Νέο τεστ εντοπίζει με ακρίβεια τους ασθενείς με κοιλιοκάκη | dete

Νέο τεστ εντοπίζει με ακρίβεια τους ασθενείς με κοιλιοκάκη

Νέα εξέταση αίματος που μπορεί να εντοπίσει με μεγάλη ακρίβεια τα άτομα που πάσχουν από κοιλιοκάκη, ακόμη κι αν οι ασθενείς ακολουθούν διατροφή χωρίς γλουτένη, ανέπτυξαν ερευνητές στη Νορβηγία.

Τα αποτελέσματα των πρώτων κλινικών δοκιμών που πραγματοποίησε η ερευνητική ομάδα του δρος Vikas Sarna του Oslo University Hospital ήταν περισσότερο από ενθαρρυντικά.

Η κοιλιοκάκη είναι μια αυτοάνοση διαταραχή του λεπτού εντέρου, η οποία προκαλεί- μεταξύ άλλων- χρόνια διάρροια, κόπωση και στα παιδιά προβλήματα στην ανάπτυξη, όταν ο ασθενής καταναλώνει τροφές από σιτάρι, κριθάρι ή σίκαλη που περιέχουν γλουτένη. Τα δύο είδη εξέτασης αίματος για τη διάγνωση της ασθένειας που χρησιμοποιούνται έως σήμερα δεν καταφέρνουν να εντοπίσουν την ασθένεια στα άτομα που αποφεύγουν τη γλουτένη, εξηγούν οι ερευνητές.

Για να γίνει διάγνωση σε αυτήν την περίπτωση πρέπει κανείς να καταναλώσει τροφές με γλουτένη για οκτώ εβδομάδες και ακολούθως να υποβληθεί σε βιοψία δείγματος που θα ληφθεί από το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου, τον δωδεκαδάκτυλο.
Η πειραματική εξέταση των ερευνητών στο Οσλο υπόσχεται να αποφευχθεί όλη αυτή την επίπονη διαδικασία. Οπως εξηγεί ο δρ Sarna, εντοπίζει στο αίμα μια συγκεκριμένη κατηγορία κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία επιτίθενται στη γλουτένη και είναι παρόντα σε μικρές ποσότητες, ακόμη κι αν ο οργανισμός δεν έχει εκτεθεί στη γλουτένη.

Η εξέταση αίματος δοκιμάστηκε σε 62 ασθενείς με κοιλιοκάκη που ακολουθούσαν διατροφή χωρίς γλουτένη, 19 υγιή άτομα που ακολουθούσαν την ίδια διατροφή, 10 ασθενείς που έτρωγαν τροφές με γλουτένη και 52 εθελοντές που τρέφονταν κανονικά. Οι υπάρχουσες εξετάσεις αίματος εντόπισαν την κοιλιοκάκη μόνο σε τέσσερις από τους 62 ασθενείς που η διατροφή τους δεν περιλάμβανε γλουτένη. Αντίθετα, η πειραματική εξέταση αίματος κατάφερε να διαγνώσει την ασθένεια με ποσοστό επιτυχίας 96%.
Το νέο διαγνωστικό τεστ δεν είναι ακόμη διαθέσιμο για ευρεία χρήση, καθώς, όπως σημειώνει η ερευνητική ομάδα, πρέπει να προηγηθούν μεγαλύτερου εύρους κλινικές μελέτες.