Οι θρυλικές μπουάτ της Πάτρας! Οι εποχές των μικρών χώρων και των επαναστατικών ασμάτων που… άναβαν φωτιές στην Ασφάλεια | dete

Οι θρυλικές μπουάτ της Πάτρας! Οι εποχές των μικρών χώρων και των επαναστατικών ασμάτων που... άναβαν φωτιές στην Ασφάλεια

Οι μπουάτ γνώρισαν  μεγάλες δόξες στην Πάτρα τις δεκαετίες του ’60 και του ΄70 ενώ η δεκαετία του ’80 ήρθε να δώσει μεγαλύτερο …εύρος  στους μικρούς χώρους στους οποίους κάποτε γεννήθηκε το "νέο κύμα".

Ο όρος μπουάτ προέρχεται από τη γαλλική λέξη boîte που σημαίνει κουτί, λόγω του μικρού μεγέθους των μαγαζιών αυτών. Κάπως έτσι, κανονικά ...boîte ήταν η Ερωφίλη, το Κατώι  και η Ανδρομέα, οι πρώτες μπουάτ που άνοιξαν στην πόλη και οι οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την αστυνομία και την καχυποψία της εποχής.

Στην συνέχεια τα …κουτιά μεγάλωσαν και έγιναν πιο σύνθετοι χώροι. Ως μπουάτ λειτούργησαν τα Πορτραίτα στη διασταύρωση Κανάρη και Κανακάρη, αλλά και το Θεμέλιο Τσαμαδού και Υψηλάντου,  στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του πριν μετατραπεί σε κοσμικό κέντρο με ορχήστρα. Στη  Σαχτούρη και Μαιζώνος λειτουργούσε επίσης από παλιά  η μπουάτ ΜΙνουί ενώ για κάποια χρόνια λειτούργησαν ως μπουάτ και οι Αναμνήσεις του Θόδωρου Μπιλίρη στα Ταμπάχανα.

Η Isabella στην Υψηλάντου, οι Σκάλες στη Γεροκωστοπούλου, η Ιφιγένεια μετά τη μεταπολίτευση στην Κανακάρη και Παντανάσσης, όπου τραγουδούσε μια  ολόκληρη σεζόν η Δέσποινα Γλέζου από τους Νοστράδαμος, το  L’unico και  το Αvantazστην Μπουκαούρη,   το Bailey’sΛόντου και Γερμανού, το Tunelστην Όθωνος Αμαλίας, είναι μερικοί από τους χώρους που κινήθηκαν μεταξύ μπουάτ  και σύγχρονου live προγράμματος μεταλλάσσοντας την  έννοια της  παλιάς μπουάτ σε κάτι  διαφορετικό και πιο «ανεβασμένο».

ΕΡΩΦΙΛΗ: Το «κρυφό σχολειό»

Η πρώτη μπουάτ άνοιξε στην Πάτρα σε ένα  υπόγειο στην οδό Παντανάσσης πάνω από την Κανακάρη και βρέθηκε να παίζει Λόρκα και αντάρτικα κεκλεισμένων των θυρών, ενώ το ημερολόγιο έδειχνε 1967.

Η «Ερωφίλη», την οποία άνοιξαν ο Νίκος Μαχαίρας, ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, και ο Πάνος Χριστοδούλου, ήταν κάτι σαν το ...κρυφό σχολειό της Πάτρας.

«Ήταν το  πρώτο μαγαζί με ζωντανή μουσική αυτού του είδους που άνοιξε στην πόλη. Η πρώτη μπουάτ. Από εκεί πέρασαν ο Λάκης Παππάς, η Αρλέτα, η ΜαρίζαΚωχ, η οποία έμεινε και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Νίκος Δημητράτος... Το μαγαζί είχε  μόνιμα έναν  πιανίστα και οι καλλιτέχνες που έρχονταν από Αθήνα έφερναν τον πιανίστα τους και τον κιθαρίστα τους», περιγράφει ο αδελφός του Πάνου Χριστοδούλου, Θόδωρος ο οποίος επίσης είχε εμπλακεί για μικρό χρονικό  διάστημα.

«Κάναμε ποιητικές βραδιές, Λόρκα, Μπολιβάρ... και πλάκωνε και η ασφάλεια, γινότανε χαμός» θυμάται ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος. «Είχαν γίνει πολλές προσαγωγές, είχε πέσει ακόμη και ξύλο. Πέρα από τους αντιστασιακούς, έρχονταν και φοιτητές φιλοχουντικοί. Θυμάμαι τον Άγγελο τον Αντωνόπουλο τον ηθοποιό να απαγγέλλει και μέσα να είναι  ο Κωστής ο Στεφανόπουλος, ο ξάδελφός του, ο Φωτήλας ο Ασημάκης,  ο Σπηλιόπουλος, ο μηχανικός ο Μαρινόπουλος... Παραμυθιάζανε έναν τραγουδιστή που είχα, έναν φοιτητή με μια κιθαρούλα και τον βάζανε και έπαιζε Θεοδωράκη. Και η ασφάλεια τα ήξερε όλα.

Το μαγαζί είχε καναπέδες γύρω γύρω και στη μέση ήτανε η πίστα. Δεν είχε ουίσκι, μόνο  λεμονάδα, πορτοκαλάδα, τέτοια... Τις δίναμε στους πελάτες χέρι- χέρι γιατί  δεν χώραγε να περάσει ο σερβιτόρος. Πίνανε τότε πολύ βερμούτ και πίπερμαν. Ήμουνα στην πόρτα και πληρώνανε όλοι δέκα ευρώ όχι στην είσοδο, αλλά στην έξοδο. Την πρώτη μέρα είχε πέσει κάτω το συρτάρι από τα λεφτά» θυμάται ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος.

Ο κύκλος της «Ερωφίλης» της αντίστασης έκλεισε στις αρχές του 1970.

Η επόμενη «Ερωφίλη»  άνοιξε το 1983 στην  Βότση από το Νίκο Μαχαίρα και έμεινε ανοικτή μέχρι το 1989.

Η  πρώτη φίρμα για μια ολόκληρη σεζόν ήταν ο Λάκης Παππάς, μόνιμος συνεργάτης του Χατζιδάκι. Εκεί έκαναν εμφανίσεις μεγάλα ονόματα της εποχής όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Δημήτρης Λάγιος, ο Αντώνης Καλογιάννης, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, ο Μανώλης Μητσιάς, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, ο Κώστας Καραλής, ο Γιάννης Κούτρας, η Έλλη Πασπαλά, η ΣαβίναΓιαννάτου, ο Κώστας Θωμαϊδης, ο Δημήτρης Ψαριανός, ο Παντελής Θαλασσινός κ.α.

«Είχε έρθει και  η Σοφία Βόσσου για να παρουσιάσει για πρώτη φορά τα τραγούδια της. Ήθελε αυτό να γίνει στο Πατρινό κοινό επειδή έχει ένα ιδιαίτερο κριτήριο και σε ένα μαγαζί όπως το δικό μας, το οποίο τότε το γνώριζε όλη η Πάτρα» λέει ο Κώστας Μαχαίρας.

«Ο πατέρας μου είχε πολύ δυνατές φιλίες με τους καλλιτέχνες. Τον παίρνανε τηλέφωνο και του λέγανε “έχω ένα διήμερο, να έρθω να παίξω;” Και έτσι η Ερωφίλη είχε όλη την αφρόκρεμα των καλλιτεχνών.

Οι καλύτεροι φίλοι που είχε αποκτήσει ήτανε ο Σπανός και ο Καλογιάννης. Ο Καλογιάννης θυμάμαι είχε έρθει μόνος του χωρίς να το ξέρουμε για να κάνουμε Πάσχα μαζί».

Ο επόμενος σταθμός της «Ερωφίλης» ήταν στην οδό Ηφαίστου στην παλιά Tortuga όπου ο μποέμ Νίκος Μαχαίρας με την παρέα του έκαναν το εξής αμίμητο:

«Έχουμε  τελειώσει το βράδυ από την Ερωφίλη στην Ηφαίστου, έχουνε ολοκληρωθεί οι πρόβες και είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε την άλλη μέρα. Έχει πάει η ώρα 2.  Φεύγω από το μαγαζί και μένει πίσω με δυο φίλους του. Γυρίζω το πρωί και  βλέπω πόρτες παράθυρα όλα ανοικτά και τον πατέρα μου που ήταν κουστουμαρισμένος, να είναι από πάνω μέχρι κάτω στα λευκά.

Τι είχε γίνει; Ήθελαν να δοκιμάσουν στις 5 το πρωί έναν πυροσβεστήρα να δουν αν λειτουργεί.

Έχει γεμίσει όλο το μαγαζί με αφρό, τα μηχανήματα με αφρό  και το βράδυ έπρεπε να ανοίξουμε. Οι άλλοι δύο φίλοι του είχαν μείνει εκεί να καθαρίσουν. Όλο το μαγαζί ήταν λευκό γιατί οι ...εφευρέτες είχανε κάνει  κάτι πολύ έξυπνο για να το καθαρίσουν. Ανοίξανε τον εξαερισμό να τραβήξει τον αφρό και από κάτω όλος ο αφρός πήγαινε στο Μαρκάτο στην πλατεία και  έβλεπες τα δέντρα από πράσινα να έχουνε γίνει λευκά. Όλοι έψαχναν να δουν τι γίνεται. Περνώντας το πρωί οι κυρίες να πάνε στην Παντάνασσα βλέπουνε τον πατέρα μου με το  μπλε το μπλέιζερ με χρυσά κουμπιά, να ξεσκονίζεται με μια πετσέτα. Τον κοίταζαν περίεργα οι γυναίκες και αυτός τους λέει «καθαριότις κυρίες μου, καθαριότις»

Η Ερωφίλη είχε λειτουργήσει και ως καλοκαιρινό μαγαζί στο Ρίο δίπλα στην πλάστιγγα, από το 1983 έως το 1989 όπου τραγουδούσε σχεδόν μόνιμα ο Καλογιάννης.

Έκλεισε τον κύκλο της στα 1998.

ΣΚΑΛΕΣ:  Ψηλά στη Γεροκωστοπούλου

Το όνομά της το πήρε από τα σκαλιά του Γιογκαράκη, τα οποία και ανηφόρισε για να δώσει ρυθμό στην Γεροκωστοπούλου, στα 1983, εποχή κατά την οποία η περιοχή άρχιζε να αραιοκατοικείται  από μαγαζιά που είχαν φιλοδοξία να την μετατρέψουν σε μια μικρή ...Πλάκα των Πατρών.

Οι Σπύρος Ηλιόπουλος και Νίκος Έρδας, που είχαν ήδη δημιουργήσει τον Σκορπιό στην πλατεία Όλγας,  δεν ξεκίνησαν με πρόθεση να κάνουν μια μπουάτ, αλλά ένα μεζεδοπωλείο! Ο χώρος που βρήκαν ήταν αυτός που τους οδήγησε στο να το ...ξανασκεφτούν, καθώς ήταν αφενός μεγάλος για μεζεδοπωλείο, αφετέρου ιντριγκαδόρικος για την μετατροπή του σε ένα μεγαλύτερων απαιτήσεων μαγαζί.

Στην παρέα τότε, προστέθηκε και o φίλος τραγουδιστής Μίμης Αγγελόπουλος, ο οποίος ήταν στην καλύτερη στιγμή του και μόλις είχε φύγει από το Lido. H απόφαση ελήφθη μετά  από σκέψη και κάπως έτσι προέκυψαν οι Σκάλες, μια από τις πιο αγαπημένες μπουάτ της πόλης.

Το περιβάλλον διαμορφώθηκε με ξύλο από τον Παπασταυρόπουλο που είχε κάνει  και τον «Σκορπιό».

Η κυρίως σάλα με τα τραπέζια  ήταν πάνω και κατεβαίνοντας λίγα σκαλιά έφτανες στο μπαρ όπου συνήθως καθόταν η νεολαία.

Στο μόνιμο σχήμα του μαγαζιού οι Μίμης Αγγελόπουλοςη Μιμίκα Καραγιάννη και ο Μάκης Παναγιωτόπουλος  στο τραγούδι αλλά και ο Σταμάτης Βασιλαντωνόπουλος (στο πιάνο), ενώ εκεί τραγούδησαν αργότερα ο Θανάσης ο Μάργαρης, η Λίτσα Βαλσοπούλου και άλλοι καλλιτέχνες της πόλης.

«Το μαγαζί ήταν γεμάτο κάθε βράδυ. Είχε μόνο ένα ρεπό κάθε Τετάρτη. Αυτό που συνέβαινε ήταν φοβερό. Σαν να έρχεται ένα λεωφορείο και να αποβιβάζει κόσμο. Γέμιζε μέσα σε πέντε λεπτά» λέει η Ελένη Ηλιοπούλου. «Μετά άρχισαν να ανοίγουν και άλλα μαγαζιά, το Oggi, το Faggoto, η Αυλαία. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο, είναι το ότι τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας μας, τις πρώτες απόκριες συγκεκριμένα, καθιερώθηκε η φάση με τη νεολαία,  που γέμιζε καθιστή τις σκάλες της Γεροκωστοπούλου με  μπύρες και μαυροδάφνες. Βγήκαμε κάποια στιγμή έξω και είδαμε κόσμο πολύ, γεμάτες οι σκάλες».

Στην πορεία αποχώρησε από το μαγαζί ο Έρδας και τις «Σκάλες» τις λειτούργησε μόνος του ο Ηλιόπουλος, ο οποίος λειτουργούσε και το ένα από τα δύο μπαρ.

Στις «Σκάλες» έφταναν πολλοί καλλιτέχνες από Αθήνα, άλλοι επειδή γνώριζαν για το μαγαζί και άλλοι επειδή τους έστελναν οι ταξιτζήδες και τα περίπτερα όταν τους ρωτούσαν “πού να πάμε για να ακούσουμε μουσική;”

Eκεί έπαιζε συχνά στο πιάνο ο Θάνος Μικρούτσικος και σύχναζαν πολιτικοί όπως ο Γιώργος Παπανδρέου και κομματικά  στελέχη όπως ο Θρασύβουλος Μαυρομμάτης.

Οι  «Σκάλες» έκλεισαν το 2003. Το κτίριο γκρεμίστηκε για να αναδειχθεί ο αρχαιολογικός χώρος.

 ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ: Ρεμπέτικα αντάρτικα και λίγο... καραγκιόζη

Η Ανδρομέδα του Δημήτρη Δημησιάνου, άνοιξε  τον  Οκτώβρη του 1975 ως  μπουάτ με έμφαση στο ρεμπέτικο και έντεχνο τραγούδι και βεβαίως στο  αντάρτικο το οποίο εκείνη την εποχή είχε την τιμητική του, χωρίς βεβαίως να έχει απολεσθεί ο κίνδυνος των μηνύσεων που έπεφταν βροχή λόγω και των  αριστερών φρονημάτων του ιδιοκτήτη, με το πρόσχημα της έντασης του ήχου.

Βρισκόταν σε ένα υπόγειο στην οδό Παναχαϊκού στα Ψηλά Αλώνια και δούλευε μόνο το χειμώνα από Τρίτη έως Κυριακή, με κόσμο που έφτανε έως τα σκαλοπάτια και μερικούς που έρχονταν από την Αθήνα ή άλλες πόλεις για να ακούσουν σπάνια ρεμπέτικα και αντάρτικα.

Βασικός τραγουδιστής  ήταν ο ΜπάμπηςΓκολές, ενώ τραγουδούσαν επίσης  η Μίνα, η Αλέκα και ο Χρήστος Κατσιγιάννης και  έπαιζαν μουσικοί όπως ο Γιώργος Τζεδάκης, ο Ζαφείρης Μπράτσος, ο Καράγιωργας, ο Τούρλας και  ο Γιώργος Τζαμούλιας.

Η «Ανδρομέδα» έδινε κάθε μέρα  δύο μουσικές παραστάσεις και το απίθανο  ήταν ότι στο διάλειμμα έπαιζε καραγκιόζη ο Γιάνναρος, ξεσηκώνοντας πλήθος χειροκροτημάτων και κρατώντας ζεστό το ακροατήριο.

Το μαγαζί, χωρητικότητας 200 θέσεων,  έπαιζε κάθε μέρα ασφυκτικά γεμάτο συγκεντρώνοντας μεγάλη μερίδα αριστερών και φοιτητών της εποχής.

Στην αρχή οι μουσικοί έπαιζαν χωρίς μικροφωνική και επικρατούσε μια πολύ έντονη και συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα.

Εκεί είχε βρεθεί και ο Νίκος Κούρκουλος ο οποίος έδινε παραστάσεις στο Πάνθεον ενώ πρότεινε στον ιδιοκτήτη του να πάει το μαγαζί όπως είναι στην Αθήνα.

