Παρασκευή, 4.12.2020, 1:39 μμ

Η βόλτα και οι εικόνες της οδού Βότση την δεκαετία του 1960, συνεχίζεται….

04.09.2020 / 11:28
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on reddit
Share on email
Share on print
koustas-4

Του Θανάση Κούστα

Σε μια γωνία του χρωματοπωλείου του Πανούτσου, βρίσκονταν σωρό τα ρολά με σύρμα για κατσαρόλες. Τα μαγειρικά σκεύη μαύριζαν από την κάπνα της φουφούς των σπιτιών που είχαν τα παλιά μαγειρεία στις κουζίνες με τις μεγάλες καμινάδες και το σύρμα ήταν απαραίτητο συστατικό της καθημερινότητας.

Όπως και το οινομαγειρείο του Βέρρα, που ήταν απέναντι από το Δημαρχείο. Είχε φουφού με ξύλα και οι κατσαρόλες  ήταν κατάμαυρες, έτσι έκανε μεγάλη κατανάλωση σε σύρμα. Το ήξερα αυτό το μαγαζί, γιατί δίπλα ήταν ένα χαμηλοτάβανο κουρείο, του Νίκου Τομάση, που με πήγαιναν για κούρεμα. Είχε τέσσερα πουλιά σε κλουβιά που το πρωί τα έβγαζε έξω και τους μίλαγε κανονικά. Είχε και μια μεγάλη λουρίδα που ακόνιζε την λεπίδα για το ξύρισμα.

Με έβαζε σε μία σανίδα που είχε τοποθετήσει πάνω στα χερούλια της ξύλινης πολυθρόνας και όταν με κούρευε με εκείνη την απαίσια μηχανή που μου τράβαγε τις τρίχες μέχρι δακρύων, έψελνε το «είδομεν το φως το αληθινόν» και «εί το όνομα Κυρίου», καθώς ήταν πολύ θρησκευάμενος. Τέλος μου έβαζε και κολόνια γαζία που την έφτιαχνε μόνος του.

Ήταν κι αυτός πελάτης του Πανούτσου, γιατί αγόραζε παραφίνη που την αρωμάτιζε και έφτιαχνε μπριγιόλ. Το γυαλιστερό μαλλί και η χωρίστρα ήταν η αντρική μόδα κι έτσι το μπριγιόλ είχε μεγάλη κατανάλωση. Στην απέναντι γωνία ήταν το καφενείο «ο Φίκος» του Παρασκευά που είχε γκαρσόνι τον Τιμόθεο. Είχε περίεργο σουλούπι και βάδισμα με μια κοντή λευκή ποδιά με μεγάλη τσέπη για τα φραγκοδίφραγκα και φώναζε «έλα ο χτύπος… έφτασε» όταν άκουγε το παλαμάκι του πελάτη.

Το καφενείο αυτό είχε θέα στο Μεταγωγών της Χωροφυλακής που ήταν σε ένα παλιό κτίριο με αυλή και σιδερένια πόρτα. Η γειτονιά αυτή ήταν προνομιούχα, διότι οι μαγαζάτορες ήταν οι πρώτοι που μάθαιναν ποιους έπιαναν στην πόλη για μοιχεία, καθώς τους έφερναν στο Μεταγωγών τυλιγμένους σε σεντόνια για την απόδειξη της ενοχής. Εκεί  παρέμεναν μέχρι να υπογράψουν το πρακτικό αποδοχής του αδικήματος ώστε  να τους φέρουν τα ρούχα τους, να γίνει η δικογραφία για παραπομπή σε ακροατήριο και να τους συνοδεύσει ο νωματάρχης μέχρι την Μαιζώνος για το κατευόδιο. Οι εικόνες ήταν σχεδόν ίδιες με την ταινία «η βίλλα των οργίων» με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα (Ζάβαλος…).

Στην άλλη γωνία, ήταν το ηλεκτρολογείο του Τάσου Ράλλη. «Εγκαταστάσεις και επισκευές ηλεκτρικών συσκευών» και για να καλύψει τις ανάγκες της πελατείας, ήταν συνεχώς πάνω στην Lambretta με την οποία έκανε κι επίδειξη ικανοτήτων καθώς κατέβαινε μαζί της τις σκάλες του Γιογκαράκη. Ο Ράλλης είχε συμμετάσχει ως ηλεκτρολόγος – εγκαταστάτης, σε μεγάλα έργα όπως το Δικαστικό Μέγαρο και οι σκάλες της Αγίου Νικολάου

Η τρεμεντίνα η κολοφώνιο, ως βασικό εμπόρευμα του χρωματοπωλείου, ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με ένα παιδικό παιχνίδι που όσο και απλό να ήταν, εμένα μου έκανε μεγάλη εντύπωση αφού το έπαιζαν και μεγάλοι. Ήταν το κοκοράκι, ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που το βασικό του στοιχείο ήταν ένα κύλινδρος από σκληρό χαρτόνι που στην κορυφή του έστεκε με μία εγκοπή  ένα κοκοράκι. Στο κάτω μέρος, στην βάση,  ήταν δεμένος ένας σπάγκος αλειμμένος με τρεμεντίνα.  Όταν σέρναμε τα δάχτυλα στο σπάγκο τραβώντας προς τα κάτω, έκανε ένα θόρυβο σαν κοκοράκι, δηλαδή κο-κο-κο. Τέτοια κοκοράκια πούλαγαν μικροπωλητές, όπως ο Κολύρης αλλά και  ο Παϊζης που είχε ένα τρίτροχο κάρο και είχε μόνιμο στασίδι στην Καραϊσκάκη έξω από το μαγαζί του Σγούρδου με εμπόρευμα κυρίως τσατσάρες, σαπούνια και ξυραφάκια. Ο Παϊζης δούλευε περιστασιακά και στο Λούνα-Παρκ που λειτουργούσε μέσα στον χώρο του ΖΕΝΙΘ στα Ψηλαλώνια. Φώναζε… «όποιος περάσει τον κρίκο στο κεφάλι απ’ το παπί παίρνει δώρο ένα κουτί λουκούμια», καθώς σε μία μικρή λίμνη κολυμπούσαν πλαστικά παπάκια που κουνιόντουσαν συνεχώς και γονάτιζαν όταν έπεφτε ο κρίκος με αποτέλεσμα το εγχείρημα να έχει σχετικές δυσκολίες.

Μια ημέρα καλοκαιρινή, εμφανίστηκε έξω από το μαγαζί του Πανούτσου, ο Συμεών και αμέσως συγκεντρώθηκε όλη η γειτονιά. Κοντόχοντρος, κουρεμένος γουλί, ατημέλητος και βρωμερός αλλά όχι αποκρουστικός, ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μικρών παιδιών.  Μαγαζάτορες και μαστορόπουλα, άφηναν τα πόστα τους και πλησίαζαν να τον ακούσουν. Του έβαλαν ένα σιδερένιο βαρέλι για έδρανο, ανέβηκε και άρχισε με λόγο πολιτικό αντιγράφοντας τον Καραμανλή. Κι όταν άρχιζε να απαγγέλει τον Τρωϊκό πόλεμο, τότε έκλεινε ο δρόμος από τον κόσμο. Και αυτός ενθουσιασμένος από τους ακροατές άρχιζε.

«κάτω απ’ το κάστρο το βαρύ με τα πλατειά τα τείχη

Στέκοντ΄ οι Έλληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη

Μοίρα κακή τους έριξε και πάνε δέκα χρόνια

Οι ζέστες τους αφάνισαν τους έλιωσαν τα χιόνια….

Και συνέχιζε να απαγγέλει και μετά από παράκληση των θεατών απήγγειλε και την Οδύσσεια.

Ο Συμεών ήταν ο αγαπημένος των εμπόρων του κέντρου και για τις απαγγελίες τους αλλά και για την συμμετοχή του στην ψυχαγωγία των Πατρινών, λέγανε δε πως ήταν μορφωμένος και από καλή οικογένεια. Έτσι στο Καρναβάλι,  ο Χαϊκάλης που είχε το μαγαζί με κεντήματα και κλωστές του ΠΑΝΑΓΟΥ στην πλατεία Γεωργίου, τον έβαζε στην βιτρίνα με ένα πίνακα που έγραφε συνεχώς εξισώσεις. Ήταν η πρώτη ζωντανή βιτρίνα και μεγάλη καινοτομία ως συμμετοχή του καταστήματος στο καρναβάλι που δεν ήταν και η μοναδική και παράλληλα ο Συμεών έβγαζε το χαρτζιλίκι για το πιοτό και τον τζόγο. Για πολλά χρόνια το κατάστημα των Αφων Χαϊκάλη συμμετείχε στο καρναβάλι με δικό του άρμα στην παρέλαση αλλά και με τις κλωστές ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ συμμετείχε αργότερα στα παιχνίδια του κρυμμένου θησαυρού.

Όμως – εκτός από τον Συμεών –  αγαπημένος ήταν και ο Τσιμπιρλίου που με το ένα χέρι είχε ένα τρανζίστορ στο αυτί και με το άλλο κρατούσε ένα άλλο, το οποίο πούλαγε. Ήταν ψευδός, του τρέχανε τα σάλια και καθώς έμπαινε στα μαγαζιά φώναζε… «ασκολιναρίες θα σας καθαρίσω» και λαμβάνοντας το σχετικό χαρτζιλίκι έφευγε για το επόμενο χωρίς να… καθαρίσει..

Η γειτονιά της Βότση,  είχε πολλά μαγαζιά με ιδιαίτερη φυσιογνωμία και σπουδαίους τεχνίτες, όπως του Νίκου Χανιώτη, που ήταν απέναντι. Είχε καμίνι μόνιμα αναμμένο με φυσερό και αμόνι.  Και με μια μεγάλη σιγάντζα έκοβε τις σανίδες για τον πάτο στις πλάστιγγες. Δίπλα στην Βότση 17, ήταν η αντιπροσωπεία της σοκολατοποιϊας «ΠΑΥΛΙΔΗ» και ο διευθυντής της ο κος Περικλής δεν μας άφηνε χωρίς κέρασμα. Απέναντι ήταν η καλτσοβιομηχανία του Χαράλαμπου Πετρόπουλου που έφτιαχνε κάλτσες για τον στρατό. Ακουγόταν μέχρι τον δρόμο ο μονότονος θόρυβος από τις κάθετες μηχανές… κραπ, κραπ, κραπ καθώς κροτάλιζαν ακατάπαυστα… Γεμάτη η Πάτρα, βιοτεχνίες  που προσέφεραν μεροκάματα και εισόδημα σε κάθε δρόμο, σε κάθε γειτονιά.

Όπως το εργοστάσιο του Νικολόπουλου στην γωνία Ρήγα Φεραίου και Παντανάσσης που με μία μεγάλη σακουλομηχανή έφτιαχνε χαρτοσακούλες παντός τύπου και μεγέθους με αποκλειστικό προμηθευτή πρώτων υλών το εργοστάσιο του Λαδόπουλου. Και πιο πάνω το μηχανουργείο κατασκευής «Αντλιών βαθέων φρεάτων» του Βασίλη Πετρόπουλου. Ήταν τύπος bon viveur και διαφήμιζε την παραγωγή του “pompas de turbinas de arpas para pozos profundo” όπως ανέγραφε και πινακίδα εντός του μηχανουργείου. Στην επιστροφή μας από την Βότση, κάναμε στάση, στον Κεφαλλονίτη  που είχε την «ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ» με παπούτσια, ελβιέλα και πόγκας. Είχε ένα μεγάλο χρηματοκιβώτιο και από πάνω το κάδρο με τους δύο τύπους «ο πωλών τοις μετρητοίς και ο πωλών επί πιστώσει».

Ήταν η Πάτρα των παιδικών μας χρόνων, η Πάτρα που ζωντάνευε, προόδευε, η Πάτρα του εμπορίου, της βιομηχανίας και  του εμπορικού λιμανιού που προσέλκυε εργαζόμενους από τα Ιόνια, την Ρούμελη, τα Καλάβρυτα και την Αρ.καδία. Αλλά ήταν και η Πάτρα της μετανάστευσης, των ξενιτεμένων της Αυστραλίας, του Καναδά και της Αμερικής.

(από τη στήλη “Ιστορίες Χωρίς Τίτλο” της εφημερίδας 7 Μέρες Ενημέρωση)

 

 

Σχετικά Άρθρα

ροή ειδήσεων

trending

πρωτοσέλιδα