Ένα Σάββατο στο Μαρκάτο…

21.05.2021 / 14:39
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα,

Είχα ένα συγγενή, τον Θεοδόση, που την δεκαετία του ’60, είχε το μαγαζί του, στην «καρδιά» του Μαρκάτου, γωνία Υψηλάντου και Ερμού, στο ισόγειο του παλιού διώροφου κτιρίου, όπου αργότερα φτιάχτηκε το μεγαθήριο που στεγάζει τις υπηρεσίες της Αστυνομίας. Το εμπόρευμα ήταν βουνά από κάρβουνα, πατάτες και κρεμμύδια.
Στον επάνω όροφο έκανε πρόβες η φιλαρμονική του Δήμου, με μαέστρο τον Θεόφιλο Κάββουρα. Έτσι, ο Θεοδόσης ζύγιζε στην πλάστιγγα τα κρεμμύδια με μουσική υπόκρουση τις μελωδίες από την «Κλέφτρα Κίσσα» του Ροσσίνι, την «Πολωνέζα» του Σοπέν και τα εμβατήρια των παρελάσεων.
Μετά το μαγαζί του Θεοδόση, ήταν το δερματάδικο του Γιαννόπουλου και του Ράπτη και το γαλακτοπωλείο του Κουτσογιάννη, που ήταν απέναντι από το ραφείο του Βινιεράτου. Ακριβώς απέναντι από τον Θεοδόση, ήταν η ποτοποιία του Λαγκαδινού, που ευωδίαζε όλη τη γειτονιά από τη μεθυστική μυρουδιά του γλυκάνισου.
Η κάθοδος των αγροτών
Τα Σάββατα είχε μεγάλη κίνηση το Μαρκάτο, καθώς ερχόντουσαν οι αγρότες από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν την παραγωγή τους. Η πλατεία στη μέση ήταν γεμάτη με φορτωμένα κάρα μαζί με τα άλογα ή τα γαϊδούρια, τα οποία μασούλαγαν υπομονετικά τη βρώμη από τον κρεμασμένο υφαντό ντορβά.
Με την ευκαιρία της αναμονής, οι χωριάτες θα επισκέπτονταν ένα από τα μαγέρικα που για τον λόγο αυτό ήταν γεμάτο το Μαρκάτο, όπως η υπόγεια ταβέρνα του Οικονόμου, του Σουβαλιώτη στη γωνία Υψηλάντου και Ερισσού, του Κολόμβου απέναντι, του Ραφτόπουλου και του Πολίτη στην άλλη πλευρά της Υψηλάντου, μετά το μαγαζί του Θεοδόση. Tο μενού ήταν πατσάς σε πολλές εκδοχές, βραστό, λαδερά, σαβόρο, κουκιά πλακί, γαύρος λαδορίγανη ρίγανη και πατάτες γιαχνί.
Στο χάνι του Παναγόπουλου φύλαγε τα βράδια το άλογο με το κάρο του ο Γάλα-γάλας. Ήταν γνωστός τύπος του Μαρκάτου, έκανε μεταφορές και αποτελούσε μέρος της καθημερινής διασκέδασης εκεί, ενώ μόνιμη ήταν η Μαρία Κου, που παρίστανε την τυφλή και διακόνευε καθημερινά.
Δίπλα στο χάνι του Παναγόπουλου ήταν το κοτοπουλάδικο των Σαμαρτζή και Πολίτη. Δίπλα, στη γωνία, το μπακάλικο του Σπυρόπουλου, που ένα μεγάλο καρότσι, βαρέλια, και κρεμασμένα σαρώματα ήταν μονίμως στη μόστρα. Στην πάνω δεξιά γωνία ήταν το μαγαζί του Καραχάλιου, με εμπόρευμα μπούκλες μαλλιά, χαλιά, βελέντζες, φλοκάτες και μαλλί για παπλώματα.
Απέναντι ο Τσεγρένης, που κατασκεύαζε όπλα και φυσίγγια, απαραίτητα εφόδια κυρίως για τους τσοπάνηδες.
Στην γωνία το μπακάλικο του Κρούσκα και δίπλα το καφενείο των Παρασκευά και Διαμαντή. Έφτανε η γλυκιά μυρουδιά από τον καβουρντισμένο καφέ, που με τέχνη έφτιαχνε δίπλα, στο καφεκοπτείο του, ο Παπανδρέου.
Ο Παπουτσιδάκης είχε απλωμένα όλη μέρα φιντάνια και σπόρους, μαζί με λουλούδια, χαλκό, θειάφι και λιπάσματα.
Και δίπλα, το καφενείο του Ανδρέα Παναγόπουλου, γεμάτο κόσμο, σέρβιρε καφέ τούρκικο σε χοντρό φλιτζάνι.
Φωτιές από τα καμίνια και φασαρία
Η Ερμού πάνω από το Μαρκάτο είχε πολύ χρώμα, φωτιές από τα καμίνια και φασαρία από το σφυροκόπημα στα αμόνια που σκορπούσε καυτές σπίθες στα πεζοδρόμια.
Δεξιά μας χαλκώματα, τεντζερέδια, καζάνια και γανώματα. Επιτόπου ο γανωματής πάλευε με το λιωμένο καλάι και ζωντάνευε τα μπακίρια. Δίπλα το σιδηρουργείο του Φιλιππόπουλου έφτιαχνε τσάπες, φτυάρια και σκεπάρνια. Δρεπάνια σε διάφορα μεγέθη και γκασμάδες ήταν σε παράταξη στο πεζοδρόμιο. Οι καμπάνες, τα μανουάλια και οι πολυέλαιοι του Μπέλλα, λαμπύριζαν στον πρωινό ήλιο. Δίπλα ο Στολλάκης με τα χαλκώματα.
Τα χαλκουργεία είχαν κρεμασμένα σωρό τα κουδούνια και τα τσοκάνια, αλλά και τα κυπριά για τα γκεσέμια. Αριστερά μας, μετά τον Τσεγρένη, βρισκόταν το σιδηρουργείο με τα γεωργικά εργαλεία του Γραμματικόπουλου και μετά οι Αφοί Μενούνου με σιδηρές κατασκευές και αλουμινίου. Στη σειρά και το σιδηρουργείο του Σκαναβή. Τα σφυριά δούλευαν ασταμάτητα στου Ντόσκα, που έφτιαχνε χοντροπάπουτσα και άρβυλα στο χέρι. Και δίπλα του Παυλίδη, με παραγωγή «υποδήματα γυναικεία γεροντίστικα».
Τα σαγματοποιεία
Τα σαγματοποιεία και οι χαμουρτζήδες είχαν κρεμασμένα σε αρμαθιές τα χαϊμαλιά με τις πολύχρωμες χάντρες. Σε διάφορα σχέδια σαμάρια, χάμουρα, λαιμαριές και καπιστράνες, μαζί με σέλες, χαλινά, πισινέλες και γκέμια. Σαγματοποιείο-σελοποιείο ήταν του μπάρμπα-Λια Αποστολόπουλου, στην Ερμού, και του Χατζή. Ο κυρ Γιάννης Χατζής, που ήταν γνωστός μας, είχε το χάνι, αλλά έφτιαχνε και σαμάρια σε έναν μεγάλο πάγκο στο σαγματοποιείο στην Καραϊσκάκη. Πηγαίναμε συχνά, όταν ήμαστε στο Μαρκάτο, γιατί δίπλα ήταν και το μαγαζί του Τάσου Ρήγα, από το οποίο αγοράζαμε κοκκάρια. Βουνά στο ξύλινο πάτωμα ήταν τα κρεμμύδια και τα κοκκάρια, και μόνος εξοπλισμός η πλάστιγγα κι ένα γραφείο. Δίπλα από του Χατζή ήταν το ποτοποιείο του Χάχαλη και το κηροπλαστείο του Καραβαγγέλη. Απέναντι υπήρχε κι άλλο χάνι, του Δημόπουλου, δίπλα από το σαμαράδικο του Σαμαρά.
Μύριζε δουλεμένο πετσί από τα τσαγκαράδικα, και το τάκα-τούκα από τις σφυριές στους πάτους και τα τακούνια ταξίδευε στις στοές της Ερμού.
Τα χασάπικα και τα ψαράδικα
Από το Μαρκάτο δεν έλειπαν βέβαια τα χασάπικα και τα ψαράδικα, αλλά και τα μπακάλικα με τους σκουράντζους, τους μπακαλέους, τις λακέρδες, τα σκουμπριά, με τα όσπρια και τα αλεύρια να είναι σε πρώτη ζήτηση. Τα αλίπαστα είχαν μεγάλη ζήτηση και τα φόρτωναν σε ξύλινα κάρα με τρεις σιδερένιες ρόδες, με τα οποία γίνονταν και οι περισσότερες μεταφορές στο Μαρκάτο.
Οι πλανόδιοι με τα κάρα
Πολλά από αυτά ήταν νοικιασμένα από τη μάντρα του Καμπούρη, που ήταν γεμάτη με τέτοια κάρα και ήταν στην Κορίνθου, μετά τη Ζαΐμη.
Κάρα χρησιμοποιούσαν και άλλοι πλανόδιοι επαγγελματίες της πλατείας.
Ο Θύμιος ο Κόττας, από τα Γύφτικα, που είχε το κάρο γεμάτο με μαύρη χοντρή σταφίδα. Στράγαλα και πασατέμπο είχε στο κάρο του ο Γκίτσης, που κάθε βράδυ το φύλαγε σε μια είσοδο δίπλα στο ουζερί του Λαγκαδινού. Μπροστά στου Λαγκαδινού, πρωί – πρωί έπιανε πόστο με το κάρο του ο μπάρμπα-Τάκης, που είχε εμπόρευμα με όλα τα είδη του τσαγκαριού.
Στην αποκάτω γωνία με την Καραϊσκάκη, έξω από το σιδηροπωλείο του Σγούρδου, είχε μόνιμο στασίδι ο Παΐζης με το κάρο του και εμπόρευμα κυρίως τσατσάρες, σαπούνια και ξυραφάκια.
Το Μαρκάτο ήταν ένα νεορεαλιστικό σκηνικό γεμάτο χρώματα, μυρωδιές, ήχους και εικόνες. Σήμερα λίγοι συνεχίζουν να συντηρούν με την παρουσία τους την παλιά εικόνα, όπως ο Μπέλλας, ο Πομώνης, ο Μανιάτης, ο Σγούρδος, ο Σουβαλιώτης, ο Γραμματικόπουλος κ.ά.

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα