Ο Απόστολος Παύλος του Δημήτρη Κάββουρα | dete

Ο Απόστολος Παύλος του Δημήτρη Κάββουρα

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Ο Πατρινός ποιητής Δημήτρης Κάββουρας, που έφυγε από κοντά μας τον περασμένο Δεκέμβριο (2019), ήταν πραγματικά ταγμένος στην ποίηση και στην τέχνη της γραφής για παραπάνω από 60 χρόνια.

Με αφορμή την εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου), στέκομαι στην ιδιαίτερη αγάπη του στον Απόστολο Παύλο, τον Απόστολο στον οποίο οφείλεται η μεγάλη διάδοση του Χριστιανισμού και στην Ελλάδα.

Τα «Τοπία μνήμης Ελληνικά» (εκδ. περί τεχνών, 2007), είναι μία από τις ύστερες συλλογές του Δ. Κάββουρα, αν σκεφθεί κανείς ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή («Οιωνοί») εκδόθηκε στα 1959.

Τα  «Τοπία μνήμης Ελληνικά» έτσι καθώς διατρέχουν την ελληνική ιστορία (Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Έπος του ‘40), μας την παρουσιάζουν σαν ένα ποτάμι που κυλάει ασταμάτητα χιλιάδες χρόνια τώρα και εκβάλει στις ψυχές των Οικουμενικών Ελλήνων.

Ο Δημήτρης Κάββουρας, «ωραίος ως Έλλην», μας παίρνει απ’ το χέρι και μας οδηγεί στην απ’ αιώνων γνωστή διεύθυνση: Ελλάδα!

Έχει χωρίσει το ποίημά του – ποταμό σε τέσσερις παραπόταμους (αντίστοιχες ιστορικές περίοδοι), με προλεγόμενα και επιλεγόμενα για όχθες.

Στα  «Ιστορούμενα Β΄»  ο Χριστιανισμός ανατέλλει! Και ο  Απόστολος Παύλος κηρύττει πάση τη κτίσει. Ο Δ. Κάββουρας είναι εραστής του Αποστόλου των Εθνών. Συνήθως οι διανοούμενοι και οι άνθρωποι της τέχνης αντιπαθούν τον Απόστολο των Εθνών και στέκονται κριτικά απέναντί του. Για τον Κάββουρα, όπως και για την ιστορία προσθέτω, ο Παύλος είναι μέγας! Μου έλεγε πάντα με ενθουσιασμό πόσο θαύμαζε τον Απόστολο Παύλο και σε συζητήσεις μας ανέφερε πολλά χωρία από τις επιστολές του, τις οποίες διάβαζε και ξαναδιάβαζε.

Έτσι του αφιερώνει μια και πλέον σελίδα του βιβλίου του, τονίζοντας, φυσικά, και την εν Αρείω Πάγω περίφημη δημηγορία του Αποστόλου.

Το σχετικό ποιητικό «Παύλειο» κείμενο του Δ. Κάββουρα, αναφέρεται αρχικά στην μεταστροφή του Παύλου από διώκτη σε Απόστολο του Χριστού, σε «σκεύος εκλογής», έχοντας υπ’ όψιν την σχετική διήγηση του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων» (9:1-  ,19). Ο ποιητής μεταπλάθει τους σχετικούς στίχους: «...ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ... καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν...».

Στη συνέχεια ο ποιητικός κάλαμος διαζωγραφεί την δημηγορία του Παύλου στον βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, έχοντας και πάλι για οδηγό τις «Πράξεις των Αποστόλων» (17:16-34).

Στο ποίημά του ο Δ. Κάββουρας αποδίδει ποιητικά το ακόλουθο απόσπασμα: «Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ... Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ' ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν».

Η αναφορά του Δ. Κάββουρα στον Παύλο επισφραγίζεται με την ειρηνική, πάντα, «εισβολή» του στην αμαρτωλή, για εκείνη την εποχή, Κόρινθο. Μάλιστα ο ποιητής χρησιμοποιεί την παροιμιώδη φράση του Στράβωνος «οὐ παντὸς ἀνδρὸς ἐς Κόρινθόν ἐσθ' ὁ πλοῦς» (Γεωγραφικά 8.6.20), που αναφερόταν στο γεγονός ότι η ζωή εκεί ήταν πολύ ακριβή και η διαμονή σ΄ αυτήν ήταν προσιτή μόνο σε πολύ πλούσιους. Αυτή η πόλη έμελλε να συνδεθεί με τον περίφημο «Ύμνο της Αγάπης» που περιλαμβάνεται στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου και ο Δ. Κάββουρας τον υπαινίσσεται σαφώς όταν γράφει:

«μπήκε στην πόλη των εταιρών και των εμπόρων
ειρηνικά, χωρίς κύμβαλα αλαλάζοντα
και ήχους χαλκού»

παραπέμποντας, έτσι, στον γνωστό στίχο του Παύλου: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον».

Παραθέτουμε το ποίημα – ύμνο του Δημήτρη Κάββουρα για τον Απόστολο Παύλο («Τοπία μνήμης Ελληνικά», σ. 40-41).

Κι αυτός που σημάδι του είχε
του διώκτη τη βούλλα
στα μισά του δρόμου σκόνταψε
τυφλωμένος από ένα φως ξαφνικό.
Κι όταν, τριήμερος και νήστις, ανέβλεψε
πήρε τον άλλο δρόμο – αυτόν
που από τότε μέσα του είχε χαραχθεί.
Κι η δημοσιά κι η στενωπός δρόμοι σκολιοί
και δύσβατοι
Παρ’ όλο το φως και τον πού προπορευόταν
άγγελο – οδηγό.
Κι η μέρα αρένα κι η νύχτα
δεσμωτήριο.

Κι όταν ο δεισιδαίμων λαός τον πρωτάκουσε
στο Βράχο
την ίδια γλώσσα να μιλεί
κατάλαβε αλλοιώς τον ποιητών τα λόγια
μ’ εκείνο το «ειρήκασι» που είπε.
Καθένας μετά απ’ αυτό
άρχισε να ψάχνει μέσα του
το πώς ζει, το πώς κινείται, το πώς υπάρχει
και το πώς «εν αυτώ».

Κι όταν τον Άγνωστο γνώρισε
έβαλε πλώρη για κει
που «ού παντός εσθ’ ο πλους».
Και χωρίς του οδοιπόρου τη σκευή
- όντας ο ίδιος σκεύος εκλογής –
μπήκε στην πόλη των εταιρών και των εμπόρων
ειρηνικά, χωρίς κύμβαλα αλαλάζοντα
και ήχους χαλκού.