Κυριακή Απόγευμα στον Μόλο | dete

Κυριακή Απόγευμα στον Μόλο

Toυ Θανάση Κούστα

Κυριακή απόγευμα, τέλος Ιουλίου αρχές του 1960, η Πάτρα έβραζε κι εμείς περιμέναμε να πέσει ο ήλιος, λίγο πριν χαθεί πίσω από την Βαράσοβα.

Ακολουθώντας τη γνωστή διαδρομή, κατεβήκαμε την Αγίου Νικολάου και φτάσαμε μέχρι τον φάρο, όπου ήταν η εξέδρα του καφενείου. Το καφενείο του φάρου ήταν ένα πανέμορφο κτίσμα, που είχε ολόγυρα κάγκελα και θάλασσα. Ακριβώς δίπλα εκείνο το απόγευμα έπλεε αργά αργά ένα μεγάλο καράβι. Εντυπωσιακό και φωταγωγημένο, χάιδευε τα ήρεμα νερά μέχρι να χαθεί έξω από τον κυματοθραύστη.

Οι μεγάλοι έπιναν τον καφέ ή το ουζάκι τους, με μεζέ παστωμένο ψαράκι περιποιημένο, που ετοίμαζε ο κυρ Γιάννης ο Λιόπετας. Το δικό μου κέρασμα συνήθως ήταν βανίλια υποβρύχιο ή πατατούλες τηγανητές.

Πιο πριν ήταν η βάρκα του Σκαρτσώρα, που έκανε το δρομολόγιο μόλος-κυματοθραύστης για ψαράδες, κολυμβητές, αλλά και για ρομαντικά ζευγαράκια που ήθελαν να απολαύσουν τη θέα της Πάτρας και του κάστρου από τη θάλασσα. Με τη βάρκα του Σκαρτσώρα, αλλά και με άλλες βάρκες, πήγαιναν και κάποιοι τολμηροί ψαροντουφεκάδες, που έκαναν μακροβούτια στην έξω πλευρά του κυματοθραύστη.

Εγώ έκανα βόλτα από τον μόλο έως την Τερψιθέα με το καΐκι του καπετάν Παναγιώτη, που ήταν συγγενής μας. Καθίσματα δεξιά και αριστερά στην κουπαστή και τέντα αποπάνω για τον ήλιο. Τέλος του 1950 - αρχές του 1960, οι Πατρινοί πήγαιναν για μπάνιο και για να πάρουν δροσό, αλλά και να πιούν το ουζάκι τους, στην Τερψιθέα, στα λουτρά της Σταμάτη και στη Ρομάντζα, με το καΐκι.

Σούρουπο με μπουνάτσα, γλίστραγε απαλά το καΐκι, κι εγώ απολάμβανα την Πάτρα μέσα από τη θάλασσα. Τα φώτα της παραλιακής καθρεφτίζονταν στην επιφάνεια και αλλοίωναν την ήρεμη όψη των νερών. Οι μαούνες και οι βάρκες, δεμένες στα βράχια, ξύπναγαν με τα απόνερα του καϊκιού.

Παραλιακός δρόμος δεν υπήρχε, και η μοναδική γραμμή λεωφορείου ήταν Σύνορα-Τερψιθέα με εισιτήριο 1 δραχμή και 3 δεκάρες μέχρι το στάδιο της Παναχαϊκής, και 2 δραχμές μέχρι την Τερψιθέα (στα λουτρά της Σταμάτη). Από εκεί συνέχιζε για Ρομάντζα, Καβούρι και πλαζ.

Είχαμε πάει κι εμείς με το λεωφορείο στη Ρομάντζα για μπάνιο. Το λεωφορείο, μάρκας DAF, είχε εσωτερικά τη μηχανή, δίπλα στον οδηγό, καλυμμένη με χοντρό σκούρο καφέ καπιτονέ δέρμα. Κι επειδή μου άρεσε να κάθομαι πάνω της, με την πρώτη ευκαιρία πλησίαζα μπροστά και θρονιαζόμουνα. Βέβαια, επίσης προνομιούχα θέση ήταν και το μονό κάθισμα στην απέναντι πλευρά από τον οδηγό. Στα πλαϊνά το λεωφορείο είχε πινακίδες όπως: «κρατείσθε από τας χειρολαβάς», «απαγορεύεται το καπνίζειν» και «μην ομιλείτε στον οδηγό». Ο εισπράκτορας στο στασίδι του είχε ένα χοντρό μικρόφωνο, το πακέτο με τα εισιτήρια και μια περίεργη κερματοθήκη.

Στη διαδρομή με το καΐκι έβλεπα μια υπέροχη εικόνα, την παραλία της Πάτρας από τη θάλασσα. Μέχρι τους μύλους του Τριάντη, μπροστά υπήρχαν μαούνες στη σειρά και οι ογκόλιθοι από τα ημιτελή έργα επέκτασης του λιμανιού. Δίπλα μικρά καρνάγια για ψαρόβαρκες και καΐκια. Τους μύλους του Τριάντη τότε τους έλεγαν μύλους Αγίου Γεωργίου.

Στη συνέχεια ήταν η Γλυφάδα. Στη σειρά ήταν τα μαγαζιά του Σαραντίδη (ή Μεμέτη), του Βαζούρα, του Μέμου του Λυγερού και του Ζαφειράκου, που οι καρέκλες τους έφταναν ως την άκρη στα βράχια. Το πιο ονομαστό λαϊκό μαγαζί ήταν του Σαραντίδη, που έφερνε μεγάλα ονόματα, όπως Τσιτσάνης, Μπέλλου, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Παπαϊωάννου κ.ά., ενώ από εκεί πέρασαν και πολλοί μουσικοί της Πάτρας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα μαγαζιά αυτά σταδιακά μεταφέρθηκαν, γιατί στην περιοχή εγκαταστάθηκαν τα εργοτάξια για την κατασκευή του νέου λιμανιού. Τα επιβατηγά πλοία μεγάλωναν, τα δρομολόγια πύκνωναν και οι απαιτήσεις για νέες λιμενικές εγκαταστάσεις είχαν γίνει επιτακτικές.

Μόλις περνάγαμε το εγκαταλειμμένο κτίριο του ΖΥΘΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ Ο ΦΛΟΙΣΒΟΣ, φαίνονταν κάποιες επαύλεις και ερειπωμένα κτίρια ανάμεσα σε καλαμιές και δέντρα, από πίσω δε διακρίνονταν τα εργοστάσια της 5Ε και του Μάμου με το μεγάλο φουγάρο.

Στην επιστροφή, πιάναμε τραπέζι στην αριστερή πλευρά της πλατείας Τριών Συμμάχων, με λεμονάδα ή και γλυκό περγαμόντο. Σε λίγο θα άρχιζε η παράσταση της φιλαρμονικής, της «μουσικής του δήμου» όπως τη λέγαμε, που είχε ανέβει ήδη στην εξέδρα, δίπλα από το πολυγωνικό σιντριβάνι. Στα διπλανά τραπέζια πολλοί έπιναν το ουζάκι τους, με μεζέ τα φυλλαράκια και την καρδιά από μικρές άγριες αγκινάρες, βουτηγμένες στο αλάτι. Ο πλανόδιος πωλητής με το καλαθάκι τις σερβίριζε πάνω σε μικρά κομμάτια χαρτιού, λεπτού σαν τσιγαρόχαρτο, βάζοντας δίπλα και λίγο ψιλό αλάτι.

Η συναυλία κόντευε να αρχίσει, καθώς οι μουσικοί με τις όμορφες στολές τους, με τα σιρίτια και τις επωμίδες, κούρντιζαν τα όργανα και οι ακροατές είχαν καταλάβει όλες τις θέσεις.

Ο μαέστρος Θεόφιλος Κάββουρας ανέβαινε σε ένα μικρό παταράκι, από όπου σκορπούσε μελωδίες από κλασικά μουσικά έργα που είχε ετοιμάσει. Η μουσική του δήμου είχε αγκαλιαστεί και αγαπηθεί από τους Πατρινούς. Τους συνόδευε στις στρατιωτικές παρελάσεις, στις λιτανείες, στους επιταφίους αλλά και στις καρναβαλικές παρελάσεις, που σημαίνει ότι είχε και διαφορετικές στολές, ανάλογα με την περίσταση.

Ο μαέστρος Κάββουρας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και τον θαύμαζαν, γιατί ζούσε με ένταση την κάθε στιγμή στο πόντιουμ.

Με αδημονία περιμέναμε να παρουσιάσει τα έργα που είχε γράψει ο ίδιος, πράγμα που έκανε συνήθως προς το τέλος της συναυλίας. Το θριαμβευτικό εμβατήριο «corpus domini», το «μπουρμπούλι» και το «ποτ πουρί», με το οποίο συνήθως έκλεινε, ενθουσίαζαν τον κόσμο. Επίσης αγαπημένο του φινάλε ήταν και η «Αΐντα» του Βέρντι, που την ολοκλήρωνε με τη συνοδεία του κόσμου. Χωρίς παρτιτούρα, παθιαζόταν από την αρχή μέχρι το τέλος, όμως στο «Allegro non tropo» πρέπει να είχε ιδιαίτερη αδυναμία, καθώς παράσερνε τον κόσμο με το πάθος και το νεύρο του. Και το ακροατήριο συνόδευε με ενθουσιασμό και παλαμάκια.

Το καλοκαίρι, γίνονταν στον μόλο κολυμβητικοί αγώνες, τα «Μαραγκοπούλεια», και για τον λόγο αυτό τοποθετούσαν στην αρχή του μόλου ξύλινες εξέδρες.

«Ο Ναυτικός Όμιλος Πατρών μνήμων των μεγίστων υπηρεσιών, ας προσέφερε προς την αθλουμένην νεότητα ο αείδημος επί σειράν ετών Πρόεδρος αυτού Βασίλειος Γ. Μαραγκόπουλος, καθιέρωσεν από του 1947 εγκρίσει της Ελλληνικής Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Φιλάθλων ετήσιους κολυμβητικούς αγώνες ΠΑΙΔΩΝ-ΕΦΗΒΩΝ-ΚΟΡΑΣΙΔΩΝ μεταξύ όλων των κολυμβητικών και Ναυτικών Σωματείων της χώρας μας.»

Μου άρεσαν πολύ οι κολυμβητικοί αγώνες και έπιανα από νωρίς στασίδι μαζί με τον αδερφό μου. Όταν τελείωναν οι αγώνες, τρέχαμε να πιάσουμε σειρά στη βρύση του μόλου, γιατί από τον πασατέμπο και την απογευματινή ζέστη, είχαμε... κορακιάσει!

Στο τέλος, βέβαια, και πριν την επιστροφή στο σπίτι, ήταν απαραίτητο ένα κέρασμα. Συνήθως, αυτό ήταν λουκουμάδες με κανέλλα ή μπουγάτσα στο ζαχαροπλαστείο του Ζήκου στην Αγίου Νικολάου.

 

πό τη στήλη Ιστορίες Χωρίς Τίτλο της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)