ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Είμαι αϊτός χωρίς φτερά… και η «γριά» της νιότης μας | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Είμαι αϊτός χωρίς φτερά… και η «γριά» της νιότης μας

Του Θανάση Κούστα

Λοιπόν το λέω για εμάς….. που γεννηθήκαμε την δεκαετία του 1950 και προλάβαμε την ανέχεια και την φτώχεια να κατέχει μεγάλο μερίδιο στην κοινωνία. Και μεγαλώσαμε με εικόνες, αφηγήσεις, επιρροές και ερεθίσματα μιας κοινωνίας που πέρναγε σταδιακά σε μιαν άλλη εποχή. Εμείς που ακούσαμε και τραγουδήσαμε το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι. Και αυτά που θα πω, είναι φανερό πως μόνο εμάς αφορούν και κανένα άλλο.

Εμάς που μάθαμε να σηκωνόμαστε με σφιχτά χείλη και κλειστά μάτια, να απλώνουμε τα χέρια και να χορεύουμε ζεϊμπέκικο………

«Το τελευταίο βράδυ μου απόψε το περνάω
κι όσοι με πίκραναν πολύ τώρα που φεύγω απ' τη ζωή

όλους τους συγχωρνάω…»

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που έγραψε τους στίχους αυτού του εμβληματικού λαϊκού τραγουδιού, διηγείται:

«… Βλέπετε τον Έλληνα και μερακλώνεται και σηκώνεται και χορεύει ζεϊμπέκικο! Ας είναι και βιομήχανος! Δεν λέω τον σνομπ, αλλά τον άλλο, που παθιάζεται και στριφογυρίζει, ζώντας εκείνη τη στιγμή τους πόθους του και τα όνειρά του. Τραγουδά και χορεύει τις λύπες του και τις χαρές του, βαλσαμώνει τον πόνο του, μεταμορφώνει σε ήχους τους χτύπους της καρδιάς του... Το λαϊκό μας τραγούδι ξεπήδησε από μια ανάγκη, γι αυτό είναι αληθινό, γι’ αυτό εξελίχτηκε. Πρέπει, όμως, ν’ αδειάσεις ψυχή και πνεύμα για να το πιάσεις. Πρέπει να ζυμωθείς με το λαό, να ζήσεις τους καημούς του. Γράφεται πρώτα με την καρδιά και το συναίσθημα και ύστερα με τεχνική. Κι έτσι μόνο μας αναστατώνει, μας βάζει σε κίνηση, μας προβληματίζει.».

«Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή
σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή»

«Μέσα σ’ αυτό το τραγούδι ένιωσα, για πρώτη φορά, την οδύνη σαν χάνεις μια αγαπημένη ύπαρξη κι ύστερα μένεις μόνη. Σ’ αυτούς τους στίχους έχω κλεισμένη όλη μου τη ζωή ή μάλλον τη ζωή της ζωής μου: Την κόρη μου, τη Μαίρη Λαϊδου».  Το 1960 πέθανε η πρωτότοκη κόρη της, Μαρία. Για να αντέξει τον χαμό έγραψε το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το έριξε στα χαρτιά. Έπαθε εμμονή με την τράπουλα. Άρχισε να παίζει όπου έβρισκε. Σε καφενεία, σε λέσχες, σε καταγώγια. Όχι κουμ-καν «αυτό το παίζουν οι ανιαρές κωλόγριες» έλεγε. Είχε εθιστεί στην πόκα..

«Εκεί που πάω δεν περνά το δάκρυ και ο πόνος
τα βάσανα και οι καημοί εδώ θα μείνουν στη ζωή
κι εγώ θα φύγω μόνος»

Οι στίχοι γράφτηκαν μονομιάς, μέσα σε 5 λεπτά. Αναρωτιόταν όμως σε ποιόν θα το δώσει, για να γράψει τη μουσική. Εκείνη την ώρα χτυπά το τηλέφωνο. Στην άλλη γραμμή ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Το έδωσε σε αυτόν.

«Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή
σαν λουλούδι κάποιο χέρι
θα μας κόψει την αυγή».

