Χρώματα, εικόνες και μυρωδιές στην Πάτρα του 1960 | dete

Χρώματα, εικόνες και μυρωδιές στην Πάτρα του 1960

Του Αθανάσιου Κούστα

 

Η λατρεμένη μας πόλη, σήμερα μπορεί να είναι απρόσωπη, όπως λένε, να  μην έχει σαφή προσανατολισμό και εικόνες ενώ θα έπρεπε, γιατί…..

…την δεκαετία του 1960 που την πρόλαβα, ως μικρό παιδάκι, ήταν γεμάτη χρώματα και εικόνες, μυρωδιές και γεύσεις.

Ας ξεκινήσουμε από το Μαρκάτο, την λαϊκή αγορά της πόλης, που τα Σάββατα, συχνά, πήγαινα, καθώς είχα ένα μπάρμπα,

που  είχε το μαγαζί του στην καρδιά του Μαρκάτου, γωνία Υψηλάντου και Ερμού, στο ισόγειο του παλιού διώροφου κτιρίου, όπου αργότερα φτιάχτηκε το μεγαθήριο που στεγάζει τις υπηρεσίες της Αστυνομίας. Το εμπόρευμα ήταν βουνά από κάρβουνα, πατάτες και κρεμμύδια. Η μυρωδιά από τα κρεμμύδια και τα κοκκάρια, ήταν διάχυτη, σε όλους τους δρόμους, καθώς το εμπόρευμα ήταν χύμα σωρό στα ξύλινα πατώματα.

Το οίκημα ήταν πολύ παλιό, με φανερά τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης. Οι τοίχοι είχαν χρώμα καφετί, οι σοβάδες ήταν φαγωμένοι και το πάτωμα του μαγαζιού φθαρμένο, με σπασμένες σανίδες, έτσι που σε πολλά σημεία έβλεπες το υπόγειο και η μυρωδιά της υγρασίας ήταν φανερή, όπως και σε πολλά άλλα κτίρια του Μαρκάτου.

Το κτίριο παλιά ήταν λευκό και στέγαζε το Πρωτοδικείο, και του είχε μείνει το όνομα. Πρέπει να ήταν σπουδαίο στην εποχή του, γεγονός που μαρτυρούσε η κατασκευή του με τα μεγάλα τοξωτά παράθυρα. Στον επάνω όροφο έκανε πρόβες η φιλαρμονική του Δήμου, με μαέστρο τον Θεόφιλο Κάββουρα. Έτσι ο μπάρμπας μου ζύγιζε στην πλάστιγγα τα κρεμμύδια με μουσική υπόκρουση τις μελωδίες από την «Κλέφτρα Κίσσα» του Ροσσίνι, την «Πολωνέζα» του Σοπέν και τα εμβατήρια των παρελάσεων. Και μαζί με τα κρεμμύδια διάχυτη ήταν σε όλη την γωνία η γλυκιά μυρουδιά του γλυκάνισου, από το απέναντι ουζερί του Λαγκαδινού. Το γλυκάνισο ταξίδευε στις στοές της πόλης από τα πολλά ουζερί της πόλης, που οι Πατρινοί έκαναν την μεσημεριανή του στάση, για ένα ουζάκι με μεζέ μπροκολάκι, γουλί και αγγουράκι με χοντρό αλάτι στον μαρμάρινο πάγκο του Βαντάνα, του Χάχαλη, του Βίνιου και πολλών άλλων. 

Τα Σάββατα είχε μεγάλη κίνηση το Μαρκάτο…

Πάγκοι, τέντες, στέγαστρα από λαμαρίνες, στοές και εμπορεύματα, έστηναν ένα ιδιαίτερο σκηνικό, γεμάτο εικόνες και χρώματα. Η πλατεία στη μέση ήταν γεμάτη με φορτωμένα κάρα μαζί με την κινητήριο δύναμη, τα άλογα ή τα γαϊδούρια, τα οποία μασούλαγαν υπομονετικά τη βρώμη από τον κρεμασμένο υφαντό ντορβά, μέχρι να ξεπουληθεί το φορτίο. Η μυρωδιές από τα γκάβαλα στριφογύριζαν  στην πλατεία, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. 

Ακριβώς απέναντι, στο βάθος της πλατείας και διαγωνίως, ήταν το χάνι και πεταλωτήριο του Παναγόπουλου, που έφτιαχνε και σαμάρια. Είχε μονίμως άλογα σε αναμονή για περιποίηση. Στο βάθος το καμίνι φουντωμένο και το αμόνι που διαμόρφωνε τα πυρωμένα πέταλα. 

Με την ευκαιρία της αναμονής, οι χωριάτες θα επισκέπτονταν ένα από τα μαγέρικα, που για τον λόγο αυτό ήταν γεμάτο το Μαρκάτο, όπως η υπόγεια ταβέρνα του Οικονόμου, που ήταν παραδίπλα από το μαγαζί του Θεοδόση, του Σουβαλιώτη στη γωνία Υψηλάντου και Ερισσού, του Κολόμβου απέναντι, του Ραφτόπουλου και του Πολίτη στην άλλη πλευρά της Υψηλάντου, μετά το μαγαζί του Θεοδόση. Από τις χαμηλές πόρτες ξεχύνονταν στα πεζοδρόμια οι γαργαλιστικές μυρωδιές από τον πατσά, το βραστό, τα λαδερά, το σαβόρο, τα κουκιά πλακί, τον  γαύρο λαδορίγανη και τις πατάτες γιαχνί.

Η πλατεία ήταν συχνά και τόπος περάσματος του Κομίνη, του Συμεών και του Βούμπα, ενώ μόνιμη ήταν η Μαρία Κου, που παρίστανε την τυφλή και διακόνευε καθημερινά, εικόνες που λες κι έβγαιναν από ένα πίνακα του Θεόφιλου η από μυθιστόρημα του Βίκτωρα Ουγκώ.

Στο κοτοπουλάδικο των Σαμαρτζή και Πολίτη, κότες και κοκορόπουλα στο πάτωμα με δεμένα τα πόδια, κοτόπουλα που χαλάγανε τον κόσμο από το κακάρισμα και τελάρα γεμάτα νεοσσούς, πρόσφεραν χρώματα και μυρωδιές περίεργες.          Δίπλα, στη γωνία, το μπακάλικο του Σπυρόπουλου· ένα μεγάλο καρότσι, βαρέλια, και κρεμασμένα σαρώματα ήταν μονίμως στη μόστρα του μπακάλικου. Και οι μυρωδιές και τους μπακαλιάρους και τους σκουράντζους ήταν ζωηρές, όπως και σε όλη την παραλιακή όταν έφερναν τα πλοία γενικού φορτίου το ψάρι του λαού από την μακρινή Ισλανδία.

Από το καφενείο των Παρασκευά και Διαμαντή, έφτανε η γλυκιά μυρουδιά από τον καβουρντισμένο καφέ, που με τέχνη έφτιαχνε δίπλα, στο καφεκοπτείο του, ο Παπανδρέου.

Ο Νικήτας Παπουτσιδάκης είχε απλωμένα όλη μέρα φιντάνια και σπόρους, μαζί με λουλούδια και οι μυρωδιές από τον  χαλκό, το θειάφι και τα λιπάσματα, είχαν τη δική τους συμμετοχή στις ανάκατες μυρουδιές της πλατείας. 

Δεξιά μας χαλκώματα, τεντζερέδια, καζάνια και γανώματα. Επιτόπου ο γανωματής πάλευε με το λιωμένο καλάι και ζωντάνευε τα μπακίρια. 

Τα σαγματοποιεία και οι χαμουρτζήδες είχαν κρεμασμένα σε αρμαθιές τα χαϊμαλιά με τις πολύχρωμες χάντρες. Σε διάφορα σχέδια σαμάρια, χάμουρα, λαιμαριές και καπιστράνες, μαζί με σέλες, χαλινά, πισινέλες και γκέμια. Οι εικόνες μαζί με την μυρωδιά του δέρματος, πρόσφεραν στις στοές με τους υγρούς τοίχους και τις σκιερές καμάρες μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία.

Ιδιαίτερες εικόνες, όμως είχαν και οι πλανόδιοι μικροπωλητές με τα κάρα. Στράγαλα και πασατέμπο είχε στο κάρο του ο Γκίτσης, που κάθε βράδυ το φύλαγε σε μια είσοδο δίπλα στο ουζερί του Λαγκαδινού. Μπροστά στου Λαγκαδινού, πρωί πρωί έπιανε πόστο με το κάρο του ο μπαρμπα-Τάκης, που είχε εμπόρευμα με όλα τα είδη του τσαγκαριού. Στην αποκάτω γωνία με την Καραϊσκάκη, έξω από το σιδηροπωλείο του Σγούρδου, είχε μόνιμο στασίδι ο Παΐζης με το κάρο του και εμπόρευμα κυρίως τσατσάρες, σαπούνια και ξυραφάκια

Αλλά την πιο όξινη και χαρακτηριστική μυρωδιά στο Μαρκάτο έδιναν τα  τομαράδικα που ξεδιάλεγαν τα φρέσκα τομάρια και μετά τα άπλωναν μέσα στα μαγαζιά στη σειρά για στέγνωμα. Οι κτηνοτρόφοι, μαζί με τα αρνιά και τα κατσίκια, έφερναν και τομάρια για πούλημα. 

Αλλά οι πιο χαρακτηριστικές μυρωδιές της πόλης, έρχονταν από την θάλασσα με την αρμύρα, το ιώδιο και την υγρασία που έφερναν ο μαΐστρος, τα καϊκια και τα βρεμένα δίχτυα που άπλωναν στον μόλο, οι ψαράδες για μαντάρισμα και νετάρισμα.

Ήταν η τομαρίλα από τις Γενικές Αποθήκες όταν πηγαίναμε για μπάνιο στην Ψιλή. Ήταν από τα δερματάδικα της Ιεροθέου και τις εγκαταστάσεις του Μπουκουβάλα.

Ο πόλη μας ήταν γεμάτη μυρωδιές και εικόνες αλλά τα κατοπινά χρόνια εμένα με ακολουθούσε η μυρωδιά από την αχνούρα του βρεμένου χώματος που άφηνε η καταβρεχτήρα του Δήμου, όταν τα ζεστά απογεύματα του Αυγούστου ανέβαινε στα Ψηλαλώνια για να καταλαγιάσει τη λάβρα στα πυρωμένα χώματα της πλατείας.

 

Από την εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση