ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Στο 10ο Δημοτικό Του Καρανικολού… με τα πρωτοβρόχια

30.09.2020 / 9:16
Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print
koustas-4-1

Του Θανάση Κούστα

Κάθε Σεπτέμβρη που ξεκινούν τα πρωτοβρόχια και αρχίζουν τα μπουμπουνητά και τα αστροπελέκια, μου έρχεται  στην μνήμη, η Πάτρα της δεκαετίας του ’60, οι ήχοι και οι μυρωδιές της φρέσκιας βροχής και το ξεκίνημα της χρονιάς στου Καρανικολού.

Τον Σεπτέμβριο του 1961 γράφτηκα στην πρώτη Δημοτικού. Το 10ο δημοτικό σχολείο ήταν στην Κορίνθου, μεταξύ Κανάρη και Μιαούλη, και το έλεγαν και Καρανικολού, σήμερα Διακίδειο. Εκεί έμαθα τα πρώτα γράμματα με το Αλφαβητάρι της πρώτης Δημοτικού που ήταν το πρώτο  μου βιβλίο και το πρώτο βιβλίο μιας ολόκληρης γενιάς. Πρωτοεκδόθηκε το 1955 από τον Οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων. Η εκτυπωτική και βιβλιοδετική εργασία είχε γίνει από τον κορυφαίο στα χρόνια εκείνα εκδοτικό οργανισμό Μ. Πεχλιβανίδης και Σία, που είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με τα περιοδικά Γέλιο και Χαρά και Κλασσικά Εικονογραφημένα. Το βιβλίο χρησιμοποιήθηκε στα σχολεία μέχρι το 1978, οπότε αποσύρθηκε και αντικαταστάθηκε από άλλα βιβλία. Και έτσι, η Λόλα, ο Μίμης, η Άννα και η Έλλη άφησαν τις σελίδες του αλφαβητάριου και χάθηκαν μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Δεν είχαν άλλωστε τίποτα πια να πουν και τίποτα να δώσουν στις νέες γενιές των εξάχρονων, που δεν θα ζούσαν πλέον τη γαλήνη της αυλής, την ένταση του χωματόδρομου, τον πόνο του γρατζουνισμένου γόνατου και το λαχάνιασμα του πιλαλητού στους άδειους δρόμους.

Μαζί με τα πρώτα γράμματα κατάλαβα ότι έχω να αντιμετωπίσω δύο θέματα. Το ένα ήταν η μυωπία και έτσι άρχισε η μακροχρόνια σχέση μου με τον κυρ Αντώνη τον Καραμούζη, που είχε από το 1959 το κατάστημα με τα οπτικά στη Μαιζώνος. Το άλλο, ότι ήμουν αριστερόχειρας, κάτι που η δασκάλα δεν επέτρεπε στην τάξη της. Έτσι, βάλθηκε να το διορθώσει. Στο τετράδιο της καλλιγραφίας έπρεπε να γράφω υποχρεωτικά με το καλό χεράκι, έστω και αν έκανα καλικαντζαράκια και μουτζούρες, όπως μου έλεγε. Έτσι, σιγά σιγά έμαθα να γράφω με το δεξί και όλα τα υπόλοιπα να τα κάνω με το αριστερό.                                                                   

Η πρώτη επίσκεψη στον μαγικό κόσμο του βιβλιοπωλείου έγινε στου Καγιάφα, στην Ερμού. Η αγορά ξεκίνησε με το κοντύλι και την πλάκα, μετά μολύβι faber με γόμα στο πίσω μέρος, ξύστρα, γομολάστιχα και κασετίνα ξύλινη συρταρωτή και βέβαια τα τετράδια για την καλλιγραφία, την ορθογραφία και την αριθμητική.  Τα βιβλία και τα τετράδια, σύμφωνα με τις οδηγίες της δασκάλας, που έκανε πράξη τις εγκυκλίους του Υπουργείου, έπρεπε να ντυθούν όλα με μπλε κόλλες της χαρτοποιίας Λαδόπουλου. Έτσι, και σίγουρη κατανάλωση είχαμε και κρατικό προστατευτισμό, καθώς ήταν αδιανόητη και αιτία τιμωρίας η μη συμμόρφωση με τις οδηγίες. Και μαζί με το χαρτί αυξανόταν και η κατανάλωση στο αλεύρι, καθώς η χρήση της αλευρόκολλας ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του αποτελέσματος. Τέλος, η ετικέτα, που έπρεπε να γραφτεί από κάποιον μεγάλο, γιατί απαιτούσε ιδιαίτερη επιμέλεια:

«Τετράδιον καλλιγραφίας

του μαθητή της Α’ Δημοτικού Αθανασίου Κούστα

Σχολικόν έτος 1961-1962».

Το σχολείο είχε έναν μεγάλο φαρδύ διάδρομο και στο βάθος ήταν η αυλή, όπου τα μεγαλύτερα παιδιά έπαιζαν στο διάλειμμα αμπάριζα. Καθώς όμως είχα το προνόμιο να έχω αδερφό μεγαλύτερο, συμμετείχα κι εγώ στα παιχνίδια, έστω και βοηθητικός, δηλαδή έκανα το «πουλί». Κλέφτες κι αστυνόμοι και αργότερα γιαλένια με μπάζο μεγάλο γαλατά και χαρτάκια με τις σημαίες των κρατών και τις εθνικές τους ενδυμασίες.

Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς άρχιζαν και τα πρωτοβρόχια. Όταν στην Πάτρα ξεκίναγαν οι βροχές, δεν σταμάταγαν με τίποτα και αραίωναν μετά τ’ Αγιαντρεός, που «αντριεύει ο καιρός», ώσπου το κρύο δυνάμωνε στα Νικολοβάρβαρα. Τότε άρχιζε το τσουχτερό κρύο, λόγω της υγρασίας, που απαιτούσε καλό μπαμπούλωμα σε κάθε έξοδο από το σπίτι. Έτσι, καθημερινά σχεδόν, έπρεπε να φοράω το αδιάβροχο και τις γαλότσες και να πηγαίνω τοίχο τοίχο για το σχολείο, όταν τα σκοτεινά πρωινά κατέβαινα την Κανάρη, που δεν είχε στοές. Όταν θύμωνε και μαύριζε η παλιοβούνα, σκοτείνιαζε ο ουρανός κι έφερνε την μπόρα… τότε ποτάμι γινόταν η Γούναρη και γέμιζε λούμπες η Κανάρη. Και μετά άρχιζε το τσουρ-τσουρ, όπως έλεγαν οι Πατρινοί την συνεχή και σιγανή βροχή. Ο ήχος  στις λαμαρίνες και τα λούκια δύσκολα ξεχνιέται, καθώς μας συντρόφευε ακόμη και τα βράδια . Όταν δε έριχνε κουρκουσάλι, συχνό φαινόμενο, τότε τα πράγματα δυσκόλευαν και πιλάλαγα γρήγορα για να μπω κάτω από τις στοές της Κορίνθου, όπου ήταν το σχολείο μου. Το τσουρ-τσουρ μας έκανε παρέα όταν από σκοτείνιαζε από νωρίς μαζευόμαστε στο μεγάλο τραπέζι και απλώναμε τα σύνεργα της χαρτοκοπτικής και τα εργαλεία της ξυλοκοπτικής με την σέγα που είχε εκείνο το άτιμο πριονάκι που συνεχώς κοβόταν και το τρυπανάκι που μας χάριζε την υπέροχη μυρωδιά του καμένου κοντραπλακέ. Και με το χαμηλό φως οργανώναμε τις ξεπατικοτούρες με το καρμπόν για την πρόοδο του έργου.

Όταν έφτιαχνε ο καιρός, μας πήγαιναν εκδρομή κάτω από τον Αγιαντρέα, στο καφενείο του Βουρνά. Το καφενείο αυτό, που είχε μια μεγάλη ταμπέλα που έγραφε «ΖΥΘΟΣ ΜΑΜΟΣ», ήταν από τα αγαπημένα μου μέρη στην Πάτρα με το λουκουμάκι, την βανίλια υποβρύχιο και τις πατάτες τηγανιτές με την μουστάρδα.

Επίσης, μας πήγαιναν συχνά στη Διακίδειο για ομιλίες, κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου. Στον χώρο αυτό κάθε Κυριακή κάναμε και κατηχητικό. Είχαμε σημειωματάρια, στα οποία κάθε βδομάδα συμπληρώναμε το «δίδαγμα» και το «ρητόν» και για την επιμέλειά μας φεύγαμε με μία χάρτινη εικονίτσα, που απεικόνιζε συνήθως παραστάσεις από τα Ευαγγέλια.

Όλα αυτά μου θύμισε η χθεσινή βροχή κι ένας Σεπτέμβρης που μας αποχαιρετά, βροχερός, περίεργος, αρρωστημένος και φθονερός που  δεν έχει καμία σχέση με εκείνο τον Σεπτέμβρη της χαμένης αθωότητας.

(απο εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη)

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα