Η μαλλιαρή της Αναλήψεως, η Ψιλή και ο Παύλος Νιρβάνας | dete

Η μαλλιαρή της Αναλήψεως, η Ψιλή και ο Παύλος Νιρβάνας

Σαράντα ημέρες μετά το Πάσχα εορτάζουμε την Ανάληψη του Χριστού. Κατά την ημέρα της Αναλήψεως, ψάλλεται για τελευταία φορά το «Χριστός Ανέστη» στην Εκκλησία. Η ημέρα της Αναλήψεως θεωρείται ως η πρώτη του καλοκαιριού και έχει συνδεθεί με το πρώτο μας μπάνιο στη θάλασσα. Παλιότερα οι πιστοί, ακόμα κι αν δεν κολυμπούσαν κανονικά στη θάλασσα, συνήθιζαν να βουτούν έστω τα πόδια τους στο νερό. Αφού έκαναν το σταυρό τους μετρούσαν με τις φούχτες τους, 40 κύματα, όσες δηλαδή και οι μέρες που έχουν περάσει από το Πάσχα. Οι γυναίκες συνήθιζαν να παίρνουν μαζί τους μπουκάλια, μέσα στα οποία μάζευαν θαλασσινό νερό «από σαράντα κύματα». Επιστρέφοντας στο σπίτι τους ράντιζαν τα δωμάτια και έλεγαν: «Όπως αναλήφτηκε ο Χριστός, έτσι να αναληφτεί από το σπίτι μας κάθε κακό. N’ αναληφτεί η κακογλωσσιά, η αρρώστια και το κακό μάτι»! Κάποιες γυναίκες μάλιστα κρατούσαν από αυτό το νερό και το χρησιμοποιούσαν όλο το χειμώνα για την πρακτική ιατρική που ασκούσαν σε περιπτώσεις πρηξίματος, δαγκώματος, βασκανίας κ.α.

Της Αναλήψεως όμως, έπιαναν και την μαλλιαρή, μια πέτρα με πράσινα βρύα στην πάνω πλευρά της. Το σημείο τοποθέτησης της πέτρας ήταν συνήθως κάτω από το κρεβάτι! Καθώς την έβαζαν εκεί, έλεγαν τα εξής λόγια: "Όξω ψύλλοι και κοριοί και στα όρη οι ποντικοί μες στο σπίτι μαλλιαρή"

Έτσι κι εμείς, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60, κατεβαίναμε στην Ψιλή, νωρίς νωρίς, για να προλάβουμε καθώς η ακτή της Ψιλής δεν ήταν μεγάλη σε έκταση και ως εκ τούτου, οι μαλλιαρές λίγες.

Μόλις ξεμυτίζαμε από την Κανάρη, στην παραλιακή, πριν τη γραμμή του τρένου, ο δρόμος ήταν ταλαιπωρημένος, γεμάτος βουναλάκια και λακκούβες. Και εμείς ξάφνου βρισκόμασταν ανάμεσα σε διπλόκαρα, που κάνανε ελιγμούς και τρέχανε ασταμάτητα. Ο καροτσέρης όρθιος στην άκρη του κάρου, σαν ακροβάτης, ανέμιζε το καμτσίκι και αγκομάχαγαν τα ιδρωμένα άλογα, για να προλάβει όσο το δυνατόν πιο πολλά δρομολόγια. Τα κάρα είχαν ξύλινες ρόδες με σιδερένιο στεφάνι και έκαναν έναν δαιμονισμένο θόρυβο. Κάπου κάπου, όταν διέσχιζαν τις γραμμές του τρένου, οι ρόδες κολλάγανε στις ράγες και στις λακκούβες, και τότε καροτσέρης και περαστικοί έβαζαν πλάτη για να ξεκολλήσουν τα άλογα και το φορτωμένο κάρο. Κάποιοι καροτσέρηδες, ωστόσο, είχαν εκσυγχρονισθεί με ρόδες από λάστιχο σαν του αυτοκινήτου, ώστε αφενός μεν δεν έκαναν θόρυβο αφετέρου δε αντιμετώπιζαν λιγότερα προβλήματα.

Τα κάρα με τα άλογα σε σειρά περίμεναν το αγώι στην Όθωνος-Αμαλίας, από τη Γούναρη έως την Τριών Συμμάχων. Ο κυρ Αγγελής, που ήταν μακρινός συγγενής μας, είχε δύο γερά άλογα και ο στάβλος ήταν στη Φαβιέρου, πίσω από τον Αϊ-Διονύση. Με το κάρο του μετέφερε κυρίως λιπάσματα, κάρβουνο, στάρι, αλλά και ξυλεία για τον Βασιλόπουλο, τον Δημητρόπουλο και τον Ντόντη. Αρκετά ξυλουργικά εργοστάσια βρίσκονταν στη Γούναρη, στη Ρήγα Φεραίου και στην Αγίου Ανδρέου. Ήταν επίσης του Τασόπουλου, του Κούκου, του Τζούδα και του Πολυχρονόπουλου. Τα πιο πολλά, με την ονομασία Ξυλοσχιστήριο, είχαν ως βασικό αντικείμενο την κατασκευή κιβωτίων (κασελάκια) για τη συσκευασία και εξαγωγή της σταφίδας. Τα προηγούμενα χρόνια χιλιάδες κασελάκια συνόδευαν την κορινθιακή σταφίδα στο μακρύ της ταξίδι και συνάμα ήταν περιζήτητα ως προσάναμμα για τα βρετανικά τζάκια. Τώρα όμως, το 1961, ήδη είχαν αντικατασταθεί από τα χαρτοκιβώτια, με αποτέλεσμα τα κασελάκια να έχουν πλέον μικρό μερίδιο στην αγορά. Και τα ξυλοσχιστήρια άρχισαν να αισθάνονται ήδη τη φθορά που έφερνε η εξέλιξη και οι νέες τεχνολογίες. Τα κάρα μετέφεραν και χαρτόμαζα για τον Λαδόπουλο. Υπήρχαν δύο κατηγορίες: η σκληρή ξυλόπαστα και η μαλακή πάστα πολυτελείας. Το εργοστάσιο είχε πάνω από δέκα κυλίνδρους και παρήγε πολλούς τύπους χαρτιού, όπως στρατσόχαρτο, που έκανε και για πάτους, χασαπόχαρτο (με χρώμα γκρι σκούρο), λαδόχαρτο, λεπτό χαρτί, περγαμηνής, κραφτ και τυπογραφικό. Επίσης, μπλε κόλλες, χαρτί για τετράδια και περιτυλίγματος. Έβγαζε και μια μικρή παρτίδα χαρτί υγείας, που τότε ήταν σε περιορισμένη χρήση, καθώς ακόμη δεν είχε εκτοπίσει την εφημερίδα. Τον Μάρτιο του 1961 η Χαρτοποιία Ε. Γ. Λαδόπουλου «εγκαινίασε την νέα πτέρυγα με δύο συγκροτήματα χαρτοποιητικών μηχανών, έναν ατμολέβητα παραγωγής ατμού και ηλεκτρικού ρεύματος και δύο μηχανικά συγκροτήματα κατασκευής χαρτόσακκων πάσης φύσεως, ραμμένων και κολλητών».                                                       Το κτίριο με τις Γενικές Αποθήκες, που ήταν ακριβώς απέναντι από την Ψιλή, πρέπει να ήταν γεμάτο με ντάνες τομάρια, αποθηκευμένα ως ενέχυρα, γιατί κάθε μέρα βρομοκόπαγε όλη η περιοχή.  Δίπλα ήταν το ουζερί του Ανδρέου, που είχε πελάτες κυρίως μάγκες και κουτσαβάκια του λιμανιού. Στα ουζερί της παραλιακής ήταν μόνιμοι πελάτες οι μουστερήδες και οι μπαμπότηδες.

Εντυπωσιασμένος, το 1920 ο Παύλος Νιρβάνας, όταν αντίκρισε την συγκομιδή της μαλλιαρής πέτρας,  μάς παρέδωσε μια περιγραφή για το τι συνέβαινε τότε: «Καθώς κατέβαινα χθες με το τραμ εις το Φάληρον», έγραφε, «είδα μίαν ανέλπιστην λιτανείαν μέσα εις το κύμα. Γυναίκες, κορίτσια, κοριτσόπουλα, παιδάκια, με τα φουστάνια ανασηκωμένα, με τα πόδια γυμνά, είχαν θαλασσώσει μέχρι του γόνατος κ’ επασπάτευαν εις τα ριχά, κ’ ετριγύριζαν, κ’ επροχωρούσαν, κ’ εξαναγύριζαν κ’ έκαμναν κύκλους, ως να ετελούσαν εκεί μέσα εις τα νερά μίαν μυστικήν και ανεξήγητην ιεροτελεστίαν».

 

Σαν να «ψάρευαν» οι άνθρωποι την τύχη τους. Η «μαλλιαρή πέτρα» τροφοδοτούσε τις λαϊκές σκέψεις, έδινε χαρά σε όσους συμμετείχαν σ’ αυτή την περίεργη ιεροτελεστία και θεωρούνταν γούρι για το σπίτι. Ένα έθιμο που χανόταν στα βάθη των αιώνων και ίσχυε σε πολλούς ελληνικούς τόπους, ιδιαιτέρως δε σε νησιά των Κυκλάδων. Εκεί όπου τα κορίτσια αναζητούσαν την όμορφη πέτρα «καταπράσινη, γεμάτη μούσκλιο» για να τη φέρουν με χαρά στο σπίτι τους. Όλη η διαδικασία φάνταζε σαν να ψάρευαν στις καθαρές ακόμη ακτές οι γυναίκες, τα κοριτσόπουλα και τα παιδιά την τύχη τους. Εξάλλου, πάντα ο λαός αναζητεί σε ανώτερες δυνάμεις την ευτυχία και τις θετικές προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή την ευτυχία προσπαθούσαν να ανακαλύψουν. πασπατεύοντας στα γαλανά νερά, σκύβοντας στο κύμα και ανιχνεύοντας τον αμμόστρωτο βυθό.

(από τη στήλη " Ιστορίες χωρίς τίτλο" της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)