Το Ηρώδειο, τα θερινά τα σινεμά και…. Ο γλάρος Ιωνάθαν | dete

Το Ηρώδειο, τα θερινά τα σινεμά και…. Ο γλάρος Ιωνάθαν

Του Αθανάσιου Κούστα

 

Τέλη της δεκαετίας του 1960 και το απογευματινό μας παιχνίδι ήταν ποδόσφαιρο σε μια αλάνα απέναντι από το Ηρώδειο, που μετά έγινε το parking του restaurant «Dionysos». Όταν τελειώναμε, τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού, αποκαμωμένοι από το παιχνίδι, συνήθως  βρισκόμαστε για ξεκούραση στα σκαλιά του Ηρωδείου.                                                                                   

 Μια βραδιά του Ιουνίου, καθόμαστε ανάμεσα στον κόσμο που ανέβαινε τα σκαλιά για να παρακολουθήσει  τα Μπαλέτα του 20ου Αιώνος του Maurice Béjart, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τα σκαλιά αυτά διαβάζαμε τα προγράμματα και χαζεύαμε τον κόσμο που από νωρίς έπιαναν θέση στις κερκίδες του Ηρωδείου  για την “Ειρήνη” του Αριστοφάνη και την “Ανδρομάχη”  του Ευριπίδη, όταν ξεκουραζόμαστε ιδρωμένοι μετά το παιχνίδι. Όπως καθόμαστε στα σκαλιά ακούγαμε για τον Τρυγαίο που ζωντάνευε ο Χριστόφορος Νέζερ και έτσι αρχίζαμε να μαθαίνουμε για τον Αριστοφάνη. Αρκετά χρόνια αργότερα είχα την τύχη να απολαύσω τον Νέζερ, στο Ηρώδειο, στον ρόλο του Κινησία με Μυρίνη την Άννα Φόνσου και Λυσιστράτη την Άννα Συνοδινού.

Όταν αργότερα, στην εποχή του Γυμνασίου, έμπαινε το καλοκαίρι, είχαμε την δυνατότητα για την βραδινή έξοδο, να διαλέγουμε μεταξύ προβολών σε θερινά σινεμά και παραστάσεις στο «Ηρώδειο» καθώς είχαμε μειωμένο εισιτήριο και ήταν δίπλα μας.

Ανηφορίζαμε με την παρέα μας χωρίς να γνωρίζουμε το πρόγραμμα και έτσι με την παρέα μου, είμαστε παρόντες σε παραστάσεις του Εθνικού, όπως το 1968 στην «Μήδεια» με πρωταγωνίστρια την Αλέκα Κατσέλη, το 1970 στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» με Κλυταιμνήστρα πάλι την Αλέκα Κατσέλη και στις «Νεφέλαι» με κορυφαία την Μαίρη Αρώνη. Οι παραστάσεις αυτές ήταν σε κλασσικές φόρμες, μας δίδασκαν, μας ωρίμαζαν και μας έδεναν με την καθημερινή παρουσία μας στα δρομάκια της Πλάκας, όπως έκαναν 2000 χρόνια πριν οι δημιουργοί τους.

Το καλοκαίρι στην γειτονιά μου ήταν ζεστό και επίσης μια διέξοδος ήταν το θερινό σινεμά «Ερέχθειον»...κάτω ακριβώς από την Ακρόπολη, με χαλικάκι και περικοκλάδες μέχρι ψηλά στις μάντρες «…και ήταν κάτι νύχτες με φεγγάρι μες τα θερινά τα σινεμά νύχτες που περνούν που δεν θα ξαναρθούν                      μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…».  

Κατά ένα περίεργο τρόπο σε σκηνές που απαιτούσαν ησυχία και προσήλωση, θα εμφανιζόταν ένα επίμονο τζιτζίκι που  είχε ξεπέσει από τα δέντρα που ήταν φουντωμένα στα πεζοδρόμια και περίμενε να ακούσει ένα «Σουτ» από κάποιον θαρρετό θεατή για να σταματήσει. Ήταν όμως και η γκαζόζα με τον πασατέμπο στο διάλειμμα κυρίως όμως ήταν η χάρτινη σαϊτα από το πρόγραμμα που ομαδικά στέλναμε προς την οθόνη όταν ο μηχανικός αργούσε να βάλει μπροστά. Και ήταν οι πολλές διαφημίσεις γύρω από την οθόνη που τις έγραφε και ζωγράφιζε ο κυρ Γιάννης σε μία αυλή στην γειτονιά μας που ήταν γεμάτη μπογιές, πινέλα, ξύλα και μουσαμάδες.

Είχαμε και άλλους θερινούς κινηματογράφους στην γειτονιά, όπως το «Μίτσι», που ήταν στην Βεϊκου και είχε γύρω-γύρω τα πίσω μπαλκόνια από τις πολυκατοικίες, των οποίων οι ένοικοι, υποχρεωτικά κάθε βράδυ έβλεπαν η άκουγαν όλες τις προβολές. Εμείς είχαμε ανακαλύψει μια εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στον χειμερινό και έτσι στις εποχές που έπαιζαν και οι δύο εμείς το είχαμε δίπορτο. Στην Αν.Ζίννη ήταν ο θερινός κινηματογράφος «Πρωτέας», που λειτουργούσε από το 1938 και από το 1957 ένα μέρος του οικοπέδου του μετατράπηκε σε χειμερινός. Είχε μια μακριά είσοδο και η αίθουσα του χειμερινού ήταν διακοσμημένη δεξιά και αριστερά με αβγουλιέρες για καλύτερο ήχο

Το σινεμά έγινε γνωστό χάρη στην Νάνα Μούσχουρη και την οικογένεια της οι οποίοι όλοι μαζί κατοικούσαν εκεί.

Όπως αφηγείται:  «Τριών ετών ήρθα στην Αθήνα, στο Κουκάκι, και μέναμε εκεί όπου ήταν το σινεμά ο Πρωτεύς. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός, αλλά επειδή ήταν θερινό το σινεμά, δούλευε και κάπως σαν φύλακας τη χειμερινή περίοδο. Πριν από την κατοχή οι χωματόδρομοι ήταν πολύ περισσότεροι από τις πολυκατοικίες και καμία φορά άκουγες το τρένο να περνά. Πίσω ακριβώς από την οθόνη υπήρχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια. Στο ένα κοιμούνταν οι γονείς μας και στο άλλο το οποίο, ανάλογα με την ώρα, χρησίμευε και σαν τραπεζαρία, αλλά και σαν κρεβατοκάμαρα δική μου και της αδελφής μου. Η οθόνη φαινόταν πελώρια στα παιδικά μου μάτια και παρακολουθούσαμε στην πίσω πλευρά τα ακατάλληλα. Ο “Πρωτέας” μας περίμενε πάντα στο Κουκάκι…».

Όμως ο θερινός κινηματογράφος που αγαπήσαμε, ήταν το Σινε-Παρί, που όπως μαθαίνω λειτουργεί ακόμα. Είναι στην ταράτσα της Μουσικής Σκηνής «Ζυγός» στην οδό Κυδαθηναίων της Πλάκας, που τότε ήταν το χειμερινό «Σινε-Παρί». Από την πολυθρόνα μας απολαμβάναμε εκτός από έργο επί σκηνής και τον Παρθενώνα που άλλαζε χρώματα από το πρόγραμμα «Ήχος και φως», το σχολείο μου το 14ο Γυμνάσιο που ήταν στο οδό Επιχάρμου και Σχολείου και σήμερα είναι το μουσείο της Δόρας Στράτου και βέβαια όταν είμαστε τυχεροί κι ένα ολόγιομο αστραφτερό φεγγάρι. Σε αυτό το σινεμά είδα το 1973, ως φοιτητής την ταινία «Το πέταγμα του γλάρου» με την υπέροχη μουσική του Neil Diamond, μια ταινία βασισμένη στο βιβλίο με τίτλο «Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον» του Ρίτσαρντ Μπαχ.

«Η επιμονή στο όνειρο, οδήγησε τον γλάρο Ιωνάθαν στην εσωτερική πληρότητα. Δε συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα, ότι ο λόγος για να μάθει να πετά, είναι απλά για να βρίσκει φαγητό, όπως τον προέτρεπαν οι υπόλοιποι γλάροι του σμήνους. Ο γλάρος Ιωνάθαν,  πετούσε για τη χαρά του πετάγματος. Και το όνειρό του, δεν είχε όριο…..»

 

(από τη στήλη Ιστορίες Χωρίς Τίτλο της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)