Αρχιμ. Παγκράτιος Μπρούσαλης: Ο ακάματος Ιεραπόστολος! Εκοιμήθη σαν σήμερα πριν 15 χρόνια | dete

Αρχιμ. Παγκράτιος Μπρούσαλης: Ο ακάματος Ιεραπόστολος! Εκοιμήθη σαν σήμερα πριν 15 χρόνια

Συμπληρώνονται φέτος σημερα 20 Αυγούστου δεκαπέντε χρόνια από την πραγματικά οσιακή κοίμηση του μακαριστού Γέροντός μας π. Παγκρατίου Μπρούσαλη, του σπουδαίου αυτού κληρικού και ακάματου ιεραποστόλου της Εκκλησίας, που θεωρούσε πως η ιεραποστολή ως δρόμος θυσιαστικής προσφοράς για τη διάδοση του λόγου του Θεού με σκοπό τη σωτηρία του ανθρώπου, αποτελεί επιβεβλημένο καθήκον του κάθε ορθοδόξου χριστιανού, εφόσον η ιεραποστολή ως εκκλησιαστική διακονία συνιστά συνέχεια του έργου του Χριστού και ιδιαιτέρως του έργου των αποστόλων, τους οποίους ο αοίδιμος Γέροντας μιμήθηκε με ακρίβεια ακολουθώντας την εντολή «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη…» (Μτθ. 28, 19) και αφιερώνοντας ολόκληρη τη ζωή του στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας.

1. Τα πρώτα έτη της ζωής του στην Πάτρα και την Αθήνα (1930-1963)

Ο π. Παγκράτιος, κατά κόσμο Παναγιώτης Μπρούσαλης, γεννήθηκε στην Πάτρα τον Αύγουστο του 1930 και υπήρξε το τέταρτο και τελευταίο τέκνο της ευσεβούς μικρασιατικής οικογένειας του Ηλία και της Κωνσταντίνας, εγκατεστημένης στην προσφυγική συνοικία της σημερινής ενορίας του Αγ. Νεκταρίου. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στο Αίγιο και μάλιστα στις Καμάρες, όπου βρέθηκε η οικογένειά του λόγω της εργασίας του πατέρα του.

Το εξατάξιο Γυμνάσιο τελείωσε στην Πάτρα, ενώ την βαθιά και πλούσια κατά Χριστόν παιδεία του απέκτησε στο οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και από τη συμμετοχή του στην πλούσια λατρευτική και πνευματική κίνηση κυρίως της πόλεως των Πατρών, συνδεδεμένος αρχικά με τον όσιο Γέροντα π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο και κατόπιν με το τοπικό παράρτημα της αδελφότητος θεολόγων η «Ζωή», όπου του καλλιεργήθηκε και ο έντονος ιεραποστολικός ζήλος.

Έτσι, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο κι ενώ η επιθυμία της οικογένειάς του ήταν να σπουδάσει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, με προτροπή πιθανότατα των π. Χριστοδούλου Παπαγιάννη, Αλέκου και Σταμάτη Σκούρα και Παναγιώτη Σπανού, εισήλθε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1948 και γι’ αυτό εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου παράλληλα με τις σπουδές του εργάστηκε ιεραποστολικά στο έργο της «Ζωής», εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα για το βιοπορισμό του.

Μετά τη λήψη του πτυχίου του το 1953 και την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εντάχθηκε και εργάστηκε ιεραποστολικά στην αδελφότητα της «Ζωής» μέχρι το 1963. Η περίοδος αυτή αποτέλεσε αποφασιστική καμπή στη ζωή του, αφού αποφάσισε συνειδητά πλέον την ολοκληρωτική του αφιέρωση στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας με την είσοδό του στον ιερό κλήρο.

Το απόγευμα της 28ης Ιουνίου 1963 εκάρη μοναχός με το όνομα «Παγκράτιος» και την επομένη, 29 Ιουνίου, εορτή των αγίων πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, χειροτονήθηκε διάκονος, ενώ ένα χρόνο αργότερα περίπου, στις 29 Ιουλίου 1964, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα τριών ετών και προχειρίστηκε σε αρχιμανδρίτη και πνευματικό.

Οι ημερομηνίες των χειροτονιών του συνδέονται άμεσα με το μετέπειτα έργο του ως ιεραποστόλου, καθώς ήταν ημέρες σημαδιακές, που έδειχναν πως από την αρχή της πορείας του ως κληρικός «υπήρξεν όντως Απόστολος και γνήσιος μαθητής του Κυρίου».

2. Το ιεραποστολικό έργο στη Μυτιλήνη (1963-1972) και η επιστροφή στην Αθήνα (1972)

Φλεγόμενος από έντονο πόθο για ιεραποστολική προσφορά, αλλά κι επειδή στη ζωή του «εστόχευε εις τον ουρανόν, εις την Βασιλείαν του Θεού», εγκαταλείπει την Αθήνα και εγκαθίσταται στη μακρινή Μυτιλήνη με σκοπό να θεραπεύσει κάποιες από τις πολλές και μεγάλες ποιμαντικές ανάγκες της παραμεθορίου.

Στη Μυτιλήνη ο π. Παγκράτιος διακόνησε την Εκκλησία κατ’ εξοχήν ιεραποστολικά για οκτώ έτη, έχοντας ως κύριο έργο το κήρυγμα και την εξομολόγηση για την πνευματική ενίσχυση και την εν Χριστώ παιδαγωγία του λαού της Λέσβου, ενώ διεξήγαγε και σοβαρό αντιχιλιαστικό αγώνα, γι’ αυτό και δεν κατέλαβε εφημεριακή θέση, αλλά εργάστηκε πολύ αποδοτικά ως Ιεροκήρυξ και Πνευματικός.

Το έργο του στη Μυτιλήνη υπήρξε επιτυχημένο σε τέτοιο βαθμό, ώστε η πλούσια διακονία και το ακέραιο ήθος του να αναγνωριστούν από την Ιερά Σύνοδο, η οποία, έπειτα από εισήγηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α ΄ (1967-1973), αποφάσισε τη μετάθεσή του στην Αθήνα με σκοπό να εργαστεί στην Αρχιεπισκοπή και κατόπιν να προαχθεί σε επίσκοπο.

Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο τότε αρχιεπίσκοπος και η Ιερά Σύνοδος αναζητούσαν σε όλη τη χώρα άξιους κληρικούς με ακέραιο ήθος και ιεραποστολικό ζήλο προκειμένου να επανδρώσουν τις κενούμενες μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι ο π. Παγκράτιος επέστρεψε το 1972 μαζί με άλλους κληρικούς στην Αθήνα, εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, εντάχθηκε στον κλήρο και διορίστηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Παρόλο που η προαγωγή του σε επίσκοπο δεν πραγματοποιήθηκε τελικά λόγω της παραιτήσεως του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου ένα έτος περίπου αργότερα (1973), ο μακαριστός Γέροντας, όχι μόνο δεν απογοητεύθηκε, αλλά, παραμένοντας σταθερός στην αποστολή του, επιδόθηκε εντονότερα, παράλληλα με την άσκηση στη Μονή του, στην ιεραποστολή για είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια μέχρι την κοίμησή του, πιστεύοντας πως επειδή «οι άνθρωποι υποφέρουν, [τον] χρειάζονται», καθώς, όπως μονολογούσε, «τα νοσοκομεία είναι γεμάτα. Πρέπει να λειτουργώ, να εξομολογώ, να ευλογώ, να ακούω, να συγχωρώ». Και όλ’ αυτά διότι ο π. Παγκράτιος, ουδέποτε επιζήτησε «επισκοπικούς θρόνους», παραμένοντας έτσι «στη χορεία των αγίων πρεσβυτέρων του 20ου αιώνος», εφόσον «θρόνος του» ήταν «οι καρδιές των πνευματικών του παιδιών, που τον αγάπησαν και τον ετίμησαν» για την ακάματη προσφορά του στο λαό του Θεού.

3. Το ιεραποστολικό έργο στην Αθήνα (1972-2000)

Ως κληρικός με ορθόδοξο ήθος και ιεραποστολικό φρόνημα θεωρούσε πως για τον πραγματικό μοναχό είναι αδιανόητη η παραμονή του εκτός μονής, γι’ αυτό και παρέμεινε εντός της Μονής Πετράκη μέχρι την κοίμησή του, καθώς γνώριζε επιπλέον και τη μεγάλη σημασία του υγιούς μοναχισμού ως τρόπου ζωής για την επιτυχία του ιεραποστολικού έργου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η πολιτεία του στη μονή, κατά τη μαρτυρία του τελευταίου ηγουμένου του, υπήρξε υποδειγματική.

Διότι, εκτός του γεγονότος ότι έκανε απόλυτη υπακοή στον εκάστοτε ηγούμενο και ασκούσε πλήρη εφημεριακά καθήκοντα όπως και οι λοιποί πατέρες, δεν παρέλειπε να συμμετέχει ανελλιπώς στην κοινή λατρεία, καθώς «υπήρξε φιλακόλουθος κατά πάντα, διακονήσας το αναλόγιον της Ιεράς […]Μονής» μέχρι την προηγούμενη ημέρα της κοιμήσεώς του, ενώ και στις σχέσεις του με τους συμοναστές αδελφούς του «διεκρίνετο δια το ανεπίληπτον του ήθους του».

Πέραν αυτών όμως, είναι εντυπωσιακό και το γεγονός, ότι για να ενισχύεται στο πολύπλευρο ιεραποστολικό του έργο συμμετείχε αδιάλειπτα στο Ποτήριο της Ζωής, αφού «το φάρμακον της Αθανασίας ήτο η συχνή τροφή της ψυχής του, όταν φυσικά ο ίδιος λειτουργούσε, αλλά και όταν δεν ήτο λειτουργός».

Τόσο μάλιστα είχε εντυπωσιάσει τον ηγούμενο η βιωτή του μακαριστού Γέροντος στη Μονή μέχρι την κοίμησή του τον Αύγουστο του 2000, ώστε να ομολογεί ότι «δεκαπέντε μήνες ως Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής ήμουν μάρτυς αυτής της διακονίας του αδελφού Παγκρατίου και ειλικρινά εχαιρόμουν εν Κυρίω».

Το κατ’ εξοχήν ιεραποστολικό έργο του π. Παγκρατίου ως κληρικού στη Μυτιλήνη και την Αθήνα είχε διάρκεια μεγαλύτερη των τριανταπέντε ετών με την άσκηση ιεραποστολής στην Ελλάδα, τη Γερμανία, την Κορέα και την Αλβανία, κυρίως κατά την περίοδο μετά το 1972.

Στην Αθήνα το έργο του υπήρξε σπουδαίο και πολυποίκιλο σε όλους τους τομείς της εκκλησιαστικής διακονίας.

Στον λειτουργικό, εκτός από τις πολλές ανάγκες της Μονής του, εξυπηρετούσε ανελλιπώς και τις λατρευτικές ανάγκες των Αρσακείων Σχολείων, όπου οικοδομούσε πνευματικά τους μαθητές και τις μαθήτριες με το εντατικό κήρυγμα και παράλληλα τους στήριζε πνευματικά με την τακτική εξομολόγηση, αλλά και θεράπευε λειτουργικές ανάγκες της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστίας και Σκύρου, ιδιαιτέρως αυτές της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κύμης.

Βασικός τομέας του ιεραποστολικού έργου του μακαριστού Γέροντος υπήρξε επίσης το κήρυγμα, καθώς ήταν «δόκιμος χειριστής του λόγου επί τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια». Περιόδευε τακτικά τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές σε ναούς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής σύμφωνα με το πρόγραμμα που καταρτιζόταν από την Πρωτοσυγκελλία, και παράλληλα ομιλούσε τακτικά σε διάφορες αίθουσες Ενοριών και Χριστιανικών Συλλόγων ή Σωματείων.

Το κήρυγμά του ήταν συνήθως σύντομο, πρακτικό, λιτό, χριστοκεντρικό και μεστό θεολογικών νοημάτων στην κατεύθυνση της διαμορφώσεως του ορθοδόξου ήθους και της ενισχύσεως του εκκλησιαστικού φρονήματος του ακροατηρίου του.

Η τακτική άσκηση του μυστηρίου της ιεράς Εξομολογήσεως ήταν μια ακόμη από τις κύριες πτυχές του ιεραποστολικού του έργου και της ποιμαντικής του μέριμνας. Τέσσερις ημέρες την εβδομάδα τελούσε προγραμματισμένη ιερά Εξομολόγηση, δύο στην Ιερά Μονή Πετράκη και δύο στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, ενώ δεν παρέλειπε να τελεί το μυστήριο και εκτάκτως τις υπόλοιπες ημέρες ή να επισκέπτεται ασθενείς κατ’ οίκον.

Ως πνευματικός υπήρξε διακριτικός, επιεικής και συγχωρητικός, γι’ αυτό και «κατέφευγον εις το Πετραχήλι του πολλοί κουρασμένοι πνευματικά και εύρισκον ανάπαυσιν και ανακούφισιν», ώστε το εξομολογητήριο της Μονής Πετράκη «κατεκλύετο από κοπιώντας και πεφορτισμένους, για να εναποθέσουν στον π. Παγκράτιον τα βάρη των αμαρτιών και των προβλημάτων τους».

Στον τομέα της ιεραποστολής ο π. Παγκράτιος προσέφερε και με τη συγγραφή, που ως σκοπό είχε την πνευματική οικοδομή του λαού του Θεού, αναδεικνυόμενος «μελετητής ένθερμος των συγγραμμάτων του αγ. Γρηγορίου Νύσσης», με βάση το έργο του οποίου είχε συγγράψει και μελέτες με θέματα : α) την «εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου», αλλά και β) την «Ισότητα» των δύο φύλων, ζητήματα που κατείχαν κεντρική θέση στο ιεραποστολικό του έργο. Τόσο βαθιά είχε εντρυφήσει στα συγγράμματα του αγίου επισκόπου των Νυσσαέων, ώστε να καταστεί «άριστος ερμηνευτής και σχολιαστής των περισσοτέρων έργων του» και μάλιστα εκείνων που αναφέρονται στην καλλιέργεια της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, όπως οι λόγοι εις τους Μακαρισμούς, εις την Προσευχήν του «Πάτερ ημών», εις τον βίον του Μωυσέως, κ.ά.

Πολλές ιεραποστολικές υπηρεσίες επίσης προσέφερε και στον απόδημο Ελληνισμό της Γερμανίας κατά τους θερινούς μήνες, όπως στην ενορία Αγ. Δημητρίου Aachen και ιδιαιτέρως στη μεγάλη ενορία των Αγ. Αποστόλων Dortmund της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, όπου επί σειρά ετών αντικαθιστούσε τον εφημέριο π. Τηλέμαχο Μαργαρίτη στα λειτουργικά του καθήκοντα και παράλληλα εξομολογούσε και καθοδηγούσε πνευματικά πολλούς από τους ενορίτες του Dortmund.

4. Η Ιεραποστολή στην Κορέα (1984-2000)

Η προσφορά του π. Παγκρατίου υπήρξε όμως θαυμαστή κυρίως στην Κορέα, καθώς επίσης και στην Αλβανία.

Το ιεραποστολικό του έργο στην Κορέα περιγράφει ευσύνοπτα και περιεκτικά ο τότε επίσκοπος Ζήλων Σωτήριος (Τράμπας) ως εξής : «ο αοίδιμος αδελφός από του έτους 1984 μέχρι τον προπαρελθόντα μήνα, κατά τας δις εκάστου έτους επισκέψεις του εις Κορέαν, αδιαλείπτως ιερουργούσε και εκήρυττε εις όλους τους εν Κορέα ι. ναούς μας και παντοιοτρόπως βοηθούσε τους πιστούς».

Μάλιστα τονίζει ότι ο π. Παγκράτιος υπήρξε γι’ αυτόν πολύτιμος αδελφός, φίλος και ανεκτίμητος συνεργός στην ιεραποστολική προσπάθεια στην Κορέα, και διαβεβαιώνει ότι «το όνομά του θα μνημονεύεται αδιαλείπτως κατά τας θ. Λειτουργίας και τα Ι. Μνημόσυνα των αειμνήστων Ευεργετών και Συνεργών της Εκκλησίας μας», εφόσον και σύμφωνα με τον τότε Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας Διονύσιο, αναδείχθηκε «συνεργός και συνεργάτης πολύτιμος» της ιεραποστολής.

Εκτός από την Κορέα, που πράγματι υπήρξε το κέντρο του ιεραποστολικού του ενδιαφέροντος, πολλές και σημαντικές υπηρεσίες προσέφερε επίσης στην ιεραποστολική προσπάθεια του τότε εξάρχου και μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου για την ανασυγκρότηση και αναδιοργάνωση της χειμαζόμενης Εκκλησίας της Αλβανίας ταξιδεύοντας εκτάκτως και κυρίως τις ημέρες των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, προκειμένου να βαπτίσει κατηχουμένους και να ικανοποιήσει τις πολλές λειτουργικές και τις άλλες πνευματικές ανάγκες του δοκιμαζόμενου χριστιανικού ποιμνίου.

5. Η Kοίμηση (20.08.2000) και η Mνήμη (2000-2015)

Το πολυσχιδές αυτό έργο του μακαριστού Γέροντός μας όμως σταμάτησε ξαφνικά η «οσιακή» του κοίμηση από καρδιακή ανακοπή το μεσημέρι της Κυριακής 20 Αυγούστου 2000 στο κελί του στην Ιερά Μονή Πετράκη, λίγο μετά την επιστροφή του από την Εύβοια όπου είχε διανυκτερεύσει στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κύμης και λειτουργήσει στην γυναικεία Ιερά Μονή Παναγίας Μάντζαρη.

Το κενό που άφησε η ξαφνική του αναχώρηση για τον Ουρανό τόσο στο ιεραποστολικό του έργο, όσο και «εις την Ιεράν Μονήν μας», υπογραμμίζει ο ηγούμενος, «εις το εξομολογητήριον, εις το Αναλόγιον και εις το ιερόν Θυσιαστήριον είναι μεγάλον και δυσαναπλήρωτον».

Το σπουδαίο αυτό εκκλησιαστικό έργο και η μεγάλη προσφορά του μακαριστού Γέροντος αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία και την ελληνική κοινωνία σε ανώτατο επίπεδο. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος διαβεβαίωσε, ότι ο π. Παγκράτιος προσέφερε «πολλά […] τη Εκκλησία και τω λαώ του Θεού και μάλιστα εν τη διενεργουμένη ιεραποστολική διακονία εν Κορέα».

Αλλά και ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος επαίνεσε γλαφυρά «τον ιεροκήρυκα π. Παγκράτιο, […] τον πνευματικό π. Παγκράτιο, […] τον διδάσκαλο και καθηγητήν π. Παγκράτιο, […] τον άνθρωπον της συγγραφής π. Παγκράτιο, […] τον άνθρωπον της θυσίας μέχρι της εσχάτης του πνοής [π. Παγκράτιο]». Η Ακαδημία Αθηνών, τέλος, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας μας, απονέμοντάς του έπαινο το Δεκέμβριο του 1997, αιτιολόγησε την απόφασή της «δια τε την συγγραφικήν αυτού δράσιν και την εις τα υψηλά θρησκευτικά ιδεώδη στερράν προσήλωσιν κατά την εξωτερικών ιεραποστολήν της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Η αναγνώριση του σπουδαίου ιεραποστολικού του έργου όμως, έχει ριζωθεί βαθειά στη συνείδηση του λαού του Θεού που γνώριζε το εύρος της συνεισφοράς του αοιδίμου Γέροντός μας στην Εκκλησία και τα τέκνα της, αποτυπώνοντας το φρόνημά του στους ύμνους που συνέθεσε ο Δημήτριος Χ. Αθανασιάδης:

Ήχος Β΄, Οίκος του Εφραθά

Πάτερ μακαριστέ,/ τω λόγω τη λατρεία/ τη εξομολογήσει·/
και εν ταίς συγγραφαίς σου/ εμόχθησας Παγκράτιε.

Ιεραποστολήν,/ Ανατολή και Δύσει,/ παλινδρομών εποίεις·/
ποικιλοτρόπως, Πάτερ, /μακαριστέ Παγκράτιε.

Για το λίγο αυτό και η μνήμη του όχι μόνο δε λησμονήθηκε μετά την κοίμησή του, αλλά παραμένει μέχρι και σήμερα ακόμη έντονα ζωντανή στη μονή του και στις ψυχές των πολλών πνευματικών του τέκνων.

Στο μνημόσυνο που τελέστηκε στις 11 Αυγούστου 2011, δέκα και πλέον χρόνια μετά την κοίμησή του, «παρέστησαν και αρκετά πνευματικά του τέκνα, τα οποία παρά το πέρασμα των ετών, δεν τον λησμονούν, εκζητούν διαρκώς τις ευχές του, και επί πλέον, κατά καιρούς συναντώνται για να ανανεώσουν τους πνευματικούς δεσμούς των και να επαναφέρουν στην μνήμη τους τις συμβουλές του αγαπημένου τους πνευματικού πατέρα», του οποίου η αγαθή ανάμνηση είναι ριζωμένη βαθιά στις καρδιές τους μέχρι σήμερα που συμπληρώνονται δεκαπέντε έτη από την εκδημία του, αλλά και «εις τους αιώνας των αιώνων», διότι ο «π. Παγκράτιος υπήρξε σεμνός και συνάμα λαμπρός κληρικός, Ιεροκήρυξ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Εφημέριος και Πνευματικός των Αρσακείων Σχολείων, συνετός και βαθύς Εξομολόγος, αλλά και συγγραφεύς σπουδαίων μελετών, ιδίως γύρω από τα έργα και την θεολογία του Αγ. Γρηγορίου Νύσσης».

Ας είναι λοιπόν «αιωνία η μνήμη του μετά των Αγίων», με την ευχή να τον αναδεικνύει ο Θεός άξιο «λειτουργόν εν τω Ουρανίω Θυσιαστηρίω Αυτού» προκειμένου να προσεύχεται και να πρεσβεύει για τη σωτηρία των απορφανισμένων πνευματικών του τέκνων, αλλά και για την επιτυχία του ιεραποστολικού έργου της Εκκλησίας με σκοπό τη σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου.