Φάρμακο για την οστεοπόρωση βελτιώνει την οστική πυκνότητα | dete

Φάρμακο για την οστεοπόρωση βελτιώνει την οστική πυκνότητα

Νέο φάρμακο για την οστεοπόρωση βελτιώνει την οστική πυκνότητα και προστατεύει αποτελεσματικότερα από τα κατάγματα. Το φάρμακο δοκιμάστηκε σε μελέτη διαρκείας που δημοσίευσαν στη «New England Journal of Medicine» («NEJM») επιστήμονες της Sahlgrenska Academy του πανεπιστημίου Γκέτεμποργκ στη Σουηδία.

Η ομάδα σύγκρινε την επίδραση δύο φαρμάκων οστεοπόρωσης. Το πρώτο είναι το alendronate (αλενδρονάτη), που χρησιμοποιείται ευρέως, γιατί αυξάνει την πυκνότητα των οστών, μειώνοντας τον κίνδυνο κατάγματος κατά 20%-50%.
Το δεύτερο φάρμακο είναι νέο, το romosozumab, και πρόκειται για ένα αντίσωμα που μπλοκάρει την ουσία σλεροσίνη, που ευθύνεται για την επιβράδυνση σχηματισμού νέου οστού. Μπλοκάροντας τη σλεροσίνη, το νέο οστό αναπτύσσεται πιο γρήγορα.

Εναλλάξ

Η νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή 4.093 γυναικών μέσης ηλικίας 74 ετών, στις οποίες χορηγήθηκαν εναλλάξ για 12 μήνες τα δύο φάρμακα και για άλλους 12 μήνες μόνο αλενδρονάτη. Οπως διαπίστωσαν, ο κίνδυνος σπονδυλικού κατάγματος αποδείχθηκε 48% χαμηλότερος στις γυναίκες που έλαβαν romosozumab σε σύγκριση με εκείνες που έλαβαν αλενδρονάτη το πρώτο 12μηνο. Οι αναλογίες να υποφέρουν από διάφορα κατάγματα οι ασθενείς και στις δύο ομάδες, το επόμενο 12μηνο, ήταν 6,2% και 11,9%, αντίστοιχα.

Επίσης, ο κίνδυνος για ένα κλινικό κάταγμα, βραχίονα ή ποδιού, ήταν 27% χαμηλότερος στην ομάδα που έλαβε romosozumab, ενώ οι αναλογίες πρόκλησης καταγμάτων και στις δύο ομάδες το δεύτερο 12μηνο ήταν 9,7% και 13%, αντίστοιχα.Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης Mattias Lorentzon, καθηγητή Γηριατρικής, «με το romosozumab θα μπορούσαμε να αποφύγουμε πολλά κατάγματα στους ασθενείς υψηλού κινδύνου και να τους βοηθήσουμε σημαντικά». Η αναλογία των ανεπιθύμητων παρενεργειών ήταν γενικά κοινή και στις δύο ομάδες θεραπείας.

Ωστόσο, παρατηρήθηκε ότι σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια εμφάνισε το 2,5% των ασθενών που έλαβε romosozumab σε σύγκριση με 1,9% των ασθενών που έλαβε αλενδρονάτη, παρότι προηγούμενη μελέτη έδειξε ότι το romosozumab δεν παρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών.