Παρασκευή, 6.11.2020, 5:37 πμ

Το ψάρι που καπνίζει, η σαρδέλα που κελαϊδάει….. και ο Σπύρος Γκολές με τα καϊκια του

10.09.2020 / 11:51
Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print
κουστασ

Toυ Θανάση Κούστα

Ήταν τέλος Αυγούστου του 1964 και η Πάτρα έβραζε από την ζέστη και την υγρασία…. Εμείς από νωρίς είχαμε κατέβει στην Ψιλή και στα θολά νερά της, σβήναμε την λάβρα με μαύρα γυαλιστερά μπανιερά και σαμπρέλες μπαλωμένες. Το γιόμα που γυρνάγαμε αποκαμωμένα από το λυσσομανιό, ανηφορίζαμε την Γούναρη που ‘ταν γεμάτη εικόνες, ήχους και μυρωδιές.

Στα αριστερά μας έβγαιναν μυρωδιές από μπακαλιάρο τηγανιτό και φασολάδα. Ήταν το μαγέρικο Η Δημητσάνα, με τα βαρέλια σε πατάρια, που είχε πάντα κόσμο και το οποίο ήταν δίπλα σε ένα χάνι με παρκαρισμένα ζώα και κάρα. Χαμηλά στη Γούναρη βρισκόταν και το οινομαγειρείο του Βαγγέλη του Ηπειρώτη, που είχε ως σπεσιαλιτέ πατσά, βραστό και φασόλια στον φούρνο. Το μαγέρικο αυτό, όπως και Η Δημητσάνα, είχε μόνιμους πελάτες τους καροτσέρηδες, που είχαν πιάτσα στην παραλιακή και μπροστά από το μαγαζί, απέναντι ακριβώς από τον σύλλογό τους Ο Κένταυρος. Όπως  επίσης τους εργάτες που δεν είχαν βγει σε ψηφίο για μεροκάματο από τον σύλλογο φορτοεκφορτωτών ξηράς και προλιμένος Η Πρόοδος και από τον σύλλογο φορτοεκφορτωτών λιμένος Η Αλληλοβοήθεια.

Δίπλα στον σύλλογο ήταν το κουρείο του Μπερέτη. Και, αμέσως μετά, το καφενείο του Καβρίκα, που είχε έναν μεγάλο καράμπαμπα. Το καφενείο άνοιγε πολύ νωρίς το πρωί. Είχε μόνιμα αναμμένη μια εστία φωτιάς από κάρβουνα, τη χόβολη, δηλαδή ζεστή στάχτη, που πάνω της τοποθετούσε το μπρίκι, για να βράσει τον καφέ. Πάνω από την εστία υπήρχε ένα μεγάλο σκεύος από μπακίρι, ο καράμπαμπας, που διατηρούσε ζεστό το νερό στο μπρίκι, πριν ακόμα το βάλει στη χόβολη.

Στον αποπάνω δρόμο της Αγίου Ανδρέου, αλλά και στη Ρήγα Φεραίου, μετά τη Γούναρη, ήταν τα χοντρομπακάλικα με τα αποικιακά- εγχώρια, τα έλαια-λίπη και τα αλίπαστα. Κάθε πρωί φόρτωναν οι μπακαλόγατοι τα κάρα και τις μοτοσικλέτες με τα καλάθια που προορίζονταν για τα μπακάλικα στις γειτονιές. Γεμάτα σακιά με πατάτες, κρεμμύδια, ζάχαρη, όσπρια, ρύζι και λάδι σε ντενεκέδες. Σε ντάνες στα πεζοδρόμια τα κουτιά με τις λακέρδες και τα σκουμπριά και τα σακιά με τους μπακαλιάρους. Ο παστός μπακαλιάρος Ισλανδίας εισαγόταν σε σακιά στη χώρα μας, κυρίως από το λιμάνι της Πάτρας (περίπου 2.500 τόνοι ετησίως), και όταν ξεφόρτωναν τα καράβια «χάλαγε ο κόσμος από την μπακαλιαρίλα». Εισαγωγείς του ήταν κατά κύριο λόγο οι Αφοί Λιδωρίκη, ο Μπουκουβάλας, ο Βλαχούτσικος και ο Χαραλαμπόπουλος.

Ο μπακαλιάρος έχει συνδεθεί με την ιστορία της Πάτρας, καθώς οι ποσότητες που εισάγονταν ήταν πολύ μεγάλες, λόγω της ανταλλαγής που γινόταν με φορτία σταφίδας. Οι Πατρινοί τον έλεγαν μπακαλέο και τον τιμούσαν με διάφορες συνταγές, όμως εκείνη που επικρατούσε ήταν τηγανητός, συνοδεία της αλιάδας. Έτσι, αποκλειστικά στην Πάτρα και λόγω της εξοικείωσης το έθιμο απαιτεί αλιάδα με μπακαλιάρο τηγανητό σε σημαντικές ημέρες νηστείας, όπως των Βαΐων, του Σωτήρος, τ’ Αγιαντρεός, αλλά και σε εθνικές επετείους, όπως η 28η Οκτωβρίου και η 25η Μαρτίου.

Δεν είχαμε όμως μόνο τον μπακαλιάρο, είχαμε και τα φρέσκα ψάρια που οι Πατρινοί τα γεύονταν με παράξενες και πικάντικές συνταγές.

Όταν ανεβαίναμε από τη Γούναρη, περνούσαμε μπροστά από τα ψαράδικα, που είχαν σωρό στη μόστρα τα γουλισμένα χταπόδια. Αριστερά, στην αρχή της Γούναρη, ήταν τα ψαράδικα χοντρικής και λιανικής πώλησης‒ του Αγγελάκη, του Νότσικα, των Μάρκοβιτς και Γκολέ.

Ο Σπύρος Γκολές είχε επτά καϊκια, που όργωναν τις θάλασσες από Οθωνούς μέχρι την Βεγγάζη. Και διαχειριζόταν τα ιχθυοτροφεία του Μεσσολογγίου, της Αγουλινίτσας, του Πάπα και του Πρόκοπου. Έκανε χονδρεμπόριο ψαριών και στο μαγαζί είχε ως κράχτη και πωλητή τον Σωτήρη Ζαχουλίτη και για καθάρισμα τον Τάκη Σαββανή. Είχαν λανσάρει μια πρωτοποριακή μέθοδο προσέλκυσης πελατών, καθώς μπροστά έβαζαν ένα μεγάλο γοβιό με ένα τσιγάρο στο στόμα που καθώς ανάσαινε φαινόταν σαν να καπνίζει. Εμείς στεκόμασταν μπροστά για να απολαύσουμε το παράξενο θέαμα, καθώς ο Ζαχουλίτης με ένα χωνί φτιαγμένο από εφημερίδα στο χέρι, φώναζε «γαύροοοοο….γαύροοοο, περάστε να δείτε το ψάρι που καπνίζει και την σαρδέλα που κελαϊδάει». Είχαν βάλει μια σαρδέλα σε ένα κλουβί που είχαν κρεμάσει στην είσοδο.

Οι ανεμότρατες έφερναν βακαλούδια, φύγια και σκλεμπούδες. Οι σαμπιέροι, τα σαφρίδια και οι κολέοι, αλλά και η μαμαλίγκα με το σαρδελί, ήταν σε πρώτη διάταξη. Στους μαρμάρινους πάγκους, επίσης, υπήρχαν σε αφθονία τα μιξινάρια, τα μαυρακούνια και οι αυγωμένες μπάφες. Σε τάβλες στο πεζοδρόμιο έγδερναν ράντζες και γατσουλίνια και φώναζαν την συνταγή για το μπουργέτο… «ράντζα – γατσουλίνι και δράκαινα – γαλέο… λέμε» και ταυτόχρονα διαφήμιζαν τα μπαρπουτσέλια με φωνές «έχω-έχω….ξέπλυμα και τηγάνι παιδιά».

Οι τράτες, τα γρι-γρι, τα παραγαδιάρικα καΐκια και οι λιμνοθάλασσες, με τον πλούτο τους, αποτελούσαν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των Πατρινών, που αγάπησαν με πάθος τις γεύσεις της θάλασσας.

Το καλοκαίρι έβγαιναν τα γρι-γρι με δέκα λαμπαδόρους το καθένα για γαύρο και σαρδέλα. Το εργοστάσιο των Πανόπουλου-Νικολάου, που ήταν στην οδό Ευμήλου, εκτός από γκαζιέρες κατασκεύαζε και λάμπες για τα γρι-γρι αλλά και για τα πυροφάνια. Ενώ οι επισκευές των μηχανών των καϊκιών γίνονταν στα μηχανουργεία του Οικονομόπουλου στην Φράττη, του Νίκου Αγουρίδη και του Ηλία Καρατζά στην Μπουμπουλίνας.

Ο Γκολές την δεκαετία του 1950,  είχε το μεγαλύτερο καϊκι στην ιχθυόσκαλα, ένα κλασσικό καραβόσκαρο, τον «Άγιο Βασίλειο».

Εκείνα τα χρόνια, ήταν που οι μαγαζάτορες είχαν στενές σχέσεις με τους πελάτες, τα ψώνια ήταν μια διασκέδαση και κατά το μεσημέρι ετοίμαζαν μεζέδες και έξω από το μαγαζί έστηναν  πρόχειρα ουζερί πάνω σε καφάσια και ψαροκασέλες. Ήταν η Πάτρα που προόδευε, έστηνε εργοστάσια, έφερνε από τα γύρω μέρη νέους που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή αλλά και έστελνε τα καλύτερα παιδιά της στα ξένα μέρη.

(από την στήλη Ιστορίες Χωρίς Τίτλο της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα