Αναμνήσεις από το Βλατερό μιας άλλης εποχής

23.08.2021 / 17:00
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
All-focus

Του Θανάση Κούστα

Το σπίτι της θείτσας ήταν γωνία Κολοκοτρώνη και Υψηλάντου, απέναντι από το μανάβικο του Μηνά, που πούλαγε και κάρβουνα. Είχε ένα μακρύ διάδρομο και μύριζε μόνιμα ντι ντι τι, με ένα έπιπλο με καθρέπτη που το αγκάλιαζαν τα φύλλα ενός πόθου και το στόλιζε ένα κρυστάλλινο σκαλιστό δοχείο, με κολόνια φουζέρ. Η θείτσα προμηθευόταν την κολόνια (φουζέρ ή γιασεμί) όπως και πούδρα «Ζακύνθου Μπισπάρδη», από το κατάστημα Καλλυντικά-Αρώματα-Ψιλικά του  Ηλιόπουλου, στην  πλατεία Όλγας. Οι κολόνιες ήταν σε μεγάλες φιάλες με βρυσάκι και, εκτός από φουζέρ και γιασεμί, είχε και άλλα αρώματα όπως αρπέζ, κρεπ ντε σιν, σουάρ ντε παρί και λεβάντα.

Οι πλανόδιοι

Η γειτονιά της θείτσας ήταν ζωντανή και θορυβώδης. Από το παράθυρο που έβλεπε στην Υψηλάντου φαινόταν όλη η κίνηση στον δρόμο. Τα πρωινά περνούσαν διάφοροι πλανόδιοι επαγγελματίες με τα εργαλεία και την πραμάτεια τους στον ώμο. Αχθοφόροι και καροτσέρηδες ήταν συνεχώς στον δρόμο, καθώς το Μαρκάτο ήταν σε απόσταση δύο τετραγώνων από το σπίτι.

Ο ακονιστής, που κουβάλαγε στην πλάτη του το ακόνι, περνούσε σχεδόν κάθε βδομάδα. Στεκόταν στην μέση του δρόμου και πέταγε σπίθες παντού, καθώς ακόνιζε μαχαίρια και ψαλίδια.

Απέναντι, σε μια παλιά είσοδο σπιτιού, έβαζε για φύλαξη το κάρο του ο μπάρμπα-Τάκης, με εμπόρευμα πρόκες, τακούνια, σπάγκους και διάφορα άλλα υλικά για τσαγκάρηδες. Τα πρωινά αγγάρευε πιτσιρικάδες για να σπρώξουν το κάρο μέχρι τη γωνία, στο ουζερί του Λαγκαδινού, που ήταν το στέκι του, με το ανάλογο χαρτζιλίκι.

Ο γανωτής (ή γανωματής) ερχόταν από τα Ταμπάχανα. Είχε μαζί με τα εργαλεία του κι ένα μεγάλο σακί, που έβαζε μέσα τα σκεύη για γάνωμα, τα οποία επέστρεφε μετά από δυο τρεις ημέρες. Αυτό αποτελούσε συχνά αιτία προστριβών, γιατί στην επιστροφή έφερνε συχνά άλλα αντ’ άλλων. Για αυτό και πολλές φορές άναβε τη φωτιά και έκανε επιτόπου το γάνωμα, έξω από τα σπίτια.

Ο βαρικινάς πέρναγε μέρα παρά μέρα με το κάρο του, φορτωμένο τις μπουκάλες με τη βαρικίνα, και τη στεντόρεια φωνή του «βαρικίναααααααααααααα… ο βαρικινάς!». Ήταν ο Καλογιάννης από το Ζαβλάνι,  που είχε σούστα με ένα άλογο  και φώναζε στις γειτονιές με την βροντερή φωνή του «βαρικίνα που πλένει τα βρακιά…». Αραιά και πού πέρναγαν και άλλοι βαρικινάδες όπως ο Θοδωρής Λουρίδας, από του Χαλκωματά που είχε ένα κάρο με λαστιχένιες ρόδες και ήταν μονίμως πιωμένος ή ο μπαρμπά-Νίκος από την άνω πόλη που γύριζε τις γειτονιές με ένα χειροκίνητο κάρο με τρείς ρόδες.

Ο πιο συμπαθητικός από όλους, όμως, ήταν ο πατσατζής με το κάρο του, που φώναζε «πατσεεεεεεεεεεεεές… και ποδαράκια!». Με φαρδιά παντελόνια, ποδιά και τραγιάσκα, είχε κάπως αλλόκοτο σουλούπι.  Κοκκινομάγουλος, με μικρά στρογγυλά μάτια και αραιά φρύδια. Ο πατσάς είχε μεγάλη ζήτηση, ειδικά από τα μαγέρικα που τον είχαν στο βασικό τους μενού, κυρίως λαδορίγανη.

Αραιά και πού, πέρναγε κι ο γύφτος με το κάρο γεμάτο κοπριά και καστανόχωμα. Ξυπόλητος, καθισμένος χαμηλά στο πλάι, η γύφτισσα συνήθως γκαστρωμένη, με την κοιλιά τούρλα, και ένα γυφτόπουλο ξεβράκωτο να διώχνει με έναν βούρδουλα πλήθος από αλογόμυγες. Αργότερα ο γύφτος απέκτησε κι άλλο αντικείμενο εργασίας‒ έτσι, μαζί με την πώληση της κοπριάς, διόρθωνε και καρέκλες.  Κάποιες λίγες φορές πέρναγε κι ένας εμποράκος, που κουβάλαγε όλο το εμπόρευμα στον ώμο, μερικά λιγοστά υφάσματα, και στο άλλο χέρι είχε ένα καλάθι με υλικά μοδιστρικής. Τα καταστήματα της Ερμού ήταν γεμάτα από τέτοια υλικά, όμως αυτός γνώριζε τα σπίτια που είχαν μοδίστρες και χτύπαγε τα ρόπτρα προκειμένου να τους πουλήσει κουβαρίστρες, ψαλιδάκια, καρφίτσες κ.ά. Είχε και παραμάνες, που ήταν περιζήτητες, γιατί αν έσπαγε ή χανόταν κουμπί οι παραμάνες έλυναν προσωρινά το πρόβλημα, κάποιες φορές και μόνιμα.

Οι παραστάσεις Καραγκιόζη στην αυλή

Το σπίτι της θείτσας στο πίσω μέρος είχε μια μεγάλη αυλή, στην οποία κατέληγε μια σιδερένια σκάλα. Ιδανικό μέρος για παραστάσεις Καραγκιόζη. Κόβαμε τις φιγούρες από τα δίφυλλα των εκδόσεων Παπαδημητρίου και τις κολλάγαμε σε χαρτόνι με αλευρόκολλα. Τα έργα δε, τα διαβάζαμε στα μικρά έντυπα των εκδόσεων Άγκυρα, με τις ιστορίες του «μαυρομάτη αναρχικού», με κορυφαίο τον «Καραγκιόζη φούρναρη».

Το ουζάκι του μπάρμπα

Ο μπάρμπας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο ούζο και δεν του έλειπε ούτε στο σπίτι. Η προμήθειά του γινόταν από του Χάχαλη, στην Καραϊσκάκη, με δύο δάχτυλα μαστίχα για να βελτιώνει τη γεύση. Για συνοδεία του ούζου, η θείτσα προμηθευόταν τα σαρδούνια και τους σκουράντζους από το μπακάλικο Αποικιακά-Εγχώρια του κυρ Γιάννη Ανδρεόπουλου, που ήταν στην Αγίου Νικολάου, πριν βγούμε στην Καραϊσκάκη. Έπαιρνε όμως και κοκκάρια για το αγαπημένο φαγητό του μπάρμπα, που ήταν το στιφάδο. Αυτό το συνόδευε πάντα με μοσκούδι από την ταβέρνα του Έρδα, που ήταν στην Μαιζώνος.

Η γιορτή του Αγίου Γερασίμου και το ταγέρ της θείτσας

Η θείτσα μία φορά τον χρόνο ετοίμαζε το σπίτι για την εορτή του Αγίου Γερασίμου, που ήταν και η μοναδική μέρα του χρόνου που το άνοιγε για να δεχθεί επισκέψεις. Τα καρύδια ήταν προσεκτικά κοπανημένα για τον μπακλαβά και το αμύγδαλο διαλεγμένο για το μελιτζανάκι – γλυκό του κουταλιού. Αυτά τα δύο γλυκά, μαζί με μέντα και κονιάκ, ήταν τα κεράσματα, κι εγώ τα είχα συνδέσει με τη γιορτή του Αγίου Γερασίμου. Ο μπάρμπας από νωρίς κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, στη δική του πολυθρόνα, περίμενε τους επισκέπτες, που ήταν καμιά δεκαριά κοντινοί συγγενείς.

Η θείτσα είχε μία και μοναδική επίσημη έξοδο τον χρόνο, όταν θα πήγαινε την παραμονή τ’ Αγιαντρεός να προσκυνήσει. Φόραγε το καλό μαυρόασπρο ταγιέρ «πιε ντε πουλ» με γόβες και τσάντα, που έβγαιναν από την ντουλάπα μία φορά τον χρόνο. Και φυσικά μπόλικη κολόνια φουζέρ χύμα.

(από εφημερίδα Νεολόγος των Πατρών)

Ακολουθήστε το dete.gr στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News απο τον υπολογιστή αλλά και από την εφαρμογή Google News του κινητού σας.

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα