Τα «μπάνια του λαού», δεν τα σκιάζει φοβέρα καμιά! | dete

Τα «μπάνια του λαού», δεν τα σκιάζει φοβέρα καμιά!

Του Διονύση Ζακυνθινού

 

Τον παλαιό εκείνο τον καιρό, δεν είχαν όλες οι οικογένειες ΙΧ αυτοκίνητο. Για να ακριβολογούμε, οι περισσότερες δεν είχαν.

Κάθε καλοκαίρι, ο κόσμος στοιβαζόταν σαν τις σαρδέλες στα αστικά λεωφορεία για ένα μπάνιο στις κοντινές παραλίες.

Σε περίοπτη θέση, σαν να καθόταν σε… θρόνο, ο εισπράκτορας του λεωφορείου δεν έκοβε μόνο τα εισιτήρια. Είχε και την ευθύνη για τη σωστή ροή των επιβατών μέσα στο λεωφορείο. Λίγοι οι καθιστοί, πολλαπλάσιοι οι όρθιοι, έπρεπε να στριμωχτούν όσο περισσότερο μπορούσαν, για να χωρέσουν όσο περισσότεροι μπορούσαν να χωρέσουν.

Ήταν οι στιγμές που ο εισπράκτορας αναλάμβανε δράση. «Προχωρήστε παρακαλώ στον διάδρομο», έλεγε από μικροφώνου (!) με επιβλητικό ύφος που άρμοζε στη θέση του. Όμως, δεν ήταν πάντα εφικτό να εισακουστεί η έκκληση του. Κάποια στιγμή, και να ήθελαν, οι όρθιοι επιβάτες δεν μπορούσαν άλλο να προχωρήσουν μπροστά. Ήταν ανθρωπίνως αδύνατον. Όχι ότι ήταν και ανθρωπίνως δυνατόν, με τα μέτρα της κοινής λογικής, αυτό που συνέβαινε. Να μεταφέρονται, δηλαδή, με ένα λεωφορείο τριπλάσιοι ή και τετραπλάσιοι επιβάτες από όσους είχε προβλέψει ο κατασκευαστής του.

Αλλά συνέβαινε. Κάποτε, το βαρυφορτωμένο λεωφορείο  έφτανε, αγκομαχώντας, στον προορισμό του. Στο μεταξύ, όμως, το δύσμοιρο επιβατικό κοινό είχε κάνει δύο και τρία μπάνια, πριν κάνει το κανονικό στη θάλασσα, αυτό για το οποίο είχε τόσο ταλαιπωρηθεί.

Βλέπεις, τότε ο κλιματισμός ήταν ανύπαρκτος και μόνο από τα ανοικτά παράθυρα έμπαινε κάποιο αεράκι που πάλευε να εισχωρήσει ανάμεσα σε ιδρωμένα σώματα και δυσάρεστες ανθρώπινες οσμές.

Τα χρόνια πέρασαν. Ήλθε η εποχή της (επίπλαστης) ευημερίας. Κάθε οικογένεια απέκτησε το δικό της αυτοκίνητο, ουκ ολίγες είχαν δύο ή και τρία ακόμη.

Κι επειδή τα «μπάνια του λαού», κατά τον συχωρεμένο τον Ανδρέα, ήταν αδιαπραγμάτευτα, μετεξελίχθηκαν σε πολυήμερες διακοπές και ολιγοήμερες αποδράσεις σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς. Όπως και να το κάνουμε, άλλο Ρίο, Τσουκαλέικα και Παραλία Προαστείου, άλλο Μύκονος και Σαντορίνη. Άλλωστε, τότε λεφτά υπήρχαν.
Όμως, καθώς η ζωή έχει τα πάνω της και τα κάτω της, την εποχή της ευημερίας διαδέχθηκε αυτή της κρίσης.

Πλέον, καθώς λεφτά δεν υπήρχαν, θέλαμε δεν θέλαμε, γυρίσαμε πίσω. Τέρμα για πολλούς τα χλιδάτα ταξίδια, τέρμα και τα πεντάστερα ξενοδοχεία. Τα κεφάλια μέσα.

Χρειάστηκε να έλθει ο κωρονοϊός, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα έξοδο μας από την καραντίνα, ώστε πολλοί από εμάς να συνειδητοποιήσουμε ότι ζούμε σε μια παραθαλάσσια πόλη. Μπορεί να μην διαθέτει τις πανέμορφες παραλίες των ξακουστών νησιών, αλλά όλο και κάποια βουτιά μπορείς να κάνεις χωρίς να μετακινηθείς χιλιόμετρα μακριά. Και θα την κάνεις, γιατί τα μπάνια δεν τα σκιάζει φοβέρα καμιά! Εννοείται ούτε η αφεντιά του κορωνοϊού.   

Αναμενόμενο, λοιπόν, η Πλαζ και το Ρίο να ζουν τελευταία και πάλι μέρες δόξας, εφόσον οι ζέστες έσφιξαν νωρίτερα. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, όλο και περισσότερο, όλο και περισσότεροι, πάμε (και) προς τα εκεί για ένα μπάνιο.

 Τα (κλιματιζόμενα) σύγχρονα αστικά λεωφορεία δεν πηγαινοέρχονται πια στις παραλίες, πάντα, ασφυκτικά γεμάτα, ενώ δεν είναι κι εύκολο να παρκάρεις γύρω απ’ αυτές.

Δεκάδες, εκατοντάδες, καθημερινά τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, μαρτυρούν με τη σειρά τους ότι (σχεδόν) όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.