Εκρηκτικό πράγματι το μίγμα Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και Στέλιος Καζαντζίδης…. Ποιος από την γενιά μου δεν έχει τραγουδήσει η δεν έχει χορέψει με αυτό το τραγούδι, με στίχους που είναι βαθειά φιλοσοφημένοι και διηγούνται με λίγα και απλά λόγια την… ζωή μας όλη.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου η «γριά» όπως την λέγανε ήταν από μόνη της,  ένα σημαντικό κεφάλαιο του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Αλλοτινές μου εποχές, Αν είναι η αγάπη έγκλημα, Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά, Αργά είναι πια αργά, Η  διπρόσωπη, Ηλιοβασιλέματα, Λάθος το δρόμο πήραμε, Μου σπάσανε το μπαγλαμά, Όνειρο απατηλό, Πετραδάκι-πετραδάκι, Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα, Ρίχ’ τε στο γιαλί φαρμάκι,  με κορυφαίο το τραγούδι που όλοι έχουμε αγαπήσει και οι περισσότεροι χορέψει

 

«Σαν τον αετό είχα φτερά  και πέταγα  πολύ ψηλά

μα ένα χέρι λατρεμένο ένα χέρι λατρευτό

μου τα κόβει τα φτερά μου για να μη ψηλά πετώ»

 

Ήτανε χειμώνας του 1973, που με τον Μίλτο και τον Λάκη, τους συμφοιτητές μου από την Λάρισα,  βρεθήκαμε στο ταβερνάκι στην Καισαριανή που πάνω στον πάγκο είχε το μεγάλο πικάπ. Το δάπεδο, δυό σκαλιά πιο κάτω από τον δρόμο, σκέτο τσιμέντο στρωμένο με ψάθα…. Το κρασί ρετσίνα κεχριμπάρι από το Μαρκόπουλο και τα λόγια της Ευτυχίας θεϊκά. Σηκώθηκα, έσμιξα τις φτέρνες, κατεβασμένα τα χέρια και τα μάτια κλειστά.

 

«Ειμ’ αϊτός χωρίς φτερά χωρίς αγάπη και χαρά χωρίς αγάπη και χαρά

είμ’ αιτός χωρίς φτερά».

 

Η πρώτη στροφή ήταν δικιά μου, χτύπησα στο τσιμέντο το πόδι, ήμουνα μόνος, ήθελα να είμαι μόνος, τα λόγια του τραγουδιού ήταν βάλσαμο στα αυτιά μας. Είχαμε χάσει φίλους με την υποχρεωτική στράτευση που το καθεστώς της δικτατορίας επέβαλε σαν τιμωρητικό μέτρο, σε όσους οι σπιούνοι που είχαν εισχωρήσει στις σχολές, κατέδιδαν. Και εισπράτταμε τα λόγια σαν αντίδραση, γι αυτό έβγαιναν από τα στήθια με αναστεναγμό. Λοιπόν χορεύεις το ζεϊμπέκικο, όταν τα λόγια σε χτυπάν και βγαίνουν από καρδιάς, κι έτσι….

 

«Το χέρι αυτό το λατρεμένο το χέρι αυτό το λατρευτό

μες στην ζωή θα τ’ αγαπώ

ότι και να μου ‘χει κάνει όλα του τα συγχωρώ με φτερούγες τσακισμένες

πάντα εγώ θα τ΄ αγαπώ».

 

Ο Μίλτος ήθελε να σηκωθεί αλλά ντρεπόταν, του έκανα νόημα, ήλθε κοντά μου και άρχισε άγαρμπα να στροβιλίζεται… Μετά ένα μήνα του έκοψαν βιαίως την αναβολή και βρέθηκε σε τάγμα εθνοφυλακής στην Ορεστιάδα, είχε φάκελο μάθαμε μετά και ταλαιπωρήθηκε πολύ με την υγεία του πάνω στα χιονισμένα βουνά, δεν έζησε πολύ κοντά στα τριάντα χρόνια του έφυγε από την ζωή…

 

Ήταν χλωμό ήταν γλυκό παράπονο

Ήταν τ’ αγόρι π’ αγαπώ παράπονο

Πίσω απ’ τα μάτια η βροχή τ’ αγόρι μου

Το αγόρι μου έχει σταυρωθεί

Τι έχει και κλαίει το παιδί κανείς δεν βγήκε για να δει

μα το λυπήθηκε η αυγή που πόνεσε τόσο πολύ.

Η Μελίνα Μερκούρη διηγείται:  όταν γυρίζαμε την «Ελλάδα της Μελίνας», ο Ξαρχάκος κι εγώ, πήγαμε στην Ευτυχία, την γριά και της ζητήσαμε να γράψει ένα από τα τραγούδια. Κι αυτό ήτανε «τι έχει κλαίει το παιδί»  η Ευτυχία άκουσε την μελωδία πήρε τα τσιγάρα της και στο πίσω μέρος του πακέτου έγραψε αμέσως τα λόγια. Ήταν ποιήτρια η ευτυχία. Και ήταν χαριτωμένη και ήταν ζεστή και ήταν σαν μια ηλιαχτίδα μέσα στην νύχτα.

(από την εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη)