Πάτρα: Στην θρυλική Γρανάδα

06.09.2020 / 8:01
Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print
Granada-6

Αφήγηση του Πρόδρομου Σεφεριάδη

«Το μαγαζί το ξεκίνησε ο πατέρας μου ο Γιάννης, το 1951, σαν μικρή ταβερνούλα στην αρχή, εκεί που είναι τα παλιά σφαγεία, απέναντι από τις γραμμές. Το δούλευε μαζί με την μάνα μου, την Αμαλία.
Με τον καιρό έγινε πενήντα και βάλε ατόμων. Και πάλι όμως, γέμιζε και έφευγε ο κόσμος που ερχόταν με τα λεωφορεία και ταλαιπωριότανε. Και έτσι, έφτιαξε ένα ακόμη πιο μεγάλο μαγαζί. Τότε, τα πρωινά δουλεύανε τα εργοστάσια όλα. Έρχονταν π.χ. οι εργάτες από την Πειραϊκή Πατραϊκή και έτρωγαν το πρωί όταν σχολάγανε ή το μεσημέρι, ανάλογα με τη βάρδια και με τα οικονομικά τους.
Ο κόσμος την αγάπαγε πολύ τη μάνα μου. Έφτιαχνε και βραστό μοσχάρι και βραστό χοντρό, και πατσά μοσχαρίσιο, και πατσά χοντρό, και αρνίσιο λαδολέμονο.
Mετά, έκανε και ωραία ρώσικη σαλάτα. Τη δεκαετία του‘50 το μαγαζί δεν είχε όνομα. Λέγανε πάμε στην ταβέρνα του Αρμένη. Του είχανε βγάλει αυτό το παρατσούκλι επειδή ήτανε από τη Μικρά Ασία, ο παππούς και η γιαγιά.
Στην αρχή, το 1951, περνάγανε από δω τέσσερα παιδιά από το ποτάμι της Λεύκας και κυνηγάγανε γαρδέλια να τα πιάσουνε δέκα-είκοσι, να πάνε να τα πουλήσουνε να πάρουν κανένα φράγκο. Ήρθανε και στην ταβέρνα και λένε του πατέρα μου: «Παίζουμε όργανα. Να έρθουμε να παίζουμε τα σαββατοκύριακα;». Ο ένας έπαιζε κιθάρα και τραγούδαγε. Άλλος έπαιζε ακορντεόν, άλλος χαβάγια, άλλος
κιθάρα…
«Θα ερχόμαστε», τού λένε, «να παίζουμε, θα μας δίνεις να φάμε το βράδυ και να πίνουμε ‘κανα κρασί και αν περισσεύει κανένα χαρτζιλίκι, έχει καλώς”. Έτσι ξεκίνησε η μουσική. Τις καθημερινές λειτουργούσε και σαν μπακάλικο, το μόνο στην περιοχή, είχε μια κουρτίνα και όταν άνοιγε γινότανε μεγάλο μαγαζί 300 θέσεων.

Η ΚΛΗΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑΟ

Οι φίλοι του πατέρα μου και οι καλοί πελάτες σχεδιάσανε γύρω στο 1955 να γίνει κλήρωση για να βγάλουμε το όνομα. Έβαλε τότε ο πατέρας μου στην εφημερίδα ότι όποια παρέα βρει το όνομα θα κερδίσει ένα αρνί στη σούβλα.
Τέσσερις – πέντε δίνανε μπλοκάκια σε όλο το μαγαζί. Και μετά ο καθένας έγραφε την ιδέα του. Μαζέψανε όλα τα χαρτάκια, πήγανε στην κουζίνα η επιτροπή και επιλέχθηκε το όνομα «Γρανάδα».
Μετά βάλαμε καλούς μουσικούς, επαγγελματίες. Κέντρο διασκέδασης έγινε το 1959-1960. Και κέντρο διασκέδασης που ήμασταν όμως, το φαγητό το είχαμε. Η μάνα μου ήταν πάντα στην κουζίνα. Στα ρεβεγιόν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ή τις απόκριες έμπαιναν και δύο μάγειρες να την βοηθήσουν. Και βάζαμε και νταμπλ ντοτ γιατί έκαναν παιχνίδι οι μουσικοί. Ζήταγαν «τόσα ακατέβατα» για να παίξουνε.
Το μαγαζί λειτουργούσε κάθε μέρα. Δούλεψε σκληρά ο πατέρας μου για να μπορέσουμε να μαζέψουμε κόσμο καθημερινά, σε μια περιοχή που τα προηγούμενα χρόνια ήταν ερημιά. Ανεβαίναμε στην Αθήνα στα γραφεία και παίρναμε τραγουδίστριες και μουσικούς. Εγώ ήμουν μέσα στη «Γρανάδα» από 16 χρόνων. Θυμάμαι όταν είχε έρθει ο Αποστολίδης με την ορχήστρα του. Κλείσανε με τον πατέρα μου συμφωνία και τούς έδωσε και λεφτά να ράψουνε πέντε κοστούμια ομοιόμορφα.
Υπήρχε εποχή που σε γιορτές και απόκριες ένα γήπεδο να είχαμε θα το γεμίζαμε.

Η ΜΠΕΜΠΑ ΜΠΛΑΝΣ

Από τις μεγάλες μας επιτυχίες τότε, ήταν που είχε τραγουδήσει στη «Γρανάδα» η Μπέμπα Μπλανς. Στο μαγαζί των μουσικών είχα βρει ένα μπουζούκι 16 ετών, Λαμπρόπουλος λεγότανε, που τον έβαλα στο πρόγραμμα και τον συνάντησα μετά στην Αθήνα, όπου είχε δεσμό με την Μπέμπα Μπλανς. «Δεν της λες να έρθει κάτω να με σηκώσει λίγο γιατί έχουμε πέσει αυτές τις μέρες;», του λέω. Πάμε στην Κολούμπια και της λέει «Μπέμπα να σου συστήσω το αφεντικό μου, αυτός με ανέβασε στο πατάρι».
Και την έφερε και με βοήθησε και μού είπε «εγώ δεν θέλω μια».Η Μπλανς μού είχε πει «θέλω μεγάλη διαφήμιση, στις εφημερίδες, σε αφίσες, καλό ξενοδοχείο…». Έκανε ουρές ο κόσμος να τη δει.
Ένα διάστημα είχαμε και τον Πόλυ Κερμανίδη, που έγινε γνωστός με το «Τα πλοία πεθαίνουν στο λιμάνι». Έρχονταν και οι φραγκάτοι στη «Γρανάδα» χειμώνα-καλοκαίρι….Αλλά και πολύς απλός κόσμος. Το καλοκαίρι είχε μπροστά από το μαγαζί ένα μεγάλο προαύλιο με τέντες, βάζαμε 25τραπεζάκια, αλλά μπαίνανε και μέσα στο χειμωνιάτικο όταν δεν χώραγε.

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ, Ο ΒΟΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΟΛΟΣ

Το 1968, θυμάμαι, ένα γραφείο στην Αθήνα μού είχε κλείσει μια κοπέλα με Ρώσο πατέρα και Ινδιάνα μάνα και τραγούδαγε όλα τα τραγούδια της Ναργκίς που έκαναν θραύση.
Οι τραγουδίστριες μένανε στα δωμάτια πάνω από τη«Γρανάδα». Μια φορά, μία είχε ένα βόα. Το έσκασε το φίδι και είχε κλειστεί όλη η γειτονιά στα σπίτια της.
Όταν ερχότανε ο στόλος, οι ναύτες φτάνανε με τζιπάκια στη «Γρανάδα», μεθάγανε και μετά τα σπάγανε, (το ντεκόρ ήταν από γύψο), ερχόταν η στρατονομία και τούς μάζευε και τούς πήγαινε πάλι πίσω στο καράβι.
Την «Γρανάδα» τη δώσαμε το 1990.Τη νοικιάσαμε. Αλλά δεν έφυγε ποτέ το μυαλό μου από αυτό το μαγαζί. Ήταν για μένα μια ολόκληρη ζωή. Μια ολόκληρη ιστορία».

ΦΩΤΟ1. Η αοιδός επί τω έργω τη δεκαετία του’60

ΦΩΤΟ 2. Ο Πρόδρομος Σεφεριάδης καθιστός σε στιγμές χαλάρωσης

ΦΩΤΟ 3. Τετραμελής ορχήστρα με δύο τραγουδίστριες στις αρχές του ’60

ΦΩΤΟ 4. Ο Πρόδρομος Σεφεριάδης σε ρόλο τραγουδιστή. «Το έκανα για την πλάκα μου».

ΦΩΤΟ 5.Το μαγαζί είχε και μόνιμους πελάτες, πού ήταν εκεί σχεδόν κάθε βράδυ

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα