Το Μπουγιουκ Ντερέ των Πατρών – ΦΩΤΟ | dete

Το Μπουγιουκ Ντερέ των Πατρών - ΦΩΤΟ

 

Στη ανατολή του 20ου αιώνα, έχοντας διανύσει  μια μακρά περίοδο ακμής αρωματισμένης με σταφίδα και κανακεμένης από τον ήχο των νομισμάτων που έφερε μαζί του αυτός ο πικάντικος μαύρος «χρυσός», έχοντας ζήσει την κρίση που ακολούθησε την πτώση του στο χρηματιστήριο των προσδοκιών, αλλά διατηρώντας στο έπακρον τον κοσμοπολίτικο αέρα που αυτός είχε φέρει μαζί του “φυσώντας”  Ευρώπη στα “πνευμόνια” της κοινωνίας και  του πολιτισμού, οι Πατρινοί εξακολουθούσαν  να στριμώχνουν  στη γλώσσα τους μια λέξη που θύμιζε ...τούρκικο στραγάλι.

Ο Νέος δρόμος και ακολούθως οδός Καλαβρύτων, η  σημερινή Γούναρη, δεν είχε πετάξει ακόμη από πάνω του  την ανάμνηση του  «Μπουγιούκ Ντερέ» ή ελληνιστί, του μεγάλου χαντακιού  που την χώριζε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εκείνο το τούρκικο όνομα, με το οποίο σηματοδοτούσαν την οδό οι φεσοφόροι κατακτητές, έμελλε να παραμείνει στο λεξιλόγιο της πόλης μέχρι το 1967 και να γίνει ταυτόσημο ενός εκ των ιστορικότερων καφενείων του αιώνα που ξημέρωνε πολλά υποσχόμενος όπως κάθε τι νέο.

Γωνία Γούναρη και Κορίνθου βρισκόταν το «Μπουγιούκ Ντερέ», η το «Μπουγιουχτερέ»,  όπως είχε καταλήξει να λέγεται με ορισμένους να θεωρούν  ότι πρόκειται για το όνομα του ιδιοκτήτη.

Το καφενείο του Μήτρου Παρνασσά, πρώην πρωτοπαλίκαρου τοπικού πολιτικού κόμματος, πρώην αρχικλητήρα και πρώην ιδιοκτήτη οινοπαντοπωλείου στο στενό των δικαστηρίων,                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          μεταξύ Κορίνθου και Μαιζώνος, έκανε εκκίνηση το 1899 και μπήκε δυναμικά στον 20ο αιώνα έχοντας ήδη την εκλεκτή του πελατεία ως «καφενείον του Μπουγιούκ Ντερέ». Όπως περιγράφει ο Νίκος Πολίτης,  επρόκειτο για έναν γυαλί κεφενέ, τις δύο προσόψεις του οποίου κάλυπταν μεγάλες τζαμαρίες. Στον ακάλυπτο υπήρχε κήπος με  δέντρα, τριανταφυλλιές και τσατσανιμιές, ενώ στο κέντρο δέσποζε μια βρύση εν είδει  σιντριβανιού.

 

Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΑΣ

Ο Παρνασσάς, ένας πανέξυπνος και χαρισματικός  άνθρωπος, απαιτούσε ακρίβεια στην πρωινή ώρα προσέλευσης των θαμώνων, γνώριζε τι καφέ πίνει ο κάθε ένας εξ αυτών και έκανε την παραγγελία με το που τον έβλεπε. Ήταν ένας απίθανος αφηγητής με λεπτό καυστικό χιούμορ. Το καφενείο του, το μεγαλύτερο της πόλης, έγινε αμέσως  σημείο αναφοράς της πολιτικής, πολιτιστικής  και κοινωνικής ζωής της, συγκεντρώνοντας από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του όλη την αφρόκρεμα του χρήματος και του πνεύματος.

Ο  Νίκος Πολίτης αναφέρει ότι ο  Παρνασσάς  φύτεψε μπροστά από το καφενείο ένα πλατάνι από την πατρίδα  του, το Μαραθιά Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο εξαιρέθηκε με παρέμβαση δημοσιογράφων από την κοπή των πλατάνων το 1913 από το  δήμαρχο Δημήτριο Βότση, προκειμένου να αντικατασταθούν από καλλωπιστικά φυτά. Η παραμονή του τεράστιου πλατάνου σε πείσμα των καιρών τροφοδότησε την καλπάζουσα λαϊκή φαντασία και  κάποιοι έβλεπαν σε αυτόν το «στοιχειό της Καλαβρύτων». Η οδός απαλλάχθηκε από το ...στοιχειό της το 1929 όταν το καφενείο, κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε το γνωστό νεοκλασικό στο ισόγειο του οποίου εγκαταστάθηκε το άλλοτε ευάερο και ευήλιο κατάστημα του Παρνασσά. Ο δημιουργός του  πέθανε στις 22 Μάιου του 1934, μη έχοντας απαλλαγεί από τον καημό για την μετακόμιση.

Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ, Ο ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΙΛΙΑΡΔΟ

Το «Μπουγιούκ Ντερέ»  πέρασε τότε στα χέρια άλλων ιδιοκτητών μεταξύ των οποίων και  ενός πραγματικού άρχοντα, όπως περιγράφουν όσοι τον έζησαν: του Ηλία Αραβαντινού.

Ο Θανάσης Σολωμός, ιδιοκτήτης της Αλάμπρας θυμάται ότι στις αρχές του ‘50 το «Μπουγιούκ Ντερέ» ήταν ένα απλό αλλά επιβλητικό μαγαζί με μια μεγάλη σάλα στην  οποία συναθροίζονταν πολιτικοί, δικαστικοί, δικηγόροι, βουλευτές, επιχειρηματίες και στο οποίο έκανε τις πρώτες του δοκιμές στο μπιλιάρδο ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας  Κωστής Στεφανόπουλος.

Το καφενείο διέθετε  περί τα τριάντα μαρμάρινα τραπέζια. Στο βάθος υπήρχε μπιλιάρδο  και πέντε τραπέζια με πράσινη τσόχα.

Τα γκαρσόνια, τα οποία τότε ονομάζονταν παραποιητές, δεν είχαν μισθό αλλά υψηλότατα πουρμπουάρ και ένα δώρο στο τέλος του μήνα, ενώ ήταν πάντα ντυμένα στην τρίχα. Οι πελάτες εισέρχονταν εφόσον φορούσαν   κοστούμι, γραβάτα και καπέλο. Γυναίκες δεν περνούσαν την πόρτα ούτε κατά φαντασίαν. Το «Μπουγιούκ Ντερέ» λειτουργούσε από τις  5 το πρωί έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, ενώ συχνά έμενε ανοικτό και έως τις 3 προκειμένου να δοθούν καφέδες στα τότε ...διανυκτερεύοντα δικαστήρια. Στις κενές ώρες  μιας μεταμεσονύκτιας δίκης, οι δικηγόροι έπαιζαν και λίγο μπιλιάρδο.

Σπεσιαλιτέ του ήταν το ραχάτ, το λουκούμι που συνόδευε τον τούρκικο καφέ.

Ανάμεσα στους πελάτες του μπορούσε κανείς να διακρίνει τους  Μίμη Στεφανόπουλο,  Διονύση Αργυρόπουλο, Τάκη Κατσικόπουλο, Σωτήρη Ραβαζούλα,  αλλά και τους Παπαρηγόπουλο, Καρασπήλιο, Πραπόπουλο,  Κρητικό, Γεροκωστόπουλο, Πιλάλη, εφέτες, δικηγόρους, εισαγγελείς, εμπόρους, πολιτικούς και επιχειρηματίες.

 

ΕΝ ΤΕΙΟΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ, ΕΝ ΚΙΤΡΟ ΤΗΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ

Το -από το 1949  έως και το κλείσιμο του μαγαζιού-,  γκαρσόνι του «Μπουγιούκ Ντερέ» Γιάννης Λαμπρόπουλος θυμόταν έναν θεολόγο εν ονόματι Κουγέα να παραγγέλνει «εν τέιον του όρους» και «εν κίτρο της Περγάμου», τον Γιώργο Παπανδρέου να διατηρεί γραφείο πάνω από το καφενείο και τον εαυτό του έκπληκτο ένα πρωί να πηγαίνει  τρεις καφέδες στο δικηγορικό γραφείο του Πισκοπάκη και μπαίνοντας να βλέπει μπροστά του τον Πλαστήρα.

Όπως διαβάζουμε σε δημοσίευμα της «Πελοποννήσου» σε ένα ξύλινο τραπεζάκι του «Μπουγιούκ Ντερέ» έγραφε κάποτε ένα άρθρο του ο πρύτανης των Ελλήνων δημοσιογράφων Ανδρέας Μεταξάς που τότε εξέδιδε την εφημερίδα “O Νέος Αιών» και έπινε τον καφέ του ο αρθρογράφος Μιχάλης Σακελλαρίου. Εκεί πήγαινε κάθε μεσημέρι ο γερο- Στριφτόπουλος με τη φουστανέλα του και ο Νιόνιος Γκλαβάς δήλωσε για πρώτη φορά ότι πρόκειται να πολιτευτεί υπό τον τίτλο «το τέκνο του λαού».

Τελευταίος ιδιοκτήτης του περίφημου καφενείου των πολιτικών και φιλολογικών συζητήσεων και καυγάδων της κοινωνικής αφρόκρεμας των Πατρών, ήταν ο  Διονύσης Αραβαντινός.

Γ. Κοντ.

 

1. Η Κορίνθου στη διασταύρωσή της με τη Γούναρη. Δεξιά μέρος της οικίας Χαϊδόπουλου. Αριστερά διακρίνεται τμήμα του καφενείου «Μπουγιούκ Ντερέ», την εποχή του Παρνασσά. (κάρτα της εποχής)

 

2 Εσωτερικό του καταστήματος από το αρχείο του τελευταίου ιδιοκτήτη Διονύση Αραβαντινού

3  Όλη η αφρόκρεμα των Πατρών στα μαρμάρινα τραπεζάκια (αρχείο Διονύση Αραβαντινού)

4 Οι θαμώνες όφειλαν να εισέρχονται με γραβάτα και καπέλο (αρχείο Διονύση Αραβαντινού)

  1. Η εφημερίδα “Πελοπόννησος” σχολιάζει το κλείσιμο του καταστήματος .