ΣΕΒ: Το 2018 ξεκινά με την οικονομία να ανακάμπτει | dete

ΣΕΒ: Το 2018 ξεκινά με την οικονομία να ανακάμπτει

Να μην επιχειρούμε επιστροφή στις πρακτικές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, λέει ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων

Θετικές είναι οι εκτιμήσεις του ΣΕΒ για τις οικονομικές εξελίξεις το 2018,  καθώς «ξεκινά με την οικονομία να ανακάμπτει και τη χώρα να εισέρχεται σε μία νέα περίοδο υποχρεωτικής άσκησης συνετής οικονομικής πολιτικής».

Ο συντάκτης του εβδομαδιαίου δελτίου οικονομικών εξελίξεων προειδοποιεί ότι  «το κλείσιμο ενός κύκλου επώδυνων θυσιών για όλο τον ελληνικό λαό και τις επιχειρήσεις δεν πρέπει να μας ξαναβρεί αμέριμνους να επιχειρούμε επιστροφή στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία δια της διόγκωσης του κράτους και της απώλειας της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας». Γι αυτό και η αλλαγή αναπτυξιακού υποδείγματος και νοοτροπίας, αλλά και η υιοθέτηση νέων τάσεων, όπως αυτή της κυκλικής οικονομίας, παραμένουν επίκαιρα ζητούμενα και για το 2018.

Η Ελλάδα υστερεί στην υιοθέτηση κυκλικής οικονομίας 

Το δελτίο του ΣΕΒ είναι αφιερωμένο στην κυκλική οικονομία, δηλαδή σε δράσεις ου αποσκοπούν σε μείωση της σπατάλης των πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία με την επαναχρησιμοποίηση προϊόντων, την παροχή υπηρεσιών σε πολλαπλούς χρήστες (sharing economy) κ.ά. Στις δραστηριότητες αυτές εντάσσονται νέες επενδύσεις ύψους 550 δισ. ευρώ στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο η χώρα μας υστερεί σημαντικά στην υιοθέτηση μοντέλων κυκλικής οικονομίας. Η πιο πρόσφατη παρέμβαση της Πολιτείας, πέραν της χρέωσης του χρήστη πλαστικής σακούλας, με 3 λεπτά ανά σακούλα από 1.1.2018 και 7 λεπτά ανά σακούλα από 1.1.2019, αφορά κυρίως σε βελτιώσεις στην ανακύκλωση αποβλήτων συσκευασιών, στο πλαίσιο επίτευξης των εξαιρετικά φιλόδοξων, σήμερα πρακτικά ανέφικτων στόχων, που είχαν τεθεί στους Εθνικούς Σχεδιασμούς Διαχείρισης Αποβλήτων.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η πρόβλεψη για το 2020 στην ταφή των αστικών αποβλήτων είναι το 20% της παραγόμενης ποσότητας, ενώ με βάση στοιχεία του Εθνικού Σχεδιασμού Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων, η παραγωγή αστικών απορριμμάτων ανέρχεται σε 5 εκατ. τόνους ετησίως, εκ των οποίων μόνο το 20% ανακυκλώνεται. Οι υπόλοιποι 4 εκατ. τόνοι (80%) οδηγούνται στους ΧΥΤΑ (Χώροι Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων), εκ των οποίων οι 3 εκατ. τόνοι είναι δυνητικά ανακυκλώσιμα και βιοαποικοδομήσιμα υλικά, τα οποία μεταφέρονται στους ΧΥΤΑ με κόστος μεταφοράς 135 εκατ. ευρώ. Η αξία των ανακυκλώσιμων υλικών ανέρχεται σε 200 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 150 εκατ. χάνονται λόγω κακής διαχείρισης και τα 50 εκατ. επιστρέφουν στην πραγματική οικονομία. Υπολογίζεται, επίσης, ότι η αξία του κομπόστ που θα μπορούσε να παραχθεί από βιοαποκοδομήσιμα υλικά ανέρχεται σε 30 εκατ. ευρώ.

«Η Πολιτεία οφείλει άμεσα να προχωρήσει στην άρση υφιστάμενων δυσκολιών και αγκυλώσεων που προκύπτουν από το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, όπως π.χ. δοκιμές αξιοποίησης αποβλήτων σε βιομηχανικές δραστηριότητες. Απαραίτητη και η θέσπιση κινήτρων, όπως το τέλος ταφής, αλλά και κριτηρίων για ένταξη σχετικών επενδύσεων στον αναπτυξιακό νόμο 4399/16 ή για "πράσινες" προμήθειες», καταλήγει ο ΣΕΒ.

Αναλυτικά, το εβδομαδιαίο δελτίο αναφέρει: 

Στην ανατολή του 2018, το παρόν δελτίο αφιερώνεται στην κυκλική οικονομία, μια νέα τάση στην παραγωγική και καταναλωτική διαδικασία που ήδη έχει δρομολογήσει νέες επενδύσεις ύψους €550 δισ. στην Ευρώπη και έχει σαν στόχο τη μείωση του αποτυπώματος της οικονομικής δραστηριότητας στις πρώτες ύλες και το περιβάλλον.

Η κυκλική οικονομία είναι ένα σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων που εστιάζει μακροπρόθεσμα στη μείωση της σπατάλης των πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση ανανεώσιμων πόρων, φυτικών και ζωικών υποπροϊόντων και βιοαποικοδομήσιμων υλικών, την ανάκτηση και την επαναχρησιμοποίηση προϊόντων, αλλά και την παραγωγή ενέργειας από τα απόβλητα παραγωγικών διαδικασιών, τη διατήρηση ενός προϊόντος σε καλή λειτουργική κατάσταση για μακρύ χρονικό διάστημα, την οικονομική αξιοποίηση προϊόντων για την παροχή υπηρεσιών σε πολλαπλούς χρήστες (sharing economy), και, τέλος, τη χρήση της υπηρεσίας που προσφέρει ένα προϊόν και όχι την κατοχή αυτού του ίδιου του προϊόντος. Έτσι, η κυκλική οικονομία είναι σε κάποιο βαθμό η μετεξέλιξη της ανακύκλωσης, αν και όχι μόνο.

Στην ανακύκλωση, ένα χρησιμοποιημένο προϊόν αποσυντίθεται σε πρώτες ύλες που ανακτώνται προς επαναχρησιμοποίηση στην παραγωγή νέων προϊόντων. Στην κυκλική οικονομία, το προϊόν σχεδιάζεται εξαρχής έτσι ώστε να ανακατασκευάζεται ή να επαναμεταποιείται, για να επαναχρησιμοποιηθεί ως καινούργιο. Μπαίνει, έτσι, φρένο στην αλόγιστη εξάντληση, ανεπιστρεπτί, των πλουτοπαραγωγικών πόρων του πλανήτη και την καταστροφή της βιόσφαιρας λόγω της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της συνεπαγόμενης κλιματικής αλλαγής.

Μέχρι σήμερα οι πρωτοβουλίες σε Εθνικό επίπεδο είναι λίγες και αποσπασματικές, σε πλήρη αντίθεση με την δυναμική της Κυκλικής οικονομίας, τις απαιτήσεις Εθνικών Στόχων, όπως έχουν διατυπωθεί στους Εθνικούς Σχεδιασμούς Διαχείρισης Αποβλήτων (επικινδύνων και μη) και τις επενδυτικές ευκαιρίες που καταγράφονται σε 10 πεδία που παρουσιάζονται στο δελτίο. Σύμφωνα με πρόσφατες κυβερνητικές δηλώσεις, σύντομα ολοκληρώνεται η προεργασία καθορισμού των Εθνικών προτεραιοτήτων για την Κυκλική Οικονομία, οι οποίες όμως θα πρέπει να τύχουν εκτενούς διαβούλευσης με την αγορά και να υποστηριχθούν άμεσα από νομοθετικές παρεμβάσεις, όχι μόνο για την άρση των υφιστάμενων εμποδίων και αγκυλώσεων, αλλά και για την δημιουργία προϋποθέσεων ικανών ώστε να ενθαρρύνουν τον ιδιωτικό τομεα στην ανάληψη του επενδυτικού ρίσκου.

Ο ΣΕΒ, από τον Μάιο του 2016, παρουσίασε στο Βιομηχανικό Συνέδριο, ειδική μελέτη που εκπόνησε για το θέμα το Συμβούλιο ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, αναδεικνύοντας ότι οι επενδυτικές ευκαιρίες της κυκλικής οικονομίας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, με ολοκληρωμένο τρόπο, και στη χώρα μας, με πολλαπλά οφέλη για την απασχόληση και τα εισοδήματα, αλλά και για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής. Άλλωστε πέραν των ήδη δρομολογημένων επενδύσεων στην κυκλική οικονομία, εντοπίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναξιοποίητες επενδυτικές ευκαιρίες ύψους €320 δισ. σε ένα νέο κύμα δραστηριοτήτων κυκλικής οικονομίας στις αγροτικές καλλιέργειες, τη διαχείριση αποβλήτων, τις μεταφορές, τις κατασκευές, την παραγωγή ενέργειας, κοκ. Στο πλαίσιο αυτό, οι τάσεις και οι πρακτικές της κυκλικής οικονομίας ίσως να είναι περισσότερο επίκαιρες παρά ποτέ και για την ελληνική οικονομία.

Το 2018 ξεκινά με την οικονομία να ανακάμπτει και την χώρα να εισέρχεται σε μία νέα περίοδο υποχρεωτικής άσκησης συνετής οικονομικής πολιτικής. Το ζητούμενο παραμένει ένα βιώσιμο οικονομικά σύστημα αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής δραστηριότητας χωρίς περιττές σπατάλες και με πολιτικές που θα συμβάλλουν στην ορθή διαχείριση και επαναχρησιμοποίηση των υφιστάμενων παραγωγικών πόρων της οικονομίας. Το κλείσιμο ενός κύκλου επώδυνων θυσιών για όλο τον ελληνικό λαό και τις επιχειρήσεις δεν πρέπει να μας ξαναβρεί αμέριμνους να επιχειρούμε επιστροφή στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία δια της διόγκωσης του κράτους και της απώλειας της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή αναπτυξιακού υποδείγματος και νοοτροπίας και η υιοθέτηση νέων τάσεων, όπως αυτή της κυκλικής οικονομίας, παραμένουν επίκαιρα ζητούμενα και για το 2018.

Περαιτέρω βελτίωση παρουσίασαν οι επιχειρηματικές προσδοκίες στη βιομηχανία τον Δεκέμβριο του 2017, με την αύξηση των νέων παραγγελιών, τόσο από το εσωτερικό όσο και από τις αγορές του εξωτερικού, να οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν αισιοδοξία για την πορεία των επενδύσεων στη βιομηχανία, οι οποίες, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, εμφανίζονται ενισχυμένες κατά +12,1% το 2017 και το 2018 προβλέπεται να αυξηθούν κατά +15,4%. Από την άλλη πλευρά, οι λιανικές πωλήσεις κατέγραψαν πτώση τον Οκτώβριο του 2017 (-1,5%), ωστόσο, συνολικά κατά το διάστημα Ιαν – Οκτ 2017 κινούνται σε θετικό έδαφος (+1,6%), ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΣΕΕ, οι πωλήσεις των εμπορικών καταστημάτων τις ημέρες του εορταστικού ωραρίου των Χριστουγέννων κατέγραψαν άνοδο της τάξης του +2% έως +2,5%, σε σύγκριση με το 2016.