Ο Δημήτρης Δημησιάνος έκλεισε το μαγαζί τον Μάρτη του 1977 μετά από έναν τραυματισμό του.

Κατώι: Επαναστατικά άσματα στο ...ρετιρέ

 Αφηγείται ο Θεόδωρος Χριστοδούλου

«Το 1968- 1969 άνοιξα το Κατώι, μια μπουάτ, στην διασταύρωση Γεροκωστοπούλου και Υψηλάντου. Μόνιμα στο μαγαζί είχαμε την Μαρία τη Γολέγου και τον Κώστα τον Χατζή, ο οποίος ήταν ανιψιός του γνωστού Κώστα Χατζή και μάλιστα είχε την ίδια χροιά στη φωνή του. Στο “Κατώι» έρχονταν και σχήματα από την Αθήνα, γνωστά ονόματα του καλλιτεχνικού στερεώματος της εποχής.

Η μεγάλη αλλαγή έγινε το 1974 όταν ήρθε η μεταπολίτευση. Τότε αλλάξαμε σχήμα και το Κατώι έγινε ρεμπετάδικο με επαναστατικά τραγούδια. Καταλαβαίνεις τι έγινε εκεί. Ο απόλυτος χαμός. Από τους οικογενειάρχες με τους οποίους ξεκινήσαμε, περάσαμε στους ενθουσιώδεις νεολαίους. Το 80% του μαγαζιού ήταν φοιτητές κα νέοι. Εκεί δούλεψαν ο Μπάμπης ο Γκολές και τα «Παιδιά από την» Πάτρα, τα οποία εκεί μαζευτήκανε για πρώτη φορά και έκαναν το σχήμα για να πάνε μετά στο Χάραμα

Μάλιστα στον πρώτο τους δίσκο, υπάρχει και αφιέρωση σε μένα. Να γυρίσεις στην πίσω πλευρά γράφει “στο Θόδωρο Χριστοδούλου, από το Κατώι και την Ιζαμπέλα¨.

Είναι πολλά και διάφορα αυτά που θυμάμαι. Αυτό όμως που δεν θα ξεχάσω,  ήταν ότι το μαγαζί σηκωνότανε στο πόδι όταν έπαιζε τα αντάρτικα και τα ρεμπέτικα. Είχε μαζέψει τόση ένταση ο κόσμος από την καταπίεση της χούντας που κάθε βράδυ γινόταν λαϊκό πανηγύρι.

Εκεί είχε έρθει μερικά χρόνια αργότερα και ο Μίκης Θεοδωράκης που είχε συγκέντρωση στην Πάτρα.  Θυμάμαι είχε παίξει πιάνο και συνόδευσε τα «Παιδιά από την Πάτρα» και τον Μπάμπη τον Γκολέ και τραγούδησε κιόλας εκείνο το βράδυ στο Κατώι.

Το μαγαζί το κράτησα έως το 1980. Μετά το πήραν και το γυρίσανε σε ντισκοτέκ, με το ίδιο όνομα".

ISABELLA: Η πρώτη disco που έγινε διάσημη ως μπουάτ!

Όταν το 1969, παράλληλα με το Κατώι ο Θόδωρος Χριστοδούλου άνοιγε στην οδό Αλεξάνδρου Υψηλάντου την πρώτη disco της πόλης, την περίφημη Isabella, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από λίγο χρόνια θα γινόταν και αυτή μπουάτ και μάλιστα μια από τις πλέον αγαπημένες εξ΄ου και μακρόβιες.

«Ήταν η πρώτη ντίσκο που έγινε στην Πάτρα. Δεν ήταν καθόλου γνωστό τότε αυτό το είδος της διασκέδασης» λέει ο κ. Χριστοδούλου. «Σιγά σιγά και επιφυλακτικά άρχισε να μπαίνει ο κόσμος στο κλίμα. Εγώ την πήρα την ιδέα σε ένα ταξίδι μου στην Αγγλία. Εκεί είδα τι συνέβαινε και είπα να κάνω το πείραμα στην Πάτρα. Και πέτυχε. Στην μεταπολίτευση όμως άλλαξαν τα πάντα, οι συνήθειες, οι τάσεις, όλο το κλίμα στη διασκέδαση της πόλης. Τότε, το 1974, μετατράπηκε και η Isabella, σε μπουάτ. Ήταν η αρχή μιας άλλης, πολύ σημαντικής διαδρομής, που κράτησε έως το 1990 οπότε και έκλεισε καθώς μου την ζήτησαν  για ιδιόχρηση».

Στην Isabella βασικός μαέστρος ήταν ο  Χρήστος Δεληβοριάς.

«Πέρασαν πολλοί καλλιτέχνες από εκεί και δεν θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι στη μακρά διάρκεια της ζωής αυτού του μαγαζιού πέρασε σχεδόν όλη η Πάτρα. Υπάρχουν πασίγνωστα ζευγάρια της πόλης  που γνωρίστηκαν  στην Ιsabella και παντρεύτηκαν, κάτι που έγινε και στο RioByNight. Τώρα θα υπάρχουν και τα εγγόνια τους».

Στην μπουάτ της Αλεξάνδρου Υψηλάντου δούλεψαν τα πρώτα χρόνια της καριέρας της η Ηρώ αλλά και οι δύο από τους μετέπειτα Ζικ Ζακ. Το κλίμα ήταν άκρως ατμοσφαιρικό όπως και τα τραγούδια που μετέτρεπαν το μαγαζί σε μια μεγάλη παρέα.

Στα τραπέζια κάθονταν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θαμώνες και στο μπαρ οι νεολαίοι, οι οποίοι ενίοτε, και κυρίως το καρναβάλι, ξεσάλωναν.

«Η Ιsabella και το RioByNight είναι τα μαγαζιά που αγάπησα περισσότερο από όλα τα μαγαζιά μου και δεν τα ξεχωρίζω σε τίποτα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που είναι και τα μακροβιότερα».

Από την disco που έγινε μπουάτ, πέρασαν μουσικοί, ηθοποιοί, επιχειρηματίες, νεολαίοι, και επαγγελματίες όλων των ηλικιών και των τάξεων. Το 1990 που γράφτηκε το τέλος, κάτι ...έλειπε από τη νυχτερινή βόλτα στα πάνω τα στενά.

ΔΕΚΑΕΤΙΑ: Τα χρόνια που αγαπήσαμε

Το όνομά της είναι ενδεικτικό του ύφους της. Η δεκαετία, δεν ήταν άλλη από τη θρυλική, μεταξύ ’60 και ’70 τότε που η μουσική φορούσε τα ανατρεπτικά της και η νεολαία ακολουθούσε το ίδιο ρομαντική ή και αυθάδης.

"Ξεκίνησε τη σεζόν 1985-1986. Υπήρχε ήδη ένα μαγαζί στην Ομόνοια που το είχε ο Σάκης ο Σουσάνης, το οποίο ήταν σαν μπαρ, αλλά δεν πήγαινε. Του πρότεινα τότε να το γυρίσουμε σε ζωντανή μουσική, σε στυλ μπουάτ», λέει ο Θόδωρος Χριστοδούλου.

«Η ιδέα του ονόματος ήρθε από το ύφος που του δώσαμε. Είπαμε να το πούμε Δεκαετία γιατί επιλέξαμε να παίζει τραγούδια από τις δεκαετίες του 60΄ και του 70. Ήταν ένα μαγαζί με τεράστια επιτυχία. Αρκεί να φανταστείς ότι ερχότανε κόσμος από την Αθήνα και πολλές παρέες από το Αίγιο»

Η «Δεκαετία» ήταν υπόγειο και έπρεπε να κατέβεις πολλά σκαλιά.

«Θυμάμαι μια φορά που πήγαινα στο μαγαζί  και μπροστά ήταν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, γιατί εκεί ερχόταν και μεγάλος κόσμος που νοσταλγούσε αυτή την εποχή και λέει ο ένας "μα καλά, τόσο βαθιά στη γη βρήκανε να το ανοίξουνε;"

Στην «Δεκαετία» ωστόσο, είχανε σπεύσει ακόμη και ρεμπέτες. Κερομύτης, Καλφόπουλος και Μπαγιαντέρας, έκαναν εμφάνιση το δεύτερο χρόνο της λειτουργίας του.

Δούλεψε από το 1985 έως το 1988.

 

(πληροφορίες και φωτογραφίες από το βιβλίο «Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου)