ποτέ ορχήστρα. Από τότε ήταν  μια κλασική ταβέρνα μέχρι που μετά από δέκα χρόνια έγινε το ξενοδοχείο». To hotel Τζάκι λειτούργησε στις 9 Μαρτίου του 1978. Μπροστά στο ισόγειο , βρισκόταη το εστιατόριο.

Εκεί, στη δεκαετία του 70 κορυφώθηκε η υπόθεση «μπάνιο». Οι ουρές στο αστικό για να πάνε οι οικογένειες στο «Τζάκι» ήταν ατελείωτες. Πρώτα βουτιές και μετά τυρόπιτα και τηγανητές πατάτες δίπλα στη θάλασσα.

Καθοριστικοί  «συνεργάτες» και οι ταξιτζήδες οι οποίοι έφερναν τον κόσμο από το 50 και μετά και μοιραία μετείχαν και της διασκέδασης, όντας πλέον φίλοι των ιδιοκτητών. Αδελφικός φίλος του Νίκου Σπυρόπουλου ένας άλλος πασίγνωστος εστιάτορας, ο Γιάννης Κούκος, με τον οποίο πήγαιναν μαζί για κυνήγι.

Το «Τζάκι» που στη συνέχεια πέρασε στα παιδιά του Νίκου και του Ξενοφώντα, σηματοδότησε μια ολόκληρη εποχή, που πλέον στέλνει…διάπλατα χαμόγελα στη νοσταλγία,  μέσα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Ο Νίκος Σπυρόπουλος με φίλους του ταξιτζήδες.

 Η κυρά Ρήνη έξω απο την ταβέρνα με συγγενείς και φίλους.

​Ο Νίκος Σπυρόπουλος (με το πουκάμισο) ετοιμάζοντας μεζέδες.

 Ο μικρός Κώστας Σπυρόπουλος σε πρώτο πλάνο. Πίσω του με το σαξόφωνο ο περίφημος Νίκος Παπαγιαννάκης

 Στο καλοκαιρινό «Τζάκι» δίπλα στη θάλασσα. Νίκος και Ξενοφώντας (με το μαγιό) , με τον Μάρκοβις που ήταν ψαράς, τον Φώτη Τελώνη και το γιο του.

  Ο γάμος του Νίκου Σπυρόπουλου (αριστερά) έγινε στο μαγαζί το 1955. Δεξιά η σύζυγός του Γιώτα.

Δεκαετία ‘ 50. Δεύτερος από αριστερά ο Νίκος Σπυρόπουλος και   τρίτος από  δεξιά ο Ξενοφώντας,  με τον Φώτη Τελώνη και παρέα από ταξιτζήδες.

 Ο χορός της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς που διοργάνωναν επώνυμοι Πατρινοί στις αρχές του 70.

Κείμενο και φωτογραφίες από το Λέυκωμα “Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου, από τις εκδόσεις “Το δόντι”

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα