Δεκαετία του ’60: Στάση στη μπυραρία της Γούναρη

02.07.2022 / 17:30
All-focus

Οι… ωραίοι τρελοί της πόλης που εφεύρισκαν ευφάνταστους τρόπους, ώστε να βγάλουν τα προς το ζην.

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΚΟΥΣΤΑ

Στο προηγούμενο αναφέρθηκα στην μπυραρία του Στέφανου Νύχτα, που ήταν στην Γούναρη, μεταξύ Αθανασίου Διάκου και Σισίνη.Το μαγαζί  αυτό, εκτός από τους κανονικούς πελάτες, είχε και επισκέψεις από περίεργους τύπους που ξαπόσταιναν για λίγο πριν συνεχίσουν την ανηφόρα, ή περαστικούς ψιλομέρελους ή που έκαναν το μερελό για να εξασφαλίζουν το χαρτζιλίκι τους. 

Ο προφήτης

Ένας τέτοιος ήταν και ο «προφήτης» που είχε εμφανιστεί στην πόλη τον Φεβρουάριο του 1961 και κάποιοι πελάτες τον έφεραν στο μαγαζί για κέρασμα. Την εποχή εκείνη τέτοιοι τύποι, που μάλλον ήταν σαλεμένοι, έβρισκαν πρόσφορο έδαφος, γιατί υπήρχε άγνοια αλλά και έντονη θρησκοληψία στον κόσμο. Πολλοί άνθρωποι πίστευαν με ευκολία σε δοξασίες και δεισιδαιμονίες. Ο προφήτης, λοιπόν, διέδωσε ότι την ερχόμενη Τετάρτη θα σκοτείνιαζε ο ουρανός και θα πεθαίναμε όλοι. Συμπλήρωσε δε, ότι θα γλίτωναν τον θάνατο μόνο όσοι εκείνη την ημέρα θα πήγαιναν να μείνουν στα Ψηλαλώνια, επί της πλατείας. Και μεταξύ ούζου και μεζέ επέμενε για τον ισχυρισμό του και μάλιστα με μεγάλη πειστικότητα.Εγώ, που τα άκουγα αυτά, φοβήθηκα πολύ. Ο δε φόβος μου μεγάλωσε, όταν από το απόγευμα της παραμονής έβλεπα, από το μπαλκόνι μας που ήταν επί της Γούναρη, πολύ κόσμο να ανεβαίνει προς τα Ψηλαλώνια, για να παραμείνουν όλη νύχτα και να τους βρει το ξημέρωμα εκεί, ώστε να είναι σίγουροι πως δεν θα πεθάνουν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν θρησκόληπτοι και έχαψαν την προφητεία, την οποία μάλιστα είχαν συνδέσει με την καρναβαλική περίοδο. Πολλοί πίστευαν ότι κάποια στιγμή μεγάλο κακό θα πέσει στην πόλη, λόγω του αμαρτωλού καρνάβαλου. Μεταξύ αυτών και μια θεία μου, που έμενε στον Αϊ Διονύση και η οποία εμφανίστηκε με κουβέρτες και σεντόνια για την κατασκήνωση στην πλατεία. Η θεία ήταν θεούσα και περίμενε να δει τον Μεσσία στις μέρες της. Έτσι, πίστεψε και τον προφήτη. Η μητέρα μου με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι δεν θα συμβεί τίποτα.Τελικά, την άλλη ημέρα το πρωί πράγματι σκοτείνιασε ο ουρανός, αλλά δεν πέθανε κανένας. Κι έτσι, όλοι οι κατασκηνωτές γύρισαν στα σπίτια τους απογοητευμένοι‒ που ζήσανε, και μαζί με αυτούς και όλοι οι άλλοι.Εκείνη την ημέρα, στις 15 Φεβρουαρίου 1961, έγινε ολική έκλειψη ηλίου, ορατή στην Ελλάδα ως μερική. Η αρχή της ήταν στις 8:31:54 π.μ. και η μέγιστη στις 9:42:59 π.μ. και καλύφθηκαν 93 εκατοστά του ηλιακού δίσκου. Μερικοί δυσκολόπιστοι είπαν ότι η φήμη ήταν κόλπο των καταστημάτων των Ψηλαλωνίων, για να έχουν μαζεμένη πελατεία όλη μέρα· πολύ πιθανόν, γιατί τότε δεν υπήρχε το marketing ούτε ως ορολογία και πρακτικές τέτοιας μορφής είχαν αποτέλεσμα.

Η Κούλα πλανιδού

Εκτός από τους ψευδοπροφήτες,  εκείνη την εποχή, η Πάτρα ήταν γεμάτη από διάφορους τύπους, που αποτελούσαν και την ψυχαγωγία κυρίως των εμπόρων του κέντρου που ασχολούνταν  με το πείραγμα όσων είχαν «προδιάθεση», μέχρι που… τους έστελναν κανονικά.Κάποιες φορές ανηφόριζε τη Γούναρη και η Κούλα η πλανιδού, φορτωμένη στην πλάτη ένα σακί με πλανίδια. Ήταν μικρές φλούδες ξύλου, που τις μάζευε από τα ξυλουργικά εργοστάσια της παραλίας. Για τα πλανίδια οι καλύτεροι αγοραστές της ήταν οι νοικοκυρές στα Προσφυγικά, που τα χρησιμοποιούσαν ως προσάναμμα στα αυτοσχέδια μαγκάλια για τη θέρμανση, το μαγείρεμα αλλά και το ζεστό νερό, και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε το μεροκάματο. Η πλανιδού συχνά έπεφτε θύμα του τζολέματος των αργόσχολων Πατρινών, καθώς το πιο προσφιλές τους πείραγμα ήταν να της ρίχνουν από πίσω, μέσα στα πλανίδια, αναμμένα αποτσίγαρα, ώστε μετά από λίγο φούντωνε το σακί από την καπνούρα. Και τότε, γινότανε χαμός από τις φωνές και τις κατάρες.Το κανονικό της δρομολόγιο ξεκινούσε μετά την Παπαφλέσσα, κι από τους στενούς δρόμους έβγαινε στην πλατεία Βουδ, με κατεύθυνση τα Προσφυγικά. Οι μεγάλοι λέγανε ότι πολλές φορές στην επιστροφή την περίμενε ο χοντρό Κομίνης στη γωνία Σολωμού και Γεωργίου Ολυμπίου. Εκεί, δίπλα στο περίπτερο, κοιμόντουσαν αγκαλιά στο πεζοδρόμιο, με όλα τα σχετικά.

Οι περαστικοί

Από το μαγαζί μπροστά, πέρναγαν, εκτός από τους καθημερινούς που ήταν ο «κατά τα έργα σου», ο Νιόνιος ο Σκάνταλος, ο Άσε με, ο Κοκομαίας και άλλοι που έρχονταν από άλλες γειτονιές.  Όπως ο Φωτάκιας η Νιάου που κοπάναγε την μαγκούρα του στις κολώνες, βελάζοντας (μπέεε..)  και πείραζε τις γυναίκες με βρωμόλογα, ο Συμεών που αν τύχαινε να ανηφορίσει και τον πετύχαιναν σε καλή μέρα, τον έβαζαν πάνω σε βαρέλι ή σε κασέλα όρθιο. Και αυτός, κοντόχοντρος, κουρεμένος γουλί, ατημέλητος και βρωμερός αλλά όχι αποκρουστικός, έβγαζε λόγο πολιτικό, αντιγράφοντας τον Καραμανλή. Κι όταν άρχιζε να απαγγέλει τον Τρωικό πόλεμο, τότε γινόταν πανζουρλισμός από τον κόσμο. Και αυτός ενθουσιασμένος από τους ακροατές άρχιζε:

«Κάτω απ’ το κάστρο το βαρύ με τα πλατειά τα τείχη                                     

Στέκοντ΄ οι Έλληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη                                       

Μοίρα κακή τους έριξε και πάνε δέκα χρόνια                                                   

Οι ζέστες τους αφάνισαν τους έλιωσαν τα χιόνια…».

Και αν είχε όρεξη, μετά από παράκληση των θεατών, απήγγειλε και την Οδύσσεια, με τα δικά του λόγια που ενθουσίαζαν του ακροατές…                                                                                                        Όμως, εκτός από τον Συμεών, αγαπημένος των θαμώνων της μπυραρίας ήταν και ο Τσιμπιρλίου που με το ένα χέρι είχε ένα τρανζίστορ στο αυτί και με το άλλο κρατούσε ένα άλλο, το οποίο πούλαγε. Ήταν ψευδός, του τρέχανε τα σάλια και καθώς έμπαινε στα μαγαζιά φώναζε… «ασκολιναρίες θα σας καθαρίσω» και λαμβάνοντας το σχετικό χαρτζιλίκι έφευγε για το επόμενο χωρίς να… καθαρίσει.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Νεολόγος” των Πατρών

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα