Το τέλος του κόσμου, δεν ήλθε κι αυτή την φορά… | dete

Το τέλος του κόσμου, δεν ήλθε κι αυτή την φορά…

Του Θανάση Κούστα

Τελικά ούτε και αυτή την φορά δεν ήλθε το τέλος του κόσμου. Παρά τις προφητείες και τους υπολογισμούς πως το τέλος του κόσμου θα ερχόταν την Κυριακή 21 Ιούνιου 2020, στο θερινό ηλιοστάσιο. Τελικά, εκτός από μια δακτυλιοειδή (μερικώς ορατή από την Ελλάδα) έκλειψη του Ηλίου, δεν έγινε κάποιο συνταρακτικό γεγονός κι έτσι πήγαμε ήσυχα για ύπνο.

Σύμφωνα με μία θεωρία που βασιζόταν στο ημερολόγιο των Μάγια, το τέλος του κόσμου θα γινόταν το 2003 όταν ο Νιμπίρου, ένας δήθεν πλανήτης, που λέγεται ότι ανακαλύφθηκε από τους Σουμέριους, θα συνέτριβε τη Γη, αλλά τίποτα δεν συνέβη. Ύστερα, η συντέλεια του κόσμου «αναβλήθηκε» έως τις 21 Δεκεμβρίου 2012, καθώς συνδέθηκε με το χειμερινό ηλιοστάσιο του έτους, το οποίο υποτίθεται ότι εντασσόταν σε έναν συγκεκριμένο ημερολογιακό κύκλο των Μάγια. Και τελικά φθάσαμε στην 21 Ιουνίου 2020 όταν ο ακαδημαϊκός Πάολο Ταγκαλογκίν,  έγραψε  στο Twitter:

«Ακολουθώντας το Ιουλιανό Ημερολόγιο, είμαστε τεχνικά στο 2012. Ο αριθμός των ημερών που χάθηκαν σε έναν χρόνο λόγω της μετάβασης στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο είναι 11 ημέρες. Για 268 χρόνια, που χρησιμοποιούμε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο (1752-2020) φορές επί 11 ημέρες = 2.948 ημέρες. 2.948 / 365 ημέρες (ανά έτος) = 8 έτη».

Και μου ήλθε στην μνήμη, όταν τον Φεβρουάριο του 1961 είχε εμφανιστεί στην Πάτρα  ένας ψευδοπροφήτης. Την εποχή εκείνη τέτοιοι τύποι, που μάλλον ήταν σαλεμένοι, έβρισκαν πρόσφορο έδαφος, γιατί υπήρχε άγνοια αλλά και έντονη θρησκοληψία στον κόσμο. Πολλοί άνθρωποι πίστευαν με ευκολία σε δοξασίες και δεισιδαιμονίες. Ο προφήτης, λοιπόν, διέδωσε ότι την ερχόμενη Τετάρτη θα σκοτείνιαζε ο ουρανός και θα πεθαίναμε όλοι. Συμπλήρωσε δε ότι θα γλίτωναν τον θάνατο μόνο όσοι εκείνη την ημέρα θα πήγαιναν να μείνουν στα Ψηλαλώνια, επί της πλατείας.

Εγώ, που τα άκουγα αυτά από τους μεγάλους, φοβήθηκα πολύ. Ο δε φόβος μου μεγάλωσε, όταν από το απόγευμα της παραμονής έβλεπα, από το μπαλκόνι μας που ήταν επί της Γούναρη, πολύ κόσμο να ανεβαίνει προς τα Ψηλαλώνια, για να παραμείνουν όλη νύχτα και να τους βρει το ξημέρωμα εκεί, και  να είναι σίγουροι ότι δεν θα πεθάνουν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν θρησκόληπτοι και έχαψαν την προφητεία, την οποία μάλιστα είχαν συνδέσει με την καρναβαλική περίοδο. Πολλοί πίστευαν ότι κάποια στιγμή μεγάλο κακό θα πέσει στην πόλη, λόγω του αμαρτωλού καρνάβαλου. Μεταξύ αυτών και μια θεία μου, που έμενε στον Αϊ-Διονύση και η οποία εμφανίστηκε με κουβέρτες και σεντόνια για την κατασκήνωση στην πλατεία. Η θεία ήταν θεούσα και περίμενε να δει τον Μεσσία στις μέρες της. Έτσι, πίστεψε και τον προφήτη. Η μητέρα μου με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι δεν θα συμβεί τίποτα.

Τελικά, την άλλη ημέρα το πρωί πράγματι σκοτείνιασε ο ουρανός, αλλά δεν πέθανε κανένας. Κι έτσι, όλοι οι κατασκηνωτές γύρισαν στα σπίτια τους απογοητευμένοι‒ που ζήσανε, και μαζί με αυτούς και όλοι οι άλλοι.

Εκείνη την ημέρα, στις 15 Φεβρουαρίου 1961, έγινε ολική έκλειψη ηλίου, ορατή στην Ελλάδα ως μερική. Η αρχή της ήταν στις 8:31:54 π.μ. και η μέγιστη στις 9:42:59 π.μ. και καλύφθηκαν 93 εκατοστά του ηλιακού δίσκου. Μερικοί δυσκολόπιστοι είπαν ότι η φήμη ήταν κόλπο των καταστημάτων των Ψηλαλωνίων, για να έχουν μαζεμένη πελατεία όλη μέρα· πολύ πιθανόν, γιατί τότε δεν υπήρχε το marketing ούτε ως ορολογία, και πρακτικές τέτοιας μορφής είχαν αποτέλεσμα.

Εκτός από τους ψευδοπροφήτες,  εκείνη την εποχή, η Πάτρα ήταν γεμάτη από διάφορους τύπους, που είτε ήταν αφερεμένοι είτε έκαναν τον μερελό για να επιβιώσουν. Έτσι, οι Πατρινοί, κυρίως οι καταστηματάρχες του κέντρου, μονίμως ασχολούνταν και ψυχαγωγούνταν με το πείραγμα όσων είχαν «προδιάθεση», μέχρι που… τους έστελναν κανονικά.

Κάποιες φορές ανηφόριζε τη Γούναρη και η Κούλα η πλανιδού, φορτωμένη στην πλάτη ένα σακί με πλανίδια. Ήταν μικρές φλούδες ξύλου, που τις μάζευε από τα ξυλουργικά εργοστάσια της παραλίας. Για τα πλανίδια οι καλύτεροι αγοραστές της ήταν οι νοικοκυρές στα Προσφυγικά, που τα χρησιμοποιούσαν ως προσάναμμα στα αυτοσχέδια μαγκάλια για τη θέρμανση, το μαγείρεμα αλλά και το ζεστό νερό, και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε το μεροκάματο. Η πλανιδού συχνά έπεφτε θύμα του τζολέματος των αργόσχολων Πατρινών, καθώς το πιο προσφιλές τους πείραγμα ήταν να της ρίχνουν από πίσω, μέσα στα πλανίδια, αναμμένα αποτσίγαρα, ώστε μετά από λίγο φούντωνε το σακί από την καπνούρα. Και τότε, γινότανε χαμός από τις φωνές της! Ανάμεσα δε στις κατάρες της ήταν να πέσει φωτιά να του κάψει.

Το κανονικό της δρομολόγιο ξεκινούσε μετά την Παπαφλέσσα, κι από τους στενούς δρόμους έβγαινε στην πλατεία Βουδ, με κατεύθυνση τα Προσφυγικά. Οι μεγάλοι λέγανε ότι πολλές φορές στην επιστροφή την περίμενε ο Κομίνης στη γωνία Σολωμού και Γεωργίου Ολυμπίου. Εκεί, δίπλα στο περίπτερο, κοιμόντουσαν αγκαλιά στο πεζοδρόμιο, με όλα τα σχετικά. Ο χοντρο-Κομίνης πούλαγε αγγούρια, παλαιότερα δε, στο καρναβάλι, τον έβαζαν πάνω σε άρμα και αυτός καμάρωνε και εισέπραττε παλαμάκια.

Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Συμεών, ο Φωτάκιας η ο Μερσεσάλε έβγαζαν λόγους και έκαναν και αυτοί τις προφητείες τους.

Με τη θέα αυτή, το μικρό μπαλκόνι ήταν ο μικρόκοσμός μου και η διασκέδασή μου.

(από τη στήλη Ιστορίες Χωρίς Τίτλο, της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)