Παρασκευή, 4.12.2020, 3:45 μμ

28η Οκτωβρίου: Για την Πάτρα κάτι παραπάνω από μια επέτειος

29.10.2020 / 1:42
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
eeee

Tο πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 πολλοί Πατρινοί, με το άγγελμα της κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου, βγήκαν στους δρόμους, όχι μόνο από ενθουσιασμό, αλλά και για να χαιρετίσουν τα αεροπλάνα που γέμισαν τον ουρανό, τα οποία πίστεψαν ότι ήταν ελληνικά που κατευθύνονταν στα σύνορα για να πολεμήσουν τους Ιταλούς.

Αλλά τα αεροπλάνα δεν ήταν ελληνικά. Ήταν ιταλικά, τα οποία είχαν βαφτεί με γαλανόλευκα διακριτικά.

Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τα βομβαρδιστικά τύπου FIAT BR.20 CICOGNIA, της 116ης ομάδας των Πελαργών του 277ου σμήνους της ιταλικής αεροπορίας (277 Squadriglia, 116 Gruppo), υπό την αρχηγεία του σμηνάρχου Κάρλο Ρίνα.

Τα αεροπλάνα σκόρπισαν τον θάνατο πλήττοντας την Πάτρα από μεγάλο ύψος, σε μια απροσδόκητη επίθεση που ξεκίνησε στις 9.45 το πρωί και τελείωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Τα θύματα του ανηλεούς βομβαρδισμού, άμαχοι πολίτες, ανήλθαν στα 193, εκ των οποίων 125 ήταν άνδρες,  43 γυναίκες και 25 παιδιά.

Ωστόσο, παραβλέποντας το συγκεκριμένο μείζον ιστορικό γεγονός αύριο, ως πόλη. θα τιμήσουμε την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου με τον ίδιο, πανομοιότυπο, τρόπο που αυτή θα τιμηθεί και στην υπόλοιπη χώρα.

Μήπως, όμως, επειδή ακριβώς η Πάτρα είχε το θλιβερό προνόμιο να πληρώσει πρώτη το αιματηρό τίμημα του πολέμου, ταυτόχρονα με την έναρξη του, θα έπρεπε να είχαμε προσδώσει ένα διαφορετικό τόνο στον σχετικό εορτασμό;

Μήπως κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, το πρώτιστο μέλημα μας θα έπρεπε να ήταν η διοργάνωση εκδηλώσεων μνήμης για τους νεκρούς μας, ώστε να εμπεδώσουμε ως τοπική κοινωνία κι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορικής μας ταυτότητας;

Βέβαια, ενδεχομένως να πει κάποιος «τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια», αλλά κάθε φορά που περνάμε μπροστά από την Αγγλικανική Εκκλησία με μια προσεκτική ματιά αντικρίζουμε μια επιγραφή που έχει στηθεί για να μάς θυμίζει ότι εκεί έπεσαν οι πρώτες βόμβες ενός άνανδρου βομβαρδισμού που «πλήγωσε» την πόλη.

 Αυτή η υπόμνηση είναι και το υστερόγραφο ενός ιστορικού παρελθόντος, που είτε δεν γνωρίζουμε είτε έχουμε ξεχάσει.

Για το τέλος, άξια λόγου είναι μια επισήμανση για τον αείμνηστο αγωνιστή της Αριστεράς Πέτρο Κομματά, ο οποίος είχε αναγάγει σε σκοπό της ζωής του, μέσα από τον σύλλογο «Πέτρινα Χρόνια», τη διατήρηση της συλλογικής μας μνήμης, ώστε να μην παραδινόμαστε αμαχητί στη λήθη. Να θυμόμαστε, δηλαδή, ως τοπική κοινωνία και ως εθνική οντότητα, αυτά που μάς ενώνουν, παραβλέποντας και αφήνοντας πίσω μας όλα όσα μας έχουν διχάσει.

Η προαναφερόμενη επιγραφή που τοποθετήθηκε από τον εν λόγω σύλλογο, με δική του πρωτοβουλία, αν μη τι άλλο, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Μαρτυρίες Πατρινών – κατάθεση ψυχής

Μια πραγματική κατάθεση  ψυχής συνιστούν οι μαρτυρίες των Πατρινών που έζησαν τον φονικό βομβαρδισμό της 28ης Οκτωβρίου 1940. «Γροθιά» στο στομάχι οι αναμνήσεις τους, ξεδιπλώνουν το κουβάρι εκείνης της εφιαλτικής μέρας.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ: «Το θραύσμα της βόμβας έπεσε μέσα στην τάξη»

«Υπήρχε μια οχλαγωγία με συνθήματα κατά των Ιταλών, αλλά το μάθημα γινόταν» θυμόταν, περιγράφοντας αυτό που έζησε σαν να ήταν χθες: «Με το που άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες βόμβες, μια από αυτές  έσκασε κοντά στο σχολείο. Ένα από τα θραύσματα της πέρασε μέσα στην τάξη και χτύπησε στον τοίχο.

Τότε επικράτησε πανικός. Βγήκαμε έντρομοι από την τάξη και συγκεντρωθήκαμε στην πλατεία Όλγας για να πάμε στα σπίτια μας. Εγώ έμενα στην πλατεία Ομονοίας. Στη διαδρομή έλαβαν χώρα άλλοι τρεις με τέσσερις βομβαρδισμοί.

Όλος ο κόσμος είχε χυθεί στους δρόμους, και έτρεχε να σωθεί, να φύγει από την πόλη, με άλογα, με κάρα. Βλέπετε, τότε, δεν υπήρχαν και πολλά αυτοκίνητα.

Οι βομβαρδισμοί ήταν τρομακτικοί. Με δέος θυμάμαι τον κρότο των βομβών όπως αυτές έσκαγαν πάνω στα σπίτια. Για χρόνια μετά, όταν έβλεπα στον ύπνο μου αυτή την εικόνα, τρόμαζα».

Βασιλική Πλέσσα: «Δεν θα ξεχάσω τον ήχο της σειρήνας»

«Τότε ήμουν δέκα χρονών. Ήμουν μαθήτρια του Αρσακείου, αλλά εκείνη την ημέρα δεν πήγα στο σχολείο γιατί ήμουν άρρωστη. Μέναμε στο κάτω μέρος της πλατείας Όλγας. Το σπίτι είχε ένα υπόγειο. Με το που ξεκίνησε ο βομβαρδισμός η μητέρα μου μας κατέβασε στο υπόγειο για προστασία.

Όμως, επειδή δεν ήμασταν ασφαλείς, φύγαμε κακήν κακώς και πήγαμε εκείνη τη μέρα σε ένα διώροφο σπίτι, κοντά στο Α΄ Νεκροταφείο, ο ιδιοκτήτης του οποίου εξέτρεφε αγελάδες. Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε στο στάβλο, πάνω στο σανό.  

Θυμάμαι τον ανατριχιαστικό ήχο της σειρήνας που ήταν εγκατεστημένη στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτόν τον ήχο, που ακούγαμε συνέχεια, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ».      

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Επί τρεις μέρες ο πατέρας μου έψαχνε να με βρει στα νεκροταφεία»!  

«Τότε ήμουν πέντε χρονών και ο αδελφός μου ήταν εννέα και πήγαινε στο Στρούμπειο. Ο πατέρας μου είχε χωρίσει και είχε ενοικιάσει το πατρικό της οικογένειας Γεροκωστόπουλου, στη συμβολή των οδών Μαιζώνος και Ερμού.

Όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες βόμβες, ο πατέρας μου είπε στην ανιψιά του, μια μεγαλύτερη ξαδέρφη μου που ήταν τότε 18 χρονών και έμενε μαζί μας, να με πάρει και να πάμε στο σπίτι ενός θείου μας, στην πλατεία Ομονοίας.

Ξεκινήσαμε με τα πόδια από την Ερμού κι ευτυχώς που πήγαμε από κει και όχι από τη Γούναρη, γιατί θα είχαμε σκοτωθεί. Στη Γούναρη, και συγκεκριμένα στο σημείο που είναι σήμερα το κτίριο του ΟΤΕ, έπεσαν βόμβες και σκοτώθηκε πολύς κόσμος.

Στους δρόμους γινόταν χαμός και κάποια στιγμή, όταν φτάσαμε στην πλατεία Ομονοίας, η ξαδέρφη μου είδε τα παράθυρα στο σπίτι του θείου μου κλειστά. Νόμιζε ότι είχαν φύγει από το σπίτι. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε.

Τότε πέρασε ένα λεωφορείο και ο οδηγός του ξαφνιάστηκε που είδε στο δρόμο δυο παιδιά καλοντυμένα, μόνα τους. Μάς ρώτησε πού πάμε, και όταν κατάλαβε ότι δεν είχαμε πού να πάμε, μάς είπε να ανεβούμε στο λεωφορείο. Πήγαμε στο Σαραβάλι, όπου ο πρόεδρος του μας φρόντισε και θυμάμαι μας έβαλε να κοιμηθούμε κάπου στρωματσάδα.

Μετά τον βομβαρδισμό, ο πατέρας μου πήγε στον θείο μας, στην πλατεία Ομονοίας. Όταν ο θείος μου του είπε ότι δεν είχαμε περάσει από κει, τρελάθηκε. Πίστεψε ότι είχαμε σκοτωθεί και άρχισε να μας ψάχνει στα νεκροταφεία.

Επί τρεις ημέρες ο πατέρας μου έψαχνε να με βρει ανάμεσα σε πτώματα. Τελικά, δεν ξέρω πώς ειδοποιήθηκε ότι ήμασταν στο Σαραβάλι και ήρθε και μας βρήκε. Μας πήρε και πήγαμε σε συγγενείς μας στα Λουσικά, όπου μείναμε στη διάρκεια της κατοχής». 

Θανάσης Γκόβας: «Σε μεγάλα κασόνια στοιβάχτηκαν τα διαμελισμένα θύματα»

«Όταν ακούστηκε ο βόμβος των αεροπλάνων, η μέρα είχε προχωρήσει αρκετά. Σχεδόν εννέα η ώρα. Ένα σμήνος ασημοπούλια που ’φερναν γύρους κάτω απ’ τον ήλιο. Οι παρατεινόμενες πτήσεις των, έδωσαν την ευκαιρία σε μικρούς και μεγάλους να “χαζέψουν” το εξαιρετικό θέαμα. Πριν απ’ τον Οκτώβριο του 1940 δεν ήταν συνηθισμένα τα δρομολόγια των αιθέρων. Γέμισαν λοιπόν οι δρόμοι από κόσμο! Μαντήλια που χαιρετούσαν και χαμόγελα που άνθιζαν από ικανοποίηση για την… αεροπορία μας!

Ξαφνικά ένας κολασμένος συριγμός… Δύο, τρεις, τέσσαρες… Και ισάριθμες δαιμονιώδεις εκρήξεις σε πολλά σημεία της πόλεως (Άγιο Διονύσιο, Τριών Ναυάρχων, Παραλία, Στρατώνες κ.α.), που δεχόταν το βάρβαρο θάνατο, απροειδοποίητη και ανυπεράσπιστη.

Ταυτοχρόνως, οι σειρήνες άρχισαν να χτυπούν. Το φοβερό ουρλιαχτό τους δεν ήταν πια προειδοποίηση αλλά οιμωγή της πληγωμένης πολιτείας. Τα τρομαγμένα κοπάδια άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους, αναζητώντας ανύπαρκτα καταφύγια! Δεν υπήρχαν παρά τα περιβόλια από τις άκρες της πόλεως ως τα προάστια.

 Όμως, εκείνες τις πρώτες δραματικές στιγμές ήταν αδύνατη μια οποιαδήποτε μετακίνηση προς αυτά. Πρώτον, γιατί τα αεροπλάνα εξακολουθούσαν να περιφέρονται και έπειτα γιατί κάθε σπίτι είχε τους απόντες του. Οι άνδρες στις δουλειές τους, τα παιδιά στα σχολεία, οι γυναίκες στην αγορά. Πώς να συναρμολογηθούν μέσα σ’ εκείνο τον πανικό οι οικογένειες και να βγουν έξω από την πόλη. Δραματικές στιγμές με εναγώνιες αναζητήσεις…

 Ήταν και η έγνοια για το ψωμί, για τα λίγα τρόφιμα. Ποιος ήξερε πόσο θα κρατούσε η έξοδος; Οι περισσότεροι φούρνοι και το σύνολο σχεδόν των καταστημάτων έκλεισαν, ενώ η αστυνομία προσπαθούσε να βρη τούτο, να εξασφαλίση κοντά στην ακίνδυνη κυκλοφορία και ένα πρόχειρο επισιτισμό. Και αυτό την ίδια ώρα που είχε να επιτελέση, μαζί με λίγους εργάτες που βρήκε στα συνεργεία του Δήμου κι αλλού, το μακάβριο έργο των ακρωτηριασμένων σωμάτων και των τραυματιών.

Μέσα σε μεγάλα κασόνια στοιβάχτηκαν τα 200 διαμελισμένα θύματα –που ανάμεσά τους κείτονταν 38 γυναίκες και παιδιά– και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισαν να μεταφέρονται με τα αυτοκίνητα της Δημαρχίας στα δύο νεκροταφεία όπου θάφτηκαν σε μεγάλους κοινούς τάφους…

Οι άνδρες της πυροσβεστικής υπηρεσίας έτρεχαν από το ένα βομβαρδισμένο στο άλλο για την περίπτωση πυρκαγιάς. Έξω από τα δικαστήρια ένα αυτοκίνητο φλεγόταν χτυπημένο από τα βλήματα στην αποθήκη βενζίνης.

 Από τους Στρατώνες άρχισε η μετακίνηση του 12ου Συντάγματος σε χώρους περισσότερο ασφαλείς. Τα “έμπεδα” εγκαταστάθηκαν στην Εγλυκάδα. Εκεί παρουσιάζοντο οι στρατεύσιμοι κι αφού φορούσαν το χακί και έπαιρναν τον οπλισμό τους προωθούντο κατά διμοιρίες σε περιοχές δενδροφυτευμένες –για να υπάρχει καμουφλάζ– κι εκεί γινόταν η συγκρότηση σε λόχους. “Αγγαρείες” παλιών στρατιωτών με τα επιταγμένα οχήματα και ζώα μετέφεραν από το κέντρο επιστρατεύσεως (κοντά στη Γεωργική Σχολή) ιματισμό, κι από το Δασύλλιο πυρομαχικά. Δύσκολες και άκρως επικίνδυνες αυτές οι μετακινήσεις, αφού δεν υπήρχε μόνον ο φόβος από τις βόμβες αλλά και από τους ντόπιους Ιταλούς που είχαν συγκροτηθή σε ομάδες κρούσεως και πυροβολούσαν πίσω από τα παράθυρα τους στρατιωτικούς. Λίγο πριν το μεσημέρι έπεφτε απ’ τις σφαίρες τους ένας ανθυπολοχαγός πίσω απ’ τις στρατώνες.

Η μετακίνηση του πληθυσμού στις γύρω τοποθεσίες και τα προάστεια –Ζαρουχλέικα, Οβρυά, Μποζαΐτικα, Γεροκομειό, Αρόη κ.α. – συνεχιζόταν όλο το απόγευμα. Κάτω απ’ τα δένδρα στήθηκαν πρόχειρες σκηνές από τις λίγες κουβέρτες και τα στρωσίδια που κατάφεραν οι άνθρωποι να πάρουν μαζί τους, μέσα στη σύγχυση. Ευτυχώς που ο καιρός ήταν θαυμάσιος…»

Ιδιαίτερα κάτω από τις ελιές και το δάσος του Γεροκομειού, είχαν καταφύγει χιλιάδες Πατρινοί. Μέσα στο μοναστήρι, γονατιστός όσος κόσμος μπορούσε να μπη στην εκκλησία της Παναγίας διάβαζε την παράκληση!

Κάτω από τις στοές των κελιών είχε συγκεντρώσει η αστυνομία τα γυναικόπαιδα των Ιταλών, όσα βρήκε στα σπίτια τους προς αποφυγήν αντιποίνων εκ μέρους ενός αδικοχτυπημένου κόσμου που πληροφορήθηκε με τόσο τραγικό τρόπο ότι στον κόρφο του και με την αγάπη του ζέσταινε φίδια φαρμακερά… Τώρα, όμως, όπως τους έβλεπε πανικόβλητο μπουλούκι, να φρουρούνται, αισθανόταν οίκτο.

Τα αεροπλάνα ξαναγύρισαν αρκετές φορές μέχρι το βράδυ. Χωρίς όμως να βομβαρδίσουν. Απλώς έπαιρναν αναμνηστικές φωτογραφίες του «κατορθώματός» των! Παρά το τρομακτικό σοκ, παρά τις σκηνές της φρίκης, παρά το γεγονός ότι η πόλις βρισκόταν –και ποιος ήξερε για πόσον καιρό;– απροστάτευτη με δύο (!) μονάχα αντιαεροπορικά πολυβόλα που δεν κατάφεραν να φτάσουν τα ιταλικά αεροπλάνα ούτε στο χαμηλότατο ύψος απ’ το οποίο βομβάρδισαν, οι Πατρινοί ξαναβρήκαν γρήγορα την ψυχραιμία τους, που σε πολλά περιστατικά της ημέρας εκείνης εκδηλωνόταν και σαν αισιοδοξία. Ακόμη και σαν κέφι που απεδείκνυε το ακμαίο ηθικόν ενός κόσμου που έδενε την ίδια στιγμή τις πληγές του. Ένα ηρωικό κέφι στις ώρες του κινδύνου.

Αυτή η επιστράτευση της αισιοδοξίας σε στιγμές οδύνης, είναι γνωρίσματα του λαού μας. Δεν άργησε να εκδηλωθή και το χιούμορ, ακόμη και η λοιδορία που κατέβασε τον εχθρό από την παντοδυναμία του, στα μέτρα εκείνης της πραγματικότητος που από την επομένη απεδείχθη στα πεδία των μαχών. Δεν είχε η Πάτρα αντιαεροπορικά πυρά! Κι όμως, βρέθηκε κάποιος στο Δασύλλιο και… πυροβόλησε ή μάλλον έφτυσε κατάμουτρα το εναέριο «ιμπέριουμ» των φασιστών του Ντούτσε, με μιαν καραμπίνα!

Μέσα στις λίγες ώρες της θυέλλης, οι Πατρινοί προσαρμόσθηκαν στις κρίσιμες περιστάσεις κι απέκτησαν θαυμάσια ψυχικήν ετοιμότητα και ηθικό.

 Το βράδυ η πολιτεία βυθίστηκε στο σκοτάδι. Τίποτε δεν πρόδιδε την ύπαρξή της, εκτός από μερικά κατοικίδια που διέσχιζαν αλαφιασμένα τους έρημους δρόμους ή πηδούσαν από στέγη σε στέγη…

Στα προάστεια οι πρόχειροι καταυλισμοί κάτω απ’ τα δένδρα, χρησιμοποιούσαν λάμπες πετρελαίου ή κεριά, αφού προηγουμένως εξασφαλιζόταν απ’ όλους συσκότιση, με κόλλες από μπλε χαρτί».

Διονύσης Ζακυνθινός

(7 Μέρες Ενημέρωση)

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα