AΡΘΡΟ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΔΗ – ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ | dete

AΡΘΡΟ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΔΗ - ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ

 

Πρόσφατα η “Εταιρεία Λογοτεχνών ΝΔ Ελλάδος” αφιέρωσε ένα από τα φιλολογικά βραδινά της στη μνήμη του εξαίρετου δημοσιογράφου Γιάννη Αποστ. Βουλδή. Και νομίζω ότι οι ομιλητές Λ. Μαργαρίτης, Στ. Ιντζεγιάννης, Β. Λάζαρης και Απ. Βουλδής συνοπτικά και περιεκτικά, όσο επιτρέπει ο χρόνος ενός Φιλολογικού Μνημοσύνου, επεσήμαναν κύρια στοιχεία από την προσωπικότητα του Γ. Βουλδή ως ανθρώπου, δημοσιογράφου και λογοτέχνη. Και ευτυχώς που η Εταιρεία Λογοτεχνών προγραμματίζει - ανάμεσα στις άλλες εκδηλώσεις της - να τιμά προσωπικότητες των γραμμάτων που με την ιστορία τους, ή το έργο τους, ή τη γραφίδα τους ετίμησαν την πόλη μας.  Ιδιαίτερα μάλιστα είναι σημαντική η ευκαιρία που παρέχει η “Εταιρεία” τόσο στους παλαιότερους προκειμένου να θυμηθούν προσωπικότητες που άφησαν εποχή, όσο και στους νεώτερους που αναζητούν πρότυπα αξιόλογα για να οικοδομήσουν το μέλλον τους. Στην περίπτωση μάλιστα του Γιάννη Βουλδή οι νεώτεροι δημοσιογράφοι έχουν πολλά να ωφεληθούν και να βελτιώσουν την πορεία τους στο στίβο του λειτουργήματός τους.

Δεν θα αναφερθώ στη δημοσιογραφική  δραστηριότητα του αρχισυντάκτη, του αρθρογράφου του χρονογράφου, του ανταποκριτή κ.τ.λ. Γ. Βουλδή αλλά θα περιοριστώ σ’ ένα μόνο στοιχείο που χαρακτήριζε τη γραφίδα του ως λογοτέχνη, συγγραφέα - δημοσιογράφου: τη χρήση της ελληνικής γλώσσας.

Ως γνωστόν ο Γ. Βουλδής από την επί μισό αιώνα μάχιμη δημοσιογραφία, εκτός των άλλων, άφησε εποχή για τον ιδιαίτερο σχολιασμό της επικαιρότητας ως συντάκτης της προσωπικής του στήλης στην εφημερίδα “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ” με τίτλο “ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ”. Μάλιστα κάποιες εκατοντάδες άρθρων του και χρονογραφημάτων του, έχουν εκδοθεί σε τέσσερις τόμους από το 2002 έως το 2008 με τους εξής τίτλους: “Στα μονοπάτια της ζωής” “Κοινωνικές παρυφές” “Περιδιαβάζοντας” και “Στο διάβα του χρόνου”. Και ευτυχώς οι συλλογές αυτές διασώζουν έναν πραγματικό γλωσσικό θησαυρό που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως εγκόλπιο για όσους θεωρούν - και  σωστά -  ότι η γλωσσική καλλιέργεια εξαρτάται περισσότερο από την ανάγνωση ορισμένων κειμένων παρά από την πρόσκαιρη μάθηση των κανόνων της γραμματικής ή του συντακτικού.

Ο Γ. Βουλδής αξιοποίησε όλο τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας προκειμένου όχι απλώς να παρουσιάζει ένα γεγονός αλλά να προβαίνει κάθε φορά σε μία δευτεροβάθμια επεξεργασία της είδησης και να υπερβαίνει τα όρια της παροδικής καθημερινότητας. Σκοπός του ήταν να διαμορφώνει ένα κείμενο που δεν θα έχει ξεπεραστεί την επόμενη μέρα. Ήθελε να μην ασχολείται με το φευγαλέο περιστατικό αλλά να προσεγγίζει με αρκετή ευαισθησία την ανθρώπινη ψυχή με τα προβλήματά της και την κοινωνία με τις παντοειδείς δράσεις και αντιδράσεις της, τις αναταράξεις, τις παλινδρομήσεις και την υποκρισία της. Και ο λόγος του έπρεπε να είναι ανάλογος. Και κατάφερε να τον εναρμονίζει απόλυτα με το βάθος και το πλάτος των νοημάτων του κειμένου του. Ενός κειμένου που έσπαζε το φράγμα της δημοσιογραφικής ορολογίας και γλώσσας – που εκ των πραγμάτων καταντά πολλές φορές “ξύλινη” – και ξανοιγόταν κυριολεκτικά στα βαθιά νερά του λογοτεχνικού Λόγου. Και με απόλυτη επιτυχία. Γιατί ασφαλώς είχε γλωσσική παιδεία.

Πράγματι, στην εποχή που τερματιζόταν (παρά τα προβλήματα) η πολυτάραχη πορεία του γλωσσικού ζητήματος ο Γ.Β. ήταν έτοιμος με την εκφραστική του ελευθερία να συνυφάνει λόγο και νόημα. Μακριά από προκαταλήψεις, εγωισμούς και φανατισμούς καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών έγραφε ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Τη γλώσσα που - κακώς αν θέλετε - ονόμαζαν υποτιμητικά ‟μικτό ιδίωμα” ενώ αυτή ήταν ανά τους αιώνες και είναι και σήμερα η ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Αυτή δηλαδή που εξελίχθηκε από την αρχαιότητα, αττική, αττικίζουσα, κοινή, δημώδης, νεοελληνική και έφτασε μέχρι σήμερα αφού απέρριψε τις ακρότητες των σοφολογιώτατων αρχαϊστών και των καθαρευουσιάνων δημοτικιστών. Ο Γ. Β. ξεπέρασε την κακοδαιμονία που εφίμωσε μέσα στη δίνη του γλωσσικού ζητήματος και προβλήματος την ελεύθερη ανάσα της εθνικής μας γλώσσας. Αυτής που εκφράζει και την ευαισθησία του γένους ανά τους αιώνες μέσα από τις λέξεις εκείνες που μας ταξιδεύουν ως τον Όμηρο αλλά και αυτής που αγγίζει τις χορδές του λαού μας με τη μακραίωνη πορεία της από την Ελληνική γη του Βυζαντίου μέχρι την αποτύπωση της στο δημοτικό μας τραγούδι, στο Σολωμό στον Παλαμά στο Σεφέρη και στους άλλους μεγάλους της λογοτεχνίας μας.

Ο Γ. Βουλδής εκφράστηκε με τη γλώσσα του Σολωμού, του εθνικού μας ποιητή που νομιμοποίησε την εθνική μας γλώσσα. Προσέξτε μόνο τους πρώτους στίχους του "Ύμνου„. “Όψη” και όχι “μούρη” ή “φάτσα” κι αμέσως μετά “κόκκαλα” και όχι “οστά”! Διαβάστε δύο τυχαίους συνδυασμούς στον Γ. Βουλδή: “... έκρουσαν τα ακουστικά τύμπανα του λεβεντονιού και της χαριτόβρυτης κοπέλας” και “το αγνάντεμα της ελεγχόμενης φωτιάς και το άναρθρο μουρμουρητό των καταβροχθιζομένων καυσοξύλων, άνοιξε το φεγγίτη στη διάθεση των φιλοσόφων”. Και φανταστείτε τώρα πόσες διορθώσεις (!) θα επέφεραν στις φράσεις και οι ακραιφνείς καθαρολόγοι και οι Προκρούστες του δημοτικισμού! Και κατόπιν αναζητήστε νόημα ή εκφραστική και επικοινωνιακή γοητεία στις φράσεις αυτές. Και σκεφτείτε την όψη ενός ολόκληρου κειμένου (εδώ έχουμε μόνο δύο τυχαίες φράσεις) του Γ. Βουλδή. Ή θα ήταν ακατανόητο ή θα ήταν εξεζητημένα γελοίο.

Ο Γ.Β. είχε συμφιλιώσει μέσα του τα δύο ρεύματα όπως είχαν φθάσει μέχρι σχεδόν τα τέλη του 20ου αιώνα. Είχε συγκεράσει και το λόγιο και το δημώδες στοιχείο της μιας ενιαίας και αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας׃ και λέξεις που αντανακλούν την αίγλη και το σεβασμό στη μακραίωνη μνήμη ιστορίας και πολιτισμού, χωρίς καθόλου να γίνεται σοφολογιώτατος αρχαϊστής, και λέξεις του ζωντανού δημοτικού λόγου από τον ακένωτο λεκτικό πλούτο του ελληνικού λαού, έτσι όπως διαμορφώνεται χρόνο με το χρόνο, αποβάλλοντας όποια στοιχεία προσκρούουν στην πραγματικότητα και ενσωματώνοντας όσα από τις ξένες επιρροές, κατά καιρούς, είναι απαραίτητα. Στα κείμενα του ο Γ. Βουλδής δεν γνωρίζει δημοτική ή καθαρεύουσα. Έχει ξεπεράσει την άχρηστη αντιμαχία. Αφομοίωσε τη λεκτική κληρονομιά όλων των περιόδων του γλωσσικού πολιτισμού μας, έδωσε πνοή σε λέξεις θαμμένες μέσα σε αρχαία ή βυζαντινά κείμενα αφενός και αφετέρου άφησε όλο το θησαύρισμα του ζωντανού λόγου να πλημμυρίσει τα κείμενά του με μία - θα έλεγα - μουσική και ποιητική εξισορρόπηση αισθητικά αποδεκτή.

Και με την εξισορρόπηση αυτή πέτυχε να εκφράσει όλες τις αποχρώσεις των ιδεών και των καταστάσεων του κοινωνικού γίγνεσθαι και να χρωματίσει συναισθηματικές και συνειδησιακές καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής καλύπτοντας όλη την κλίμακα των νοηματικών και επικοινωνιακών αναγκών των κειμένων του. Αυτή η γλώσσα, η “Ελληνική” σε όλο της το μεγαλείο, ήταν για τον Γ.Β. ο επαρκής και αναγκαίος μηχανισμός για να μην εκθέτει απλώς μία είδηση ή μία εντύπωση αλλά και να τη σημασιολογεί, να την επεξηγεί και να νοηματοδοτεί κάθε πτυχή της ώστε να μπορεί ο αναγνώστης - δέκτης και να την κατανοεί και να συλλαμβάνει κάποιες από τις προεκτάσεις της. Με αυτά τα δεδομένα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο δημοσιογραφικός λόγος του Γ. Βουλδή ερωτοτροπεί με τον δοκιμιακό. και επειδή η ελληνική καλλιέπεια του συγγραφέα (και είναι φανερό ότι προερχόταν από το περίσσευμά του συναισθηματικού του κόσμου) αφήνει να ξεχυθούν όλοι οι χυμοί της ελληνικής γλώσσας στο λογοτεχνικό χρονογράφημά του, τούτο ως πεζογράφημα μάλλον προσεγγίζει τ’ ακρογιάλια της ποίησης. Και νομίζω ότι τέτοια κείμενα αποτελούν, ιδιαίτερα σήμερα, μία ασφαλιστική δικλείδα προσανατολισμού για τους δημοσιογράφους και όχι μόνον.-

(ΥΓ) Απέφυγα να καταγράψω το πλήθος λέξεων ή φράσεων που τεκμηριώνουν τις απόψεις μου. Θα μπορούσε να εκπονηθεί άλλωστε ολόκληρη διατριβή. Αρκεί νομίζω η αναδημοσίευση και η ανάγνωση ενός μόνο χρονογραφήματος του Γιάννη Βουλδή.-