ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Μνήμες από Αθήνα και Πάτρα, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Μνήμες από Αθήνα και Πάτρα, στα μέσα της δεκαετίας του 1960

Του Θανάση Κούστα

Τον χειμώνα του 1965 είχαμε  τον παραδοσιακό γαλατά που το πρωί νωρίς εμφανιζόταν με ένα τρίκυκλο ποδήλατο με καλάθι που μέσα είχε δύο καρδάρες φρέσκο γάλα. Ήδη πάλευε  η παραδοσιακή οικονομία  με την μαζική παραγωγή και την καινοτομία. Κι έτσι οι “ΕΒΓΕΣ” φύτρωναν σαν μανιτάρια σε κάθε γειτονιά και επικράτησαν, σταδιακά δε μειώθηκαν και τα βοσκοτόπια, έγιναν λεωφόροι, πολυώροφα κτίρια και πολυκατοικίες. Οι τσοπάνηδες που είχαν πουλήσει τα καταπατημένα  βοσκοτόπια επένδυσαν σε διαμερίσματα, έγιναν «ραντιέρηδες» και ένας εξ αυτών έστησε οικοδομική επιχείρηση που σήκωνε ομοιόμορφες πολυκατοικίες στο Κουκάκι. Αυτοί όλοι άλλαξαν τρόπο ζωής και από τότε δεν ξανάγινε το ετήσιο αντάμωμα και γλέντι τους που γινόταν κάθε Καθαρή Δευτέρα, στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η καινοτομία στα τρόφιμα ήταν ραγδαία και καθώς στην Αθήνα έπρεπε να καλυφθούν καταναλωτικές ανάγκες, φαινόταν άμεσα, όπως έγινε και με το πρατήριο της ΒΟΚΤΑΣ που άνοιξε στην πλατεία Βεϊκου με νωπά κοτόπουλα. Και έτσι τα κοτόπουλα μπήκαν εύκολα στο κάθε σπίτι, χωρίς κακαρίσματα, κοτσιλιές, μαδήματα, ζεματίσματα και σφαξίματα.

Ο γαλατάς της ΕΒΓΑ με το τρίκυκλο ήταν Λευκαδίτης. Όπως Καλαματιανός ήταν ο λαδέμπορος που είχε μεγάλες λίμπες με βρυσάκια στην Βείκου γωνία με Τούσα Μπότσαρη, από την Λειβαδιά ο Αχιλλέας που είχε ψησταριά με σουβλάκια και γύρο στην Γεωργίου Ολυμπίου και λίγο πιο πάνω ο φούρναρης ο Ντότσικας με καταγωγή  από τα Γιάννενα. Το πιο εντυπωσιακό ήταν το επιπλοποιείο του «Ρεμεσιέρη». Ρεμεσιέρηδες,  λέγανε τους Κερκυραίους επιπλοποιούς και προφανώς η λέξη προέρχεται από το ‘Rimesso” που στα Ιταλικά σημαίνει ξύλινη επένδυση επίπλου με κομμάτια έγχρωμου ξύλου μικρού πάχους. Η τέχνη του επιπλοποιού ήταν πολύ ανεπτυγμένη στα Επτάνησα και για τον λόγο αυτό ένα μέρος της ορολογίας της τέχνης του επίπλου έχει Ιταλική προέλευση όπως καβίλια, τραβέρσα, κομοδίνο, ροτόντα, τελάρο κ.α., λόγω της μακρόχρονης παρουσίας των Ενετών στα νησιά. Αντίθετα στην υπόλοιπη Ελλάδα που βρισκόταν υπό την κατοχή των Τούρκων και αναπτύχθηκε η οικοδομική τέχνη σε επίπεδο επιστήμης, επικράτησε η τεχνική ορολογία κυρίως από Τούρκικες λέξεις, όπως σοβάς, ταβάνι, ντουβάρι, ντερές, πρέκι, περβάζι, μπατανάς κ.α.

Ήταν και η κυρία Μαρία που ήταν ανύπαντρη-βέρα Κουκακιώτισα όπως έλεγαν οι μεγάλοι-  έμενε μόνη σε ένα τριώροφο αρχοντικό και ήταν βαθμοφόρος του Ερυθρού Σταυρού. Έτσι σε κάθε ευκαιρία αλλά και σε καθημερινές, φόραγε την μπλε στολή της που ήταν γεμάτη παράσημα κι έκανε βόλτες στους κεντρικούς δρόμους. Φόραγε χοντρά γυαλιά και είχε προγούλια και μεγάλα βυζιά κι έβαζε ένα βαρύ παλιομοδίτικο πατσουλί  που την ακολουθούσε παντού. Στην βόλτα καμάρωνε σαν κύκνος, όπως έλεγε η περιπτερού στην Δράκου και δεν έδινε σημασία στα γέλια, καθώς περίμενε ακόμη την πρόταση γάμου που είχε καθυστερήσει επικίνδυνα.

Εκείνη την εποχή είχαμε μια περίεργη σχέση με τον Ερυθρό Σταυρό., καθώς κάθε μήνα έπρεπε να αγοράζουμε το περιοδικό του Ερυθρού Σταυρού και έπειτα είχαμε συχνές επισκέψεις κλιμακίων  στο σχολείο, που μας μοίραζαν κίτρινο τυρί και γάλα σκόνη, προφανώς από περισσεύματα της επισιτιστικής βοήθειας, της UNRRA, για τα θύματα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Βασικά όμως, κάθε ημέρα ακούγαμε από το ράδιο την εκπομπή «Αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού» που διάφοροι έψαχναν για τους συγγενείς από την εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής και δώθε. Είχαμε κι άλλες ραδιοφωνικές εκπομπές που τις ακούγαμε για να περνάει η ώρα όπως και η «οδηγίες προς ναυτιλλομένους» αλλά και άλλες που είχαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, όπως οι πρωϊνές των εταιριών δισκογραφίας COLUMBIA, HIS MASTER VOICE και PARLOPHONE. Κι ανάμεσα τους, σχεδόν όλη την ημέρα ακούγαμε την διαφήμιση του TIDE, η νέα «θαυματουργή σκόνη που δεν αφήνει γάριασμα στα ρούχα». Και μαζί με αυτή, γινόταν διαφημιστική ραδιοφωνική πολιορκία για τις σκούπες Χούβερ, τις σοκολάτες ΙΟΝ, το ζαμπονάκι Ζβάν, το άνθος αραβοσίτου Γιώτης και τις οδοντόκρεμες Κολυνός και Μπινάκα. Και βέβαια το είχαμε εμπεδώσει πως «Γάμος σημαίνει μπομπονιέρα και μπομπονιέρα σημαίνει Εξαρχόπουλος».

Ο γάμος ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση και έτσι όπως και στην Πάτρα ακριβώς το ίδιο αντιμετωπιζόταν και στην γειτονιά μας. Η αρραβωνιασμένη που είχε πάρει σειρά για γάμο είχε τουπέ, όπως η Ελευθερία, κόρη του κυρ Τάσου (με το προσωνύμιο «Μάνσον»), που είχε το μανάβικο στην πλατεία. Είχε πάει στα καλλιστεία που γίνονταν στα «ΑΣΤΕΡΙΑ» της Γλυφάδας και είχε πάρει κάποιο τίτλο. Και έτσι η Ελευθερία έμαθε να περπατάει καμαρωτή και να ντύνεται προκλητικά . Και  με το στενό της φόρεμα που τόνιζε τις χάρες της και τις λευκές γόβες στιλέτο, καβάλαγε πλαγιαστά τη σιέλ βέσπα του αρραβωνιαρη και κατηφόριζε την Μπότσαρη με προορισμό τις παραλίες του παλαιού Φαλήρου και του Ζέφυρου.

Είχαμε και στην Πάτρα τον Φωτάκια η «Μπεεε…» που κυνήγαγε τις γυναίκες και όταν του γυάλιζε κάποια, τότε  με την μαγκούρα του κοπάναγε τις σιδερένιες κολώνες κάνοντας θόρυβο και παρίστανε ότι βελάζει,  φωνάζοντας «Μπεεεε».  Στην Πάτρα,  στους κεντρικούς δρόμους που πέρναγε ο Μπεεε, οι ρυθμοί ήταν αργοί και οι μαγαζάτορες που ήταν στις πόρτες των μαγαζιών έψαχναν την ευκαιρία για καζούρα  και καλαμπούρι. Ο «Μπεεε» έλεγε και ποιήματα με την αντίστοιχη προσταγή των Πατρινών που τα είχαν αριθμήσει και αυτός δεν είχε σταματημό.

Και του φώναζαν δυνατά … ΕΝΑ. Κι αυτός απαντούσε

«έλα κόρη μου σ’εμένα και με τα βρακιά λυμένα» και μετά συνέχιζαν δύο, τρία… μέχρι το δώδεκα, μ αντίστοιχα στιχάκια από των Φωτάκια ιδίου περιεχομένου.

Η Πάτρα, συνέχιζε να συντηρεί τους τύπους αυτούς,  οι καταστηματάρχες διασκέδαζαν, ο Μπεεε έβγαζε το χαρτζιλίκι του κι φεύγοντας για να συνεχίσει σε άλλη περιοχή του κέντρου, φώναζε δυνατά «Ασπασίααααα…» και αν κάποια γυναίκα έκανε το λάθος να γυρίσει να δει ποιος φωνάζει, τότε αυτός της έλεγε «Η π….  μου κι ο κ…..  σου επιάσανε φιλία», αυτή έφευγε τρέχοντας ντροπιασμένη και η μαρίδα που ακολουθούσε βάραγε παλαμάκια.

Η βόλτα του ξεκίναγε από την παραλία και η μεγάλη καζούρα γινότανε όταν πέρναγε από τα καρνάγια του Μπουκουβάλα και του Πούλου στην χαβούζα, καθώς τα χαμίνια και οι μπαμπότηδες έτρεχαν από πίσω του και άναβαν φωτιά στο κοφίνια που μονίμως κρατούσε στα χέρια του.

(από εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη)