Μήπως ζούμε ξανά μέρες του 2011; | dete

Μήπως ζούμε ξανά μέρες του 2011;

Ας επιχειρήσουμε ένα ταξίδι στο μνημονιακό μας παρελθόν. Την 18η Οκτωβρίου 2010, πέντε μόλις μήνες μετά το πρώτο μνημόνιο, οι Μέρκελ και Σαρκοζί στην Ντοβίλ ανακοίνωσαν πως σε όποια ελάφρυνση ευρωπαϊκού χρέους θα συμμετέχει πρωτίστως ο ιδιωτικός τομέας, οι ιδιώτες κάτοχοι δημόσιου χρέους. Ένα μήνα πριν στο Λονδίνο, ο Τόμσεν είχε κάνει την πρώτη δήλωση πως εξετάζεται το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους. Το πρώτο μνημόνιο ήταν 183,2 δισ. ευρώ – 110 δισ. δάνεια, 8,2 δισ. αποκρατικοποιήσεις και 65 δισ. θα αντλούσε η Ελλάδα από τις αγορές. Στην Ντοβίλ πέθανε το πρώτο μνημόνιο. Εκ των υστέρων, ο τότε ΥΠΟΙΚ επιβεβαιώνει την άποψη στο πρόσφατο βιβλίο του. Ποια ήταν η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, ενόψει του τέλους του μνημονίου;

Ένα μήνα μετά, ο πρωθυπουργός καθιστά τις περιφερειακές εκλογές δημοψηφισματική επικύρωση της πολιτικής του. Την πρώτη εβδομάδα 2011 σε σύνοδο του ΟΟΣΑ στο Παρίσι ο κ. Παπανδρέου εγείρει ζήτημα προτεραιότητας (seniority) των δανείων του επίσημου τομέα, ώστε να μπορεί η χώρα να καταφύγει στις αγορές για αναχρηματοδότηση του χρέους. Στις εκθέσεις της τρόικας της αξιολόγησης που έληξε μέσα Φεβρουαρίου 2011, καταγράφεται ο προβληματισμός των εταίρων για τη δυνατότητα της χώρας να βγει στις αγορές και η απόκριση των ελληνικών αρχών για καταφυγή σε funds αναδυόμενων αγορών. Το προφανές αδιέξοδο ήλθε να άρει η «προσφορά» δημόσιας περιουσίας 50 δισ. στη θέση των δανείων από τις αγορές. Τη μίνι αναδιάρθρωση της 25ης Μαρτίου 2011 ακολούθησε την 28/3 η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων από την S&P με σκεπτικό αύξησης του ρίσκου των ιδιωτών επενδυτών έναντι αυτού του επίσημου τομέα. Η απόκριση της κυβέρνησης ήταν «δεν μας αφορά, μιας και δεν δανειζόμαστε από τις αγορές». Ο μόνος που εμφανιζόταν να μη λαμβάνει υπ’ όψιν τον θάνατο του μνημονίου ήταν αυτός που έπρεπε να πάρει όλα τα διορθωτικά μέτρα: η ελληνική κυβέρνηση. Στο παρασκήνιο μάλλον όλα ήταν γνωστά και διορθωτικές κινήσεις γίνονταν. Οι πιο καταστροφικές όμως, κυρίως γιατί στους πολίτες δεν δινόταν η πραγματική εικόνα. Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα από τα 10 - 12 δισ. ευρώ των δηλώσεων του οικονομικού επιτελείου τον Φεβρουάριο, έγινε 22 δισ. την 2α Μαρτίου για να καταλήξει 26 δισ. την 29η Ιουνίου 2011. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση είχε ξεφύγει: ο πρωθυπουργός είχε προσφέρει συγκυβέρνηση στην αξιωματική αντιπολίτευση, η αποσάθρωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας είχε αρχίσει, οι αγανακτισμένοι ριζοσπάστες και ακροδεξιοί αλώνιζαν στις πλατείες. Την ίδια περίοδο στα «τυπικά» η ελληνική κυβέρνηση προχωρούσε καρκινοβατώντας: μεταρρυθμιστικοί νόμοι ψηφίστηκαν – τα αποτελέσματά τους πήρε πέντε χρόνια να ωριμάσουν, η προσπάθεια Παγκάλου για συρρίκνωση του κράτους μέσω καταργήσεων/συγχωνεύσεων οργανισμών πήγε στο βρόντο λόγω πολιτικής ατολμίας. Εν ολίγοις, η μη αναγνώριση του πραγματικού προβλήματος, του θανάτου του μνημονίου, φόρτωσε κόστος τη διάσωση – κόστος για τους πολίτες, καθυστέρησε κάθε προσπάθεια ανάταξης, διέλυσε την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα.

Τι αξία έχει να ανασύρουμε από τη μνήμη παλιές μνημονιακές ιστορίες; Γνώμη μας είναι ότι ζούμε μια ανάλογη διαβρωτική κατάσταση. Το μνημόνιο Τσίπρα έχει πεθάνει από το φθινόπωρο 2016. Οι καθυστερήσεις στις αξιολογήσεις, στα μέτρα για τα «κόκκινα» δάνεια, στις ιδιωτικοποιήσεις, έχουν καταστήσει ελάχιστη έως μηδενική την πιθανότητα να καταφέρει η Ελλάδα να βγει πλήρως στις αγορές μέχρι την άνοιξη 2018. Ανεξαρτήτως της συμμετοχής στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτά που η κυβερνητική επικοινωνιακή διαχείριση παρουσιάζει ως παραλογισμούς, νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, έως και εκδικητικότητα των δανειστών, δεν είναι παρά τα «αντίβαρα» στη σκληρή πραγματικότητα. Το επί μακρόν 3,5% των πρωτογενών πλεονασμάτων, οι απαιτήσεις διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, η εξαγωγή 1% του ΑΕΠ από το ασφαλιστικό σύστημα επί Κατρούγκαλου και οι επερχόμενες περικοπές, οι περιορισμένες ελαφρύνσεις χρέους, οι κόφτες, δεν είναι παρά οι ύστατες προσπάθειες να καταστεί το χρέος αναχρηματοδοτήσιμο σε ένα χρόνο από τώρα –υπό το πρίσμα των περιορισμών που έχουν και οι ίδιοι οι δανειστές– ή τουλάχιστον να περιοριστούν οι ανάγκες σε ενδεχόμενο νέο πρόγραμμα στήριξης.

Η εμπειρία του 2011 διδάσκει πως η προσπάθεια τυπικής διάσωσης του προγράμματος μόνο χειρότερα κάνει τα πράγματα. Το βλέπουμε σήμερα στην καθημερινή μας δραστηριότητα: τα πάντα υπό κατάρρευση. Η μεγάλη διαφορά με το 2011 είναι πως ο τότε πρωθυπουργός συνέχισε να παίρνει τα μικρά μεταρρυθμιστικά μέτρα που άντεχε η παράταξή του, μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή τοποθετήθηκε από τη μεριά της σωτηρίας. Σήμερα, η κυβέρνηση από πολιτική ιδιοτέλεια επιλέγει μια κατάσταση ρήξης και παραταξιακής πολιτικής σωτηρίας.

Η μόνη διέξοδος προς όφελος των πολιτών είναι η αναγνώριση της πραγματικότητας του θανάτου του μνημονίου Τσίπρα και της ενεργού διαπραγμάτευσης ενός νέου μνημονίου, το συντομότερο δυνατόν – ξεκινώντας με τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα του τρίτου προγράμματος στήριξης. Με δεσμεύσεις «ιδιοκτησίας» του προγράμματος, με δεσμεύσεις των πολιτικών δυνάμεων, με μέτρα αναστροφής της καταστροφικής διάβρωσης της οικονομίας. Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση αλληλοκατηγορούνται για το ποιος φέρνει ή ποιος θέλει το τέταρτο μνημόνιο – το δε ακκιζόμενο ως μεταρρυθμιστικό Kέντρο ασχολείται με τις αλλαγές σαν να είναι δεδομένη η σωτηρία.

Είναι σαφές πως η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν θέλει να αντιμετωπίσει τα επίχειρα του πολιτικού παραλογισμού από τον Ιανουάριο 2015. Η αλλαγή της ατζέντας από την αντιπολίτευση είναι η μόνη χρήσιμη πολιτική. Η «φυγή προς τα μπρος» με το σκαρίφημα του πλάνου σωτηρίας, με την πολιτική πίεση για εκλογές. Εκλογές με τα πραγματικά διλήμματα, όχι τα διχαστικά που ανακυκλώνουν την κρίση. Ας μετρηθούν όλοι μπροστά στις ιστορικές ευθύνες. Η σταδιακή αποσάθρωση της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού πρέπει να σταματήσει. Ας θυμηθούν τι έγινε το 2